Για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια η Άννα Στρατινάκη κινούνταν σταθερά στα ανώτερα κλιμάκια της κρατικής μηχανής, σχεδόν πάντα μακριά από τα φώτα, αλλά πάντοτε κοντά στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Νομικός με ισχυρό τεχνοκρατικό προφίλ, εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο διαχρονικά στελέχη του υπουργείου Εργασίας, επιβιώνοντας πολιτικών αλλαγών, κυβερνητικών εναλλαγών και μνημονιακών αναταράξεων. Για πολλούς υπουργούς υπήρξε «χρήσιμη», για το Μέγαρο Μαξίμου «αξιόπιστη», για τους επικριτές της όμως ένα πρόσωπο-σύμβολο μιας διοίκησης που λειτουργεί χωρίς επαρκή λογοδοσία. Σήμερα, μετά την παραίτησή της από τη θέση του υποδιοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς εν μέσω του σκανδάλου της υπόθεσης Παναγόπουλου, η πορεία της μοιάζει να έχει μπει σε τροχιά απότομης καθόδου.

Γεννημένη το 1971 στην Αθήνα, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και με σπουδές στη Νομική Θεσσαλονίκης και μεταπτυχιακό στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, η Στρατινάκη μπήκε νωρίς στον πυρήνα της δημόσιας διοίκησης. Η άνοδός της ξεκίνησε επί ΠΑΣΟΚ, την περίοδο της πρώτης μνημονιακής διακυβέρνησης, όταν με αναπληρωτή υπουργό Εργασίας τον Γιώργο Κουτρουμάνη τοποθετήθηκε γενική γραμματέας. Παρέμεινε και τα επόμενα χρόνια, ισχυροποιούμενη επί Γιάννη Βρούτση στην κυβέρνηση Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ, σε μια περίοδο που η αγορά εργασίας αναδιαμορφωνόταν βίαια. Τότε υπέγραψε την περιβόητη εγκύκλιο της 12ης Μαρτίου 2012 για τον υποκατώτατο μισθό των νέων έως 25 ετών, που καθόριζε αμοιβές περίπου 440 ευρώ καθαρά. Η «εγκύκλιος Στρατινάκη», όπως έμεινε να λέγεται, θεωρήθηκε από πολλούς συνδικαλιστές και εργαζόμενους ως μία από τις πιο σκοτεινές αποφάσεις εκείνης της περιόδου, συνδεδεμένη με το κύμα φυγής νέων στο εξωτερικό.

Παρά το πολιτικό κόστος, η ίδια δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, το 2019, με την επιστροφή της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία, επανήλθε στο προσκήνιο ακόμη πιο ενισχυμένη. Διετέλεσε ξανά γενική γραμματέας Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων έως το 2024, αναλαμβάνοντας κρίσιμους φακέλους, όπως τα μέτρα στήριξης της πανδημίας και τον μηχανισμό ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ έως τα προγράμματα κατάρτισης και τα κοινοτικά κονδύλια. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρήθηκε «πολυεργαλείο», ένα στέλεχος που μπορούσε να διαχειριστεί πολύπλοκες διαδικασίες χωρίς πολιτικές τριβές.

Ταυτόχρονα, όμως, άρχισαν να συσσωρεύονται καταγγελίες και επικριτικά ρεπορτάζ. Αναφορές έκαναν λόγο για κεντρικό ρόλο στη διαχείριση προγραμμάτων τηλεκατάρτισης με προβληματικούς χειρισμούς, για συγκρότηση ομάδας εργασίας με αποζημιώσεις, της οποίας το έργο διήρκεσε μόλις μία ημέρα, αλλά και για αποφάσεις που έδιναν την εικόνα ενός κλειστού διοικητικού κύκλου χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.

Παράλληλα, το όνομά της εμφανίστηκε σε μια εντελώς διαφορετική υπόθεση δημοσιότητας, όταν ο πρώην παρουσιαστής Μένιος Φουρθιώτης δημοσιοποιούσε μηνύματα από επικοινωνίες του με κυβερνητικά στελέχη, υπήρχαν και ανταλλαγές sms με την ίδια. Ο ίδιος, που αρχικά της επιτίθετο δημόσια αποκαλώντας την «ντροπή του υπουργείου», στη συνέχεια την φιλοξενούσε στην εκπομπή του και την εγκωμίαζε, κάτι που προκάλεσε ερωτήματα και αμηχανία στο πολιτικό παρασκήνιο.

Ακόμη και η προσωπική της ζωή βρέθηκε στο στόχαστρο της δημοσιότητας. Δημοσιεύματα ανέφεραν ότι ο προγραμματισμένος γάμος της την άνοιξη του 2024 στην Πολιτεία, με κουμπάρους δύο υπουργούς και προσκεκλημένο μεγάλο μέρος του υπουργικού συμβουλίου, αναβλήθηκε ύστερα από πιέσεις του Μαξίμου, καθώς θεωρήθηκε ότι η επίδειξη χλιδής θα δημιουργούσε πολιτικές εντυπώσεις.

Παρά τα σύννεφα, το φθινόπωρο του 2024 ο Τάκης Θεοδωρικάκος ανακοίνωσε ότι αναλαμβάνει Συνήγορος του Καταναλωτή. Λίγο αργότερα, με τη δημιουργία της νέας Ανεξάρτητης Αρχής για την Προστασία του Καταναλωτή και τον Έλεγχο της Αγοράς, προτάθηκε για υποδιοικήτρια. Η τοποθέτησή της έμοιαζε σχεδόν δεδομένη. Δεν ολοκληρώθηκε όμως ποτέ.

Η αιφνίδια παραίτησή της, με επίκληση οικογενειακών λόγων υγείας, συνέπεσε με την αποκάλυψη του σκανδάλου της υπόθεσης Παναγόπουλου. Η Αρχή για το Ξέπλυμα ερευνούσε υπεξαίρεση περίπου 2 εκατ. ευρώ από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για προγράμματα κατάρτισης, μέσω εταιρειών-«οχημάτων», και ανάμεσα στα πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται είναι και ο σύζυγός της. Το γεγονός ότι η ίδια είχε πολυετή εποπτεία στον χώρο των συγκεκριμένων κονδυλίων έκανε αναπόφευκτη τη σύνδεση του ονόματός της με την υπόθεση.

Η Στρατινάκη αντέδρασε με δημόσια ανακοίνωση, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε καμία αρμοδιότητα στη διαχείριση των κονδυλίων. Επέμεινε ότι ο ρόλος της ήταν εισηγητικός και ότι την τελική ευθύνη και υπογραφή είχαν οι εκάστοτε υπουργοί Εργασίας. Τόνισε πως από τον Δεκέμβριο του 2021 και μετά δεν είχε καν θεσμική εμπλοκή με το αντικείμενο της κατάρτισης, μιλώντας για «σκόπιμα και συκοφαντικά» δημοσιεύματα που εργαλειοποιούν την προσωπική της ζωή για την πολιτική της εξόντωση. Παρά τις διαψεύσεις, η πολιτική πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η τοποθέτησή της ακυρώθηκε, η παρουσία της από τα κυβερνητικά σχήματα σταμάτησε και, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν κατέχει καμία θεσμική θέση. Το ερώτημα για το τι θα κάνει τώρα δεν έχει επίσημη απάντηση, όμως όλα δείχνουν μια αναγκαστική αποχώρηση από την πρώτη γραμμή.

 

topontiki.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις