Η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη το βράδυ του Σαββάτου αξίζει να προσεχθεί. Ηταν καλά δομημένη, περιείχε στοιχεία σωστής κριτικής προς την κυβέρνηση και σημαντικές προτάσεις για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που φέρνει η πανδημία. Περιείχε και ορισμένες υπερβολές, αλλά αυτές είναι αναμενόμενες και ανάλογες ακούμε εδώ και 46 χρόνια από τους αρχηγούς της αντιπολίτευσης.

Αν και ο σκοπός αυτού του σημειώματος είναι άλλος (τον περιγράφει ο τίτλος), επισημαίνω ως σημαντικό το πλέγμα των προτάσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης. Και ιδιαίτερα την ανάγκη για μεγαλύτερη εμπλοκή του κράτους, την αξία της οποίας έχουν παραδεχτεί πλέον ακόμα και ιδεολογικοί εχθροί του. Η διαφορά είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενη, αναγνωρίζει περιστασιακά το ρόλο του κράτους, ενώ για τα κόμματα της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς ο ρόλος αυτός είναι αναντικατάστατος.

Επίσης, είναι σημαντική η πίεση που ασκεί η αντιπολίτευση σε μια εποχή που η κυβέρνηση ετοιμάζεται παραχωρήσει στους εργοδότες και στις Τράπεζες και άλλα δικαιώματα των εργαζομένων, όπως είναι η προτεινόμενη «εξαφάνιση» των αποζημιώσεων απόλυσης με το νέο Πτωχευτικό Κώδικα, προς όφελος των Τραπεζών. Αλλωστε, σε αντίθεση με τις συντηρητικές κυβερνήσεις, που θεοποιούν τα πλεονεκτήματα των αγορών, τα κόμματα της άλλης πλευράς (πρέπει να) έχουν τις κεραίες τους ανοιχτές στον κόσμο της εργασίας. Αρκεί αυτά που υπόσχονται να είναι ρεαλιστικά, διότι στη συλλογική μνήμη εξακολουθεί να υπάρχει η πρόσφατη διακυβέρνηση 2015-2019 με αρκετές διαψεύσεις προσδοκιών.

Στο πεδίο των υπερβολών μπορούμε να εντάξουμε την αναφορά του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στα ελληνοτουρκικά και την κατηγορία προς την κυβέρνηση ότι «κινείται απέναντι στην Τουρκία χωρίς στρατηγική, αφήνοντας πίσω όσα χτίσαμε επί τεσσεράμισι χρόνια, χωρίς ξεκάθαρη πυξίδα για τον διάλογο και τη Χάγη και χωρίς κόκκινες γραμμές σε σχέση με την προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων».

Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι υπερβολικοί. Διότι απέναντι στην Τουρκία όλες οι ελληνικές κυβερνήσει μετά την Μεταπολίτευση του 1974 είχαν και έχουν σχεδόν την ίδια στρατηγική. Δεν την άλλαξε ούτε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν φαίνεται ότι θα την αλλάξει ούτε η σημερινή. Ο διάλογος με την Τουρκία είναι θεμελιώδες συστατικό αυτής της στρατηγικής. Και ένα κόμμα της Αριστεράς δεν μπορεί να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των αρνητών του στο όνομα κάποιου «πατριωτισμού». Το έκανε ο κ. Μητσοτάκης με την Συμφωνία των Πρεσπών, για να συσπειρώσει το ακροδεξιό και εθνικιστικό ακροατήριο της Δεξιάς, δεν επιτρέπεται να το κάνει ο κ. Τσίπρας αν δοθεί ευκαιρία για διάλογο και παραπομπή στη Χάγη προς επίλυση των διαφορών που θα συμφωνηθούν. Θα είναι λάθος.

Πέρα από αυτές τις επισημάνσεις, από την ομιλία Τσίπρα θα μπορούσαν να λείπουν οι εξής 17 λέξεις: «Είμαστε έτοιμοι για μια νέα, ισχυρή, προοδευτική διακυβέρνηση, που θα φέρει τη χώρα εκεί που της αρμόζει».

Διότι δείχνουν ότι ο κ. Τσίπρας βιάζεται να επανέλθει στην εξουσία. Και η βιασύνη είναι κακός σύμβουλος. Όπως ήταν και το 2014, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ προκάλεσε πρόωρες εκλογές και ήρθε ανέτοιμος στην κυβέρνηση, με αποτέλεσμα όσα έγιναν ειδικά στο πρώτο εξάμηνο του 2015.

Σήμερα δεν έχει κανένα λόγο να διακατέχεται από τέτοια βιασύνη. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αρχίσει να φθείρεται, αλλά η κοινή γνώμη δεν διάκειται ευνοϊκά προς τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει υποχρέωση να κάνει τα μαθήματά του στην αντιπολίτευση.

Να διορθώσει τα σφάλματα της περιόδου της δικής του διακυβέρνησης, να παραμερίσει εκτεθειμένα πρόσωπα και να αρχίσει να πείθει τους πολίτες ότι μπορεί να αποτελέσει ξανά εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Είμαστε ακόμα μακριά από κάτι τέτοιο. Επομένως η όποια πρεμούρα για επάνοδο στην εξουσία μόνο αρνητικά μπορεί φέρει. Το λέει πολύ καλά η πασίγνωστη αυτή παροιμία: «Όποιος βιάζεται σκοντάφτει».

πηγή:news247.gr

 MOTIONTEAM