Εδώ και σχεδόν μια δεκαετία η τουρκική πολιτική ηγεσία έχει βάλει ως στόχο την κατάργηση στην πράξη της συνθήκης της Λωζάνης και την μετατροπή της Τουρκίας σε περιφερειακή υπερδύναμη. Ο «Χίτλερ» της Ανατολικής Μεσογείου, Ταγίπ Ερντογάν, φαντάζεται τον εαυτό του ως τον νέο Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, ο οποίος είχε καταφέρει να φτάσει μέχρι τις πύλες της Βιέννης, οπού -και ευτυχώς για την Ευρώπη- αποκρούστηκε. Αυτή ήταν και η μέγιστη επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μεγαλομανία του τούρκου προέδρου έχει καταστήσει την Τουρκία πολύ επικίνδυνη για τις γειτονικές σε αυτή χώρες. Αυτό γιατί η πολιτική της ηγεσία δεν αρκείται σε απειλές και τρομοκρατία άλλων χωρών, αλλά εφαρμόζει στο ακέραιο αυτά που λέει με εισβολές και κατοχές εδαφών κυρίως χώρων, οι οποίες είναι διαλυμένες από εμφύλιο πόλεμο και δεν μπορούν να αντιδράσουν δυναμικά.

Η πρώτη χώρα που εφαρμόστηκε με επιτυχία το τουρκικό επιθετικό δόγμα ήταν η Κύπρος στο όχι και το τόσο μακρινό 1974. Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου από την χούντα τον Αθηνών οδήγησε τους Έλληνες της Κύπρου σε εμφύλια σύγκρουση μεταξύ τους και οι καταγγελίες του Μακαρίου στον ΟΗΕ, έδωσαν στην Τουρκία την αφορμή που έψαχνε από το 1960 για να εισβάλει και να αποκαταστήσει δήθεν την νομιμότητα. Από τότε δεν έφυγε ποτέ ο τουρκικός στρατός κατοχής από το νησί παρά τα ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Καμία από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, δεν ανάγκασε τα τουρκικά στρατεύματα σε αποχώρηση. Καμία από της μεγάλες δυνάμεις σήμερα δεν έχει αναγκάσει την Τουρκία να φύγει από τη Συρία, το Ιράκ, την Λιβύη, και εσχάτως, την Δημοκρατία του Αρτσάχ στο Ναγκόρνο Καραμπάχ!

Η Στρατηγική της Τουρκίας έχει να κάνει με την δημιουργία ή την εκμετάλλευση εντάσεων στο εσωτερικό άλλων χωρών. Εντάσεις που της δίνουν την αφορμή να επεμβαίνει στρατιωτικά, δήθεν για να προστατεύσει τον άμαχο πληθυσμό ή για να εκκαθαρίσει τα σύνορα της από τρομοκρατικές ομάδες. Η πραγματικότητα όμως έχει να κάνει με την προσπάθειά της να επαναφέρει υπό τουρκική κυριαρχία περιοχές οι οποίες θεωρεί ότι της ανήκουν και τις έχασε με την συνθήκη της Λωζάνης. Η τουρκική πολιτική ηγεσία πιστεύει ότι είναι το διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είναι υποχρέωσή της να ανακαταλάβει τα εδάφη που απώλεσε μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Ένας ακόμα λόγος αυτής της πολιτικής είναι οι φυγόκεντρες δυνάμεις που υπάρχουν στο εσωτερικό της. Ο συνεκτικός δεσμός των εθνοτήτων που απαρτίζουν την σύγχρονη Τουρκία είναι η θρησκεία. Πάνω σε αυτό το δεσμό είχε επενδύσει ο Κεμάλ Ατατούρκ για να διατηρήσει την ενότητα του νέου τουρκικού κράτους και να ενώσει κάτω από την αρχηγία του όλες της μεγάλες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες της Τουρκίας, ήτοι, Τούρκους, Κούρδους, Ασσύριους, Σιίτες και Αλεβίτες.

Με την άρση της υποστήριξης των μεγάλων δυνάμεων στην Ελλάδα και την Αρμενία και με την βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης η Τουρκία κατάφερε να διαλύσει το Αρμενικό κράτος και να καταστρέψει το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα το 1922. Δεν κατάφερε όμως να φέρει στα σύνορα του νέου τουρκικού κράτους εδάφη τα οποία σήμερα ανήκουν στην Συρία, το Ιράκ, την Κύπρο και την Ελλάδα.

Στις τρείς πρώτες χώρες, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, διατηρεί στρατεύματα και έχει καταλάβει εδάφη από τα οποία δεν πρόκειται να αποχωρήσει χωρίς πόλεμο. Την Ελλάδα την απειλεί διαρκώς με στρατιωτική αναμέτρηση για διάφορες αιτίες. Μία από αυτές είναι το casus belli στην περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Κατηγορεί την Ελλάδα ότι έχει καταλάβει 18 νησιά στο Αιγαίο και ότι διατηρεί στρατεύματα σε νησιά, τα οποία θα έπρεπε να είναι αποστρατικοποιημένα. Τι θέλει ουσιαστικά η Τουρκία; Να αποκρατικοποιήσουμε τα νησιά μας για να μπορέσει να τα καταλάβει πιο εύκολα. Οι κατηγορίες ότι τα ελληνικά στρατεύματα στα νησιά απειλούν την ασφάλεια της, είναι αστείες. Αλλά χωρίς στρατό τα νησιά μας θα είναι εύκολη λεία για την Τουρκία όπως εύκολη λεία ήταν και η Κύπρος το 1974, γιατί οι δικτάτορες της Ελλάδας απέσυραν την ελληνική μεραρχία το 1968.

Η Ελληνική διπλωματία το τελευταίο διάστημα έχει σημαντικά αποτελέσματα και έχει «στριμώξει» την Τουρκία. Βέβαια ο δήθεν απρόβλεπτος Ερντογάν έχει γίνει αρκετά προβλέψιμος γιατί ότι θέλει να κάνει, το προαναγγέλλει!

Για παράδειγμα, η νέα εισβολή του τουρκικού ερευνητικού Uruc Reis στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και η προσάρτηση της κλειστής πόλης της Αμμοχώστου.

Η Τουρκία χρειάζεται απεγνωσμένα μια διπλωματική νίκη και δεν θα διστάσει να φτάσει μέχρι τα άκρα για να το πετύχει. Η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ, έστω και μερικής, με την Αίγυπτο ήταν ένα χαστούκι στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Αυτό πρέπει να συνεχιστεί με μια ακόμα διπλωματική πρωτοβουλία, όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Είναι δικαίωμά μας και πρέπει να το ασκήσουμε! Η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι Τούρκοι είναι η γλώσσα της αποφασιστικότητας και της ισχύος.

Η ελληνική διπλωματία μετά και τις τελευταίες εξελίξεις, μπορεί να αποδείξει στους Ευρωπαίους «Θωμάδες» ότι η Τουρκία δεν επιθυμεί ούτε το διάλογο, ούτε την αποκλιμάκωση. Είναι ένα κράτος ταραξίας και για να επιτύχει τις επιδιώξεις της είναι αποφασισμένη να τινάξει όλη την περιοχή της ανατολικής μεσογείου στον αέρα. Η καταδίκη της Τουρκίας και οι κυρώσεις άμεσα είναι πλέον μονόδρομος για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν δεν θέλει να χάσει και άλλο από την όποια αξιοπιστία της έχει απομείνει. Το πρόβλημα όμως εντοπίζεται στο ότι η Ένωση, δηλαδή η Γερμανία δεν θέλει κυρώσεις ούτε μετά τις τελευταίας εξελίξεις. Αφού εξασφάλισαν την άρση του κυπριακού βέτο για τις κυρώσεις σε βάρος της Λευκορωσίας, τώρα κάνουν τους κινέζους οι Γερμανοί και δεν θέλουν ούτε να ακούσουν, πόσο μάλλον να συζητήσουν για κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας.

Επαναλαμβάνω, η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει η Τουρκία είναι η γλώσσα της αποφασιστικότητας και της ισχύος. Οι Γερμανοί, άρα και οι Ευρωπαίοι δεν έχουν διάθεση να τιμωρήσουν την Τουρκία για χάρη της Ελλάδας και της Κύπρου. Ως κράτη μέλη, Ελλάδα και Κύπρος, έχουν ακολουθήσει όλες τις πολιτικές της Ένωσης όσον αφορά κράτη που τους επιβλήθηκαν κυρώσεις όπως η Ρωσία, η Βενεζουέλα και τώρα η Λευκορωσία. Πολιτικές που εξυπηρετούν κατά βάση τη γερμανική εξωτερική πολιτική.

Θεωρώ ότι μετά και τις τελευταίες εξελίξεις η ελληνική κυβέρνηση έχει καταλάβει ότι, όσον αφορά την Γερμανία δεν έχει να περιμένει τίποτα και πρέπει να αναπροσαρμόσει την πολιτική της. Πρέπει να επιδιώξουμε ισχυρές συμμαχίες εντός της Ένωσης με κράτη που έχουμε κοινά συμφέροντα και να σταματήσουμε να υποστηρίζουμε την γερμανική εξωτερική πολιτική, η οποία αντιβαίνει τις περισσότερες φορές στα συμφέροντά μας. Όσο πιο πολύ υποχωρούμε τόσο πιο κοντά ερχόμαστε είτε σε στρατιωτική αναμέτρηση, είτε σε πλήρη υποχώρηση και εθνική ταπείνωση.

Δημήτριος Γκοβίλας

Πολιτικός Επιστήμονας