Στις αρχές του 2026, ο Έλληνας πολίτης βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή και πολυεπίπεδη οικονομική πίεση που πλήττει τον σκληρό πυρήνα της καθημερινής του διαβίωσης.
Ενώ η χώρα διανύει μια περίοδο έντονων βροχοπτώσεων που διαρκεί σχεδόν ενάμιση μήνα, γεμίζοντας τους ταμιευτήρες και ποτίζοντας τη γη, η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ προχωρά σε αυξήσεις στην τιμή του νερού. Ταυτόχρονα, τα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος συνεχίζουν την ανηφορική τους τροχιά, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ακρίβειας που απειλεί να μετατρέψει τα βασικά αγαθά σε είδη πολυτελείας για τη μέση οικογένεια, την ώρα που η ελληνική βιομηχανία «τιμωρείται» από τις ίδιες τις περιβαλλοντικές της επιτυχίες.
Το παράδοξο του νερού
Είναι τουλάχιστον οξύμωρο το γεγονός ότι, την ώρα που η χώρα «πνίγεται» στις βροχές εδώ και έξι εβδομάδες, ο προγραμματισμός για την τιμολόγηση του νερού κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Οι καταναλωτές βλέπουν τους ουρανούς να ανοίγουν, αλλά τους λογαριασμούς τους να φουσκώνουν. Η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ ανακοίνωσε πρόσφατα ένα γιγαντιαίο επενδυτικό πλάνο ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο αφορά τη συντήρηση του παλαιωμένου δικτύου και τη δημιουργία νέων, σύγχρονων εγκαταστάσεων.
Παρότι η αναβάθμιση των υποδομών είναι τεχνικά απαραίτητη για την αποφυγή απωλειών και τη διασφάλιση της ποιότητας, ο τρόπος χρηματοδότησής τους πέφτει απευθείας στις πλάτες των πολιτών. Η στρατηγική επιλογή για συνεργασίες Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) στις υποδομές ύδρευσης φέρνει μαζί της νέες, μόνιμες επιβαρύνσεις. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η επιβολή ενός ευρώ ως πάγιου τέλους στην ύδρευση και επιπλέον ενός ευρώ στην αποχέτευση.
Για ένα νοικοκυριό που παλεύει με τον πληθωρισμό των τροφίμων και τα ενοίκια, αυτά τα «μικρά» πάγια λειτουργούν αθροιστικά. Η μετατροπή του νερού σε ένα προϊόν που ακολουθεί τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς και των ΣΔΙΤ εγείρει σοβαρά ηθικά και κοινωνικά ερωτήματα. Αν σε περιόδους επάρκειας νερού και έντονων βροχοπτώσεων οι τιμές αυξάνονται για χάρη των υποδομών, η κοινωνία αναρωτιέται με τρόμο τι θα συμβεί σε περιόδους μελλοντικής ξηρασίας. Το νερό, από θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, διολισθαίνει προς την κατηγορία του εμπορεύματος.
Η ενεργειακή ακρίβεια
Το πρόβλημα της ακρίβειας δεν περιορίζεται στην ύδρευση. Στον τομέα της ενέργειας, τα στοιχεία για το 2025 και τις αρχές του 2026 είναι αποκαλυπτικά μιας βαθιάς ανισορροπίας. Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη η μέση αύξηση στα τιμολόγια ρεύματος περιορίστηκε σε ένα πιο διαχειρίσιμο 4%, στην Ελλάδα η άνοδος ήταν διπλάσια, αγγίζοντας το 8%. Το 11μηνο του 2025 υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνο για τα ελληνικά νοικοκυριά, με τη μέση επιβάρυνση να διαμορφώνεται στα 23,78 λεπτά ανά κιλοβατώρα (kWh).
Ακόμη και μετά τις κυβερνητικές επιδοτήσεις και τις προσπάθειες εξορθολογισμού που εξαγγέλθηκαν, το κόστος παραμένει μια ανυπέρβλητη πρόκληση. Η Ελλάδα παραμένει μια από τις πιο ακριβές χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το κόστος ενέργειας σε σχέση με το κατά κεφαλήν εισόδημα. Το κόστος αυτό δεν επιβαρύνει μόνο τον μηνιαίο οικογενειακό προγραμματισμό, αλλά στραγγαλίζει την καθημερινότητα, καθώς μετακυλίεται σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Κάθε αύξηση στην κιλοβατώρα αντανακλάται στην τιμή του ψωμιού, των γαλακτοκομικών και κάθε βασικού είδους ανάγκης.
Η ελληνική «πράσινη» μετάβαση
Η πιο σκοτεινή και ίσως η πιο άδικη πτυχή της τρέχουσας οικονομικής πραγματικότητας κρύβεται πίσω από την ευρωπαϊκή πολιτική για το περιβάλλον. Εδώ συναντάμε το λεγόμενο «ελληνικό παράδοξο». Η Ελλάδα πέτυχε τα τελευταία χρόνια ένα πραγματικό περιβαλλοντικό θαύμα: μείωσε τις εκπομπές ρύπων ταχύτερα και πιο αποφασιστικά από πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. Με το κλείσιμο των περισσότερων λιγνιτικών μονάδων και τη ραγδαία ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), το αποτύπωμα διοξειδίου του άνθρακα στην ηλεκτροπαραγωγή μειώθηκε κατά περίπου 25%.
Ωστόσο, αντί η χώρα να επιβραβευτεί για αυτήν την τεράστια εθνική προσπάθεια, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιδιότυπη ευρωπαϊκή «τιμωρία». Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε από το 2026 να ανακατανείμει τις προβλεπόμενες ενισχύσεις με ένα κριτήριο που μοιάζει παράλογο: Όσο πιο «βρώμικη» παραμένει μια χώρα βιομηχανικά, τόσο περισσότερη βοήθεια λαμβάνει για να αντέξει το κόστος της μετάβασης. Αντίθετα, οι χώρες που «έκαναν τη δουλειά» και έγιναν «πράσινες», όπως η Ελλάδα, βλέπουν τις ενισχύσεις τους να μειώνονται.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι ελληνικές ενεργοβόρες βιομηχανίες να λαμβάνουν πλέον 25% λιγότερα χρήματα σε σχέση με το παρελθόν. Η μείωση αυτή δεν οφείλεται σε πτώση του ενεργειακού τους κόστους – το οποίο παραμένει στα ύψη – αλλά σε μια γραφειοκρατική αλλαγή του τρόπου μέτρησης στις Βρυξέλλες. Οι ελληνικές επιχειρήσεις τιμωρούνται για τη συνέπειά τους, και μαζί τους απειλούνται με νέες επιβαρύνσεις οι Έλληνες καταναλωτές, καθώς το κόστος παραγωγής αυξάνεται δραματικά.
Πίσω από τους αριθμούς, τα ποσοστά και τις επενδύσεις των δισεκατομμυρίων, βρίσκεται ο πολίτης που αισθάνεται απροστάτευτος. Για τον μέσο εργαζόμενο, τον συνταξιούχο και τον άνεργο, οι έννοιες «ενεργειακό μείγμα» και «ΣΔΙΤ» είναι δευτερεύουσες μπροστά στο ερώτημα αν θα μπορέσει να πληρώσει τον λογαριασμό του νερού και του ρεύματος στο τέλος του μήνα.
Η επιβολή των πάγιων τελών στην ύδρευση και την αποχέτευση, σε συνδυασμό με την ακριβή ενέργεια, δημιουργεί μια κατάσταση «ενεργειακής και υδατικής φτώχειας». Όταν τα βασικά αγαθά επιβίωσης απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού, η κατανάλωση σε άλλους τομείς καταρρέει, οδηγώντας σε ύφεση την τοπική αγορά. Επιπλέον, η αίσθηση της αδικίας εντείνεται όταν ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι η χώρα του τιμωρείται από την Ε.Ε. επειδή υπήρξε «καλός μαθητής» στην οικολογία.
Πολιτική παρέμβαση
Η κατάσταση απαιτεί άμεση αναθεώρηση της στρατηγικής. Η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ και η κυβέρνηση οφείλουν να επανεξετάσουν το ύψος των πάγιων επιβαρύνσεων, ειδικά για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Οι επενδύσεις στις υποδομές είναι αναγκαίες, αλλά δεν μπορούν να γίνονται με όρους που καθιστούν το νερό απρόσιτο.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει σθεναρά την αποκατάσταση της αδικίας στις ενισχύσεις. Δεν είναι δυνατόν οι ελληνικές βιομηχανίες να χάνουν πόρους επειδή επένδυσαν στην πράσινη ενέργεια νωρίτερα από άλλους. Η «πράσινη μετάβαση» πρέπει να έχει κοινωνικό πρόσημο, διαφορετικά κινδυνεύει να χάσει την αποδοχή των πολιτών.
Έτσι λοιπόν το 2026 ξεκινά με μια μεγάλη πρόκληση: να διατηρηθούν το νερό και το ρεύμα ως κοινωνικά αγαθά και όχι ως προνόμια των ολίγων. Η Ελλάδα διαθέτει τους πόρους και την τεχνογνωσία, αλλά χρειάζεται μια οικονομική πολιτική που να θέτει τον άνθρωπο πάνω από τους δείκτες. Οι βροχές που ποτίζουν τη χώρα αυτόν τον ενάμιση μήνα είναι μια υπενθύμιση της αφθονίας της φύσης, η οποία όμως δεν φτάνει στον καταναλωτή λόγω στρεβλών τιμολογιακών πολιτικών και άστοχων ευρωπαϊκών αποφάσεων. Ο δρόμος προς το μέλλον πρέπει να είναι «πράσινος», αλλά πάνω από όλα πρέπει να είναι βιώσιμος για το πορτοφόλι του Έλληνα πολίτη.
topontiki.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις























































