⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη GoogleΟι 120 δόσεις, τα χρέη σε Εφορία και Ταμεία, servicers και επιδοτήσεις καυσίμων δοκιμάζουν το κυβερνητικό αφήγημα για την «ισχυρή Οικονομία». Η απόσταση των αριθμών από την καθημερινότητα.
Εδώ και αρκετό καιρό η κυβέρνηση επενδύει πολιτικά σε ένα συγκεκριμένο αφήγημα: η ελληνική οικονομία είναι ισχυρή, η χώρα αναπτύσσεται, οι επενδύσεις αυξάνονται, το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται και η δημοσιονομική σταθερότητα έχει αποκατασταθεί. Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, στη ΔΕΘ, η κυβέρνηση παρουσίαζε ξανά αυτή την εικόνα, προβάλλοντας μεταξύ άλλων την αύξηση των επενδύσεων, την περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και παρεμβάσεις για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Σήμερα πάντως και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι οι 72 δόσεις για παλαιές οφειλές προς Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία γίνονται 120. Κάπου εδώ γεννάται ένα απλό ερώτημα: Αν η οικονομία είναι τόσο ισχυρή, γιατί οι πολίτες χρειάζονται 120 δόσεις (εν ολίγοις 10 χρόνια) για να πληρώσουν τα χρέη τους;
Δύο οικονομίες στην ίδια χώρα;
Η απάντηση ασφαλώς δεν είναι ότι οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες είναι κατ’ ανάγκην ψευδείς. Μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, το δημόσιο χρέος να μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ και οι επενδύσεις να αυξάνονται. Την ίδια ώρα όμως ένα σημαντικό τμήμα των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων μπορεί είτε να βάζει λουκέτο είτε να δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό πρόβλημα για το κυβερνητικό αφήγημα. Προτάσσει την οικονομία των αριθμών και δείχνει να αγνοεί ή έστω να υποβιβάζει την οικονομία της καθημερινότητας. Κάπως έτσι συνυπάρχουν δύο οικονομίες στην ίδια χώρα, με τους αριθμούς να ευημερούν και πολλούς ανθρώπους να δυσκολεύονται ή ακόμα και να υποφέρουν.
Ας δούμε τους αριθμούς
Προς το παρόν, ας δούμε τι λένε τα επίσημα στοιχεία, οι αριθμοί του ίδιου κράτους. Τα στοιχεία της ίδιας της Γενικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δείχνουν ότι το 2019 υπήρχαν 105,6 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμα στην Εφορία, 35 δισ. στο ΚΕΑΟ, 73,6 δισ. μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις τράπεζες και 23,6 δισ. στους servicers. Δηλαδή περίπου 237,8 δισ. ευρώ συνολικά. Ποια είναι η εικόνα σήμερα, 7 χρόνια μετά με την ισχυρή Οικονομία για την οποία επαίρεται η κυβέρνηση;
Το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος είναι ελαφρώς αυξημένο σε σχέση με το 2019, ξεπερνώντας ελαφρώς τα 240 δισ. ευρώ. Η μεγαλύτερη αύξηση εμφανίζεται στις ασφαλιστικές εισφορές και στο ΚΕΑΟ όπου τα 35 δισ. του 2019 έχουν ξεπεράσει τα 52 δισ. σήμερα, ήτοι ποσοστό πέριξ του 50%.
Το εντυπωσιακό, δε, είναι πως το 69,7% των οφειλετών του ΚΕΑΟ χρωστά έως 15.000 ευρώ και το 84,5% έως 30.000 ευρώ. Δηλαδή το πρόβλημα δεν αφορά μόνο κάποιους ελάχιστους γιγαντιαίους οφειλέτες· σε επίπεδο πλήθους αφορά κυρίως μικρότερα χρέη. Το ακόμη πιο εντυπωσιακό στοιχείο που δημιουργεί ρωγμή στο κυβερνητική αφήγημα είναι πως από 2,54 εκατομμύρια ρυθμίσεις ασφαλιστικών χρεών που είχαν γίνει μέχρι τον Ιούνιο, 1,38 εκατ. είχαν χαθεί στην πορεία, αντιπροσωπεύοντας χρέη 24,44 δισ. ευρώ.
Σε ό,τι έχει να κάνει με τα χρέη προς την Εφορία, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ που επεξεργάστηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής δίνουν 114,57 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων οφειλών τον Απρίλιο του 2026, αυξημένα σε ποσοστό 8,5% σε σχέση με το 2019.
Απέτυχαν οι 72 δόσεις
Αυτό που δεν ομολογούν στην κυβέρνηση και τρέχουν τώρα να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα είναι ότι ελάχιστος ήταν ο κόσμος που «τσίμπησε» με το μέτρο των 72 δόσεων αποπληρωμής χρεών που είχαν εγκαινιάσει τον Απρίλιο. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία μόλις 12.000 οφειλέτες έσπευσαν να εκμεταλλευτούν εκείνη τη ρύθμιση. Αυτό ήταν λογικό από τη στιγμή που ο τρόπος με τον οποίο ήταν δομημένη η λογικής της δόσης, απέτρεπε εκείνον που χρωστάει να μπει στη ρύθμιση. Υπενθυμίζεται ότι ο πρώτος περιορισμός της ρύθμισης αφορούσε ακριβώς όσους έχουν ήδη ρυθμίσει τις παλιές οφειλές τους.
Για να μπουν στις 72 δόσεις, τα χρέη δεν έπρεπε να βρίσκονται σε ενεργή ρύθμιση στις 21 Απριλίου 2026, ούτε να έχουν ενταχθεί σε άλλη μέχρι την υποβολή της αίτησης. Έτσι, ένας οφειλέτης που συνέχιζε να πληρώνει έναν προηγούμενο διακανονισμό, αλλά δυσκολευόταν με τη μηνιαία δόση, δεν μπορούσε απλώς να μεταφέρει το υπόλοιπό του στο νέο σχήμα.
Για όσους είχαν δημιουργήσει και νεότερα χρέη, η εξίσωση γινόταν ακόμα πιο δύσκολη. Οι ασφαλιστικές οφειλές από το 2024 και μετά έπρεπε να εξοφληθούν ή να μπουν χωριστά στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων. Ένας επαγγελματίας μπορούσε, επομένως, να χρειάζεται να πληρώνει δύο ρυθμίσεις παράλληλα με τις τρέχουσες εισφορές του.
Οι 120 δόσεις έρχονται -αργά ή γρήγορα θα φανεί- να αποκαταστήσουν την αδικία -και την αποτυχία- της προηγούμενης ρύθμισης: σύμφωνα με τις εξαγγελίες Μητσοτάκη, «πολίτες που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση των 72 δόσεων μπορούν να υπαχθούν με αίτησή τους στη ρύθμιση των 120 δόσεων».
Το παράδοξο των servicers
Ανάλογη συζήτηση προκαλεί και η δεύτερη παρέμβαση. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε αυστηρότερους κανόνες για τους servicers: όταν υπάρχει συμφωνημένη ρύθμιση και ο servicer την παραβιάζει προχωρώντας εναντίον συνεπούς οφειλέτη, η πράξη θα ακυρώνεται, θα προβλέπεται πρόστιμο έως 500.000 ευρώ και ο πολίτης θα πιστώνεται με πέντε δόσεις. Εδώ δημιουργείται ένα άλλο ερώτημα: γιατί χρειάζεται να παρουσιάζεται ως μεγάλη μεταρρύθμιση κάτι που μοιάζει στοιχειώδες: το γεγονός δηλαδή ότι όποιος έχει συμφωνήσει μια ρύθμιση οφείλει να την τηρεί.
Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση εμμέσως ή σαφώς έρχεται να δικαιώσει όσους την κατηγορούσαν έως σήμερα ότι έχει αφήσει ανεξέλεγκτους τους servicers.Συν τοις άλλοις, η υποτιθέμενη… λύση δεν λύνει το δυσκολότερο πρόβλημα: την επίτευξη βιώσιμης συμφωνίας μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη. Στον εξωδικαστικό μηχανισμό δεν υπάρχει γενικός κανόνας υποχρεωτικής αποδοχής κάθε πρότασης από τους χρηματοδοτικούς φορείς, με την υποχρεωτικότητα να αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών υπό προϋποθέσεις.
Με απλά λόγια ο servicer πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δεν είναι υποχρεωμένος να προσέλθει στη διαπραγμάτευση του εξωδικαστικού εάν δεν το επιθυμεί.
Αυτό σημαίνει ότι στην ουσία η κυβέρνηση ενισχύει την προστασία εκείνου που έχει ήδη καταφέρει να ρυθμίσει με κάποιον τρόπο το δάνειο/δάνεια που χρωστάει. Δεν εξασφαλίζει με το συγκεκριμένο μέτρο ότι κάθε βιώσιμος οφειλέτης θα φτάσει σε ρύθμιση.
Και μετά ήρθαν τα καύσιμα
Οι άλλες δύο εξαγγελίες φωτίζουν μια διαφορετική πλευρά του ίδιου προβλήματος. Η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης αυξάνεται από τα 10 στα 15 λεπτά το λίτρο και, μαζί με την έκπτωση των διυλιστηρίων, η συνολική ελάφρυνση υπολογίζεται στα 20 λεπτά. Για το πετρέλαιο θέρμανσης η κυβέρνηση δεσμεύεται ότι η τιμή θα παραμείνει κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, με την τελική παρέμβαση να αναμένεται πριν από τις 15 Οκτωβρίου. Ουδεμία κουβέντα δεν έχει γίνει ακόμα για το κόστος της αμόλυβδης που έχει φτάσει ήδη στα 2,2 ευρώ το λίτρο στην Αττική και ξεπερνά τα 2,5 ευρώ σε πολλές περιοχές της χώρας.
Και εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον πολιτικό παράδοξο. Η κυβέρνηση επικαλείται την ισχύ και τις αντοχές της οικονομίας, αλλά την ίδια στιγμή χρειάζεται να επιδοτεί την αντλία για να συγκρατήσει το κόστος μετακίνησης και να παρεμβαίνει στην τιμή του πετρελαίου ώστε να περιορίσει το κόστος θέρμανσης. Εκεί βρίσκεται η πολιτική αχίλλειος πτέρνα του κυβερνητικού αφηγήματος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε σήμερα ότι επιλογή της κυβέρνησης είναι να στηρίζει την κοινωνία χωρίς να ναρκοθετεί τις αντοχές της οικονομίας. Μόνο που πολιτικά ανοίγει μια δεύτερη συζήτηση. Γιατί, μετά από περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η οικονομία άντεξε. Είναι ποιος άντεξε μέσα σε αυτήν.
Πεδίο αντιπαράθεσης η Οικονομία
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω οι 120 δόσεις, τα δεκάδες δισεκατομμύρια των ασφαλιστικών οφειλών, οι παρεμβάσεις στους servicers και η ανάγκη επιδότησης των καυσίμων περιγράφουν μια κοινωνική πραγματικότητα πιο σύνθετη από εκείνη ενός απλού οικονομικού success story, όπως την παρουσιάζει το Μαξίμου. Δημιουργείται έτσι ένα προφανές πεδίο αντιπαράθεσης για την αντιπολίτευση.
ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ έχουν τη δυνατότητα να αντιπαραθέσουν στην κυβερνητική εικόνα των μακροοικονομικών επιδόσεων την κατάσταση της πραγματικής οικονομίας. Όχι ισχυριζόμενα ότι η ανάπτυξη δεν υπάρχει ή ότι οι δημοσιονομικοί δείκτες είναι ανύπαρκτοι, αλλά θέτοντας ένα διαφορετικό ερώτημα: Πόσο από την ανάπτυξη έφτασε τελικά στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών;
Και πέραν αυτού, μετά την ανακοίνωση των σημερινών μέτρων, το επικοινωνιακό παιχνίδι θα κριθεί σε μια πολύ απλούστερη ερώτηση, την οποία θέσαμε στην αρχή του κειμένου: Σε μια οικονομία που χαρακτηρίζεται ισχυρή, γιατί χρειάζεται ένας πολίτης 120 μήνες για να ξεχρεώσει;
Κείμενο Δημήτρης Τερζής
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις



















































