«Οι τζαμπατζήδες με εξοργίζουν». Η φράση αποδίδεται συνήθως στον Ντόναλντ Τραμπ. Στην πραγματικότητα, ειπώθηκε για πρώτη φορά από τον Μπαράκ Ομπάμα το 2016 με τον πρώην πρόεδρο να αναφέρεται στους Ευρωπαίους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ. Την ίδια χρονιά, αναλυτές προειδοποιούσαν ότι η Ατλαντική Συμμαχία εισερχόταν σε κρίση, εξαιτίας της αμερικανικής «στροφής προς την Ασία» και της χρόνιας ευρωπαϊκής στρατιωτικής αδυναμίας.
Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, υπό τη δεύτερη προεδρία Τραμπ, οι φόβοι επέστρεψαν — αυτή τη φορά με μεγαλύτερη ένταση και λιγότερα προσχήματα. Δηλώσεις που αμφισβητούν ανοιχτά το Άρθρο 5, υπονοούμενα περί αμερικανικής αποχώρησης από την Ευρώπη, ακόμη και θεωρίες για «διακόπτες απενεργοποίησης» (kill switches) σε αμερικανικά οπλικά συστήματα που θα μπορούσαν να αχρηστεύσουν ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις, τροφοδότησαν ένα κλίμα υπαρξιακής ανασφάλειας. «Η διατλαντική σχέση καταρρέει», δήλωνε ωμά ο πρώην γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Άντερς Φογκ Ράσμουσεν.
Κι όμως, πίσω από τον θόρυβο και την κινδυνολογία, διαμορφώνεται κάτι διαφορετικό, εκτιμά το International Institute for Strategic Studies, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα think tanks για αμυντικά θέματα. Δεν πρόκειται για το τέλος του ΝΑΤΟ, αλλά για μια νέα, πιο σκληρή και πιο ρεαλιστική ισορροπία. Μια ισορροπία λιγότερο συναισθηματική, λιγότερο βασισμένη σε αυταπάτες περί «κοινών δυτικών αξιών» — και ακριβώς γι’ αυτό ενδεχομένως πιο ανθεκτική.
Η κρίση που δεν τελείωσε ποτέ
Οι εντάσεις στο ΝΑΤΟ δεν είναι η εξαίρεση από τον κανόνα· είναι ο ίδιος ο κανόνας. Από το Σουέζ το 1956 και την αποχώρηση της Γαλλίας του Ντε Γκωλ από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας, μέχρι την κρίση των πυρηνικών της δεκαετίας του 1980 και την εισβολή στο Ιράκ το 2003, η διατλαντική συνοχή υπήρξε πάντα εύθραυστη, υπενθυμίζει το ΙΙSS.
Ήδη από το 1962, ο Ρόναλντ Στιλ προέβλεπε «το τέλος της συμμαχίας», επισημαίνοντας ότι μια ανακάμπτουσα Ευρώπη θα ανέπτυσσε αναπόφευκτα πολιτικές φιλοδοξίες ασύμβατες με εκείνες των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί πρόεδροι το γνώριζαν. Ο Κένεντι και ο Τζόνσον απείλησαν τη Γερμανία με μείωση στρατευμάτων αν δεν αγόραζε περισσότερα αμερικανικά όπλα και δεν χρηματοδοτούσε την αμερικανική παρουσία. Ο Ομπάμα, παρά την έμφαση που έδινε στη διεθνή συνεργασία, κατηγόρησε δημόσια τους συμμάχους για απροθυμία να «βάλουν το δέρμα τους στο παιχνίδι».
Το πρόβλημα μοιάζει δομικό και σχεδόν άλυτο: από το 1949, οι Ηνωμένες Πολιτείες απαιτούν από την Ευρώπη να δαπανά περισσότερα για την άμυνα, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνουν κάθε σοβαρή μορφή ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας ή αμυντικής βιομηχανικής ανεξαρτησίας.
Οι Ευρωπαίοι, από την πλευρά τους, θεωρούν — όχι αδικαιολόγητα — ότι αν πληρώνουν περισσότερα, πρέπει να αποφασίζουν για περισσότερα. Η αντίφαση αυτή ποτέ δεν επιλύθηκε. Απλώς «κουκουλωνόταν» από την αμερικανική υπεροχή και την κοινή απειλή της Σοβιετικής Ένωσης.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο κατέστησαν την παλιά ισορροπία μη βιώσιμη. Για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ευρώπη έκρινε πως αντιμετωπίζει μια άμεση, συμβατική στρατιωτική απειλή στα ανατολικά της σύνορα. Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον αντιμετώπιζε την Κίνα ως τον μοναδικό συστημικό αντίπαλο βλέποντας την Ευρώπη ως δευτερεύον θέατρο.
Αυτή η στρατηγική απόκλιση προκαλεί πανικό στους παρατηρητές — αλλά στην πράξη απαντά στα χρόνια αμερικανικά παράπονα για τις ανεπαρκείς ευρωπαικές δαπάνες για την άμυνα. Οταν οι σύμμαχοι κρίνουν ότι μοιράζονται κοινά συμφέροντα, ο πειρασμός του «τζαμπατζή» είναι ισχυρός. Αντίθετα, η απόκλιση συμφερόντων ενθαρρύνει επενδύσεις και ειδίκευση. Ακριβώς αυτό συμβαίνει σήμερα.
Η ευρωπαϊκή εξοπλιστική έκρηξη
Από το 2022 έως το 2024, οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 50%, από 1,3% στο 1,9% του ΑΕΠ, φτάνοντας τα €343 δισ. Νέα προγράμματα της ΕΕ προσέθεσαν επιπλέον €4,5 δισ., ενώ το σχέδιο «Readiness 2030» προβλέπει έως και €860 δισ. σε εθνικό επίπεδο. Το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο εκτοξεύει τις δαπάνες για άμυνα και διάστημα στα $141 δισ. — 13 φορές περισσότερο από πριν.
Ακόμη κι αν οι δεσμεύσεις του 5% δεν υλοποιηθούν ποτέ πλήρως, η τομή έχει ήδη συντελεστεί. Η Ευρώπη δεν «ξυπνά»· τρέχει, επισημαίνει το IISS. Και έχει πλεονεκτήματα που συχνά υποτιμώνται: ισχυρή μεταποιητική βάση, λιγότερο «σφιχτή» αγορά εργασίας, χαμηλότερη κεφαλαιακή ένταση στην αμυντική βιομηχανία — άρα περιθώρια ταχείας αύξησης παραγωγικότητας. Η επένδυση κεφαλαίου στις ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες αυξήθηκε κατά 64% από το 2021, ενώ η φυσική επέκταση εγκαταστάσεων εκτοξεύθηκε κατά 354%.
Το αποτέλεσμα είναι σαφές: η Ευρώπη εξελίσσεται στον βασικό παραγωγό μαζικών πυρομαχικών. Στα βλήματα πυροβολικού, η ευρωπαϊκή παραγωγή έχει ήδη ξεπεράσει πολλαπλάσια την αμερικανική. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια — είναι στρατηγικός καταμερισμός εργασίας.
Συγκριτικό πλεονέκτημα, όχι στρατηγική αυτονομία

Σε αντίθεση με τη ρητορική περί «στρατηγικής αυτονομίας», η πραγματική δυναμική είναι πιο πεζή και πιο αποτελεσματική: συγκριτικό πλεονέκτημα. Η Ευρώπη παράγει καλύτερα και φθηνότερα αυτό που απαιτεί όγκο — πυρομαχικά, χερσαίο εξοπλισμό, βασικές πλατφόρμες. Οι ΗΠΑ κυριαρχούν εκεί όπου απαιτείται τεχνολογικό βάθος, έρευνα και ανάπτυξη όπως και κλίμακα — πυραυλική άμυνα, αεροδιαστημικά συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικός πόλεμος.
Το αποτέλεσμα δεν είναι αποσύνδεση αλλά βαθύτερη διασύνδεση. Η Ευρώπη παραμένει ο μεγαλύτερος πελάτης των ΗΠΑ: το 64% των αμερικανικών εξαγωγών όπλων κατευθύνεται στην Ευρώπη. Παράλληλα, οι ΗΠΑ εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από ευρωπαϊκές — και συμμαχικές — αλυσίδες εφοδιασμού.
Η περίπτωση της Νορβηγίας και της Kongsberg είναι αποκαλυπτική: ευρωπαϊκή καινοτομία, αμερικανική αγορά, παγκόσμια κλίμακα. Οι πύραυλοι NSM και JSM είναι πλέον βασικά όπλα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, παρά το γεγονός ότι δεν σχεδιάστηκαν στις ΗΠΑ. Αυτό δεν αποδυναμώνει την αμερικανική ισχύ — την ενισχύει.
Η νέα διατλαντική ισορροπία είναι αμοιβαία επωφελής αλλά όχι αυτονόητη, σημειώνει το IISS. Μπορεί να καταρρεύσει αν η Ουάσιγκτον υπονομεύσει την αξιοπιστία της ή αν η Ευρώπη παγιδευτεί σε ιδεολογικές εμμονές περί αυτάρκειας. Η ένταση μεταξύ εξάρτησης και αυτονομίας δεν εξαφανίζεται· απλώς γίνεται διαχειρίσιμη.
Το ΝΑΤΟ ωστόσο δεν πεθαίνει. Μετασχηματίζεται σε κάτι λιγότερο ρομαντικό και περισσότερο λειτουργικό. Και ίσως αυτό, όσο κι αν ενοχλεί νοσταλγούς και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, να είναι η καλύτερη δυνατή εξέλιξη, καταλήγει η ανάλυση του ινστιτούτου.
neostrategy.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις























































