Άρθρο 16 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, 1789: «Κάθε κοινωνία στην οποία η εγγύηση των δικαιωμάτων δεν διασφαλίζεται και η διάκριση των εξουσιών δεν καθορίζεται, δεν έχει Σύνταγμα».
Αναρτήθηκε την 5.6.2026 ηλεκτρονικά η προδικαστική απόφαση 709/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδόθηκε επί της αίτησης ακύρωσης του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη για την υπόθεση της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του το καλοκαίρι του 2020. Η αίτηση στρεφόταν κατά της υπ’ αριθ. 1208/16.4.2025 πράξης του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), καθώς και κατά της άρνησης της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) να θέσει υπόψη της ΑΔΑΕ τον υπηρεσιακό φάκελο. Το Δικαστήριο, με την απόφασή του, ανέβαλε την οριστική του κρίση, διατάσσοντας την ΕΥΠ να διαβιβάσει απευθείας στο Δικαστήριο τον φάκελο εντός τριμήνου, ή να προβεί σε ανασύστασή του σε περίπτωση καταστροφής του.
Καταρχάς, το Δικαστήριο καταγράφει σειρά αντιφατικών δηλώσεων και ενεργειών της ΕΥΠ μετά από τη λήξη της παρακολούθησης του κ. Κουκάκη. Η ΕΥΠ αρχικά δήλωσε ότι υπήρχε ενδεχόμενο καταστροφής του φακέλου, ακολούθως διαβεβαίωσε την ΑΔΑΕ ότι οι εισαγγελικές διατάξεις ήταν κανονικά καταχωρισμένες, αλλά αρνήθηκε την πρόσβαση λόγω απορρήτου και τέλος, σε ερώτημα του Δικαστηρίου, απάντησε ότι οι επίμαχες αιτήσεις της ΕΥΠ προς τον Εισαγγελέα δεν ανευρέθηκαν. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι αντιφατικές δηλώσεις των οργάνων της ΕΥΠ, καθώς και η άρνησή της να θέσει υπόψη της ΑΔΑΕ τον φάκελο του κ. Κουκάκη ή οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός για τον οποίο επιβλήθηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του, αλλά και το αν διακυβεύεται ο σκοπός αυτός από τη γνωστοποίηση, προσβάλλουν το απαραβίαστο της επικοινωνίας του, το δικαίωμα διασφάλισης των προσωπικών δεδομένων του και το δικαίωμά του σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Σε συνέχεια της ανωτέρω παραδοχής, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει την πάγια νομολογία του ότι η Διοίκηση υποχρεούται να διαβιβάσει ακόμη και απόρρητα κατά τον νόμο έγγραφα, προκειμένου το Δικαστήριο να τα εξετάσει σε μυστική συνεδρίαση και, εάν θεωρήσει δικαιολογημένο τον απόρρητο χαρακτήρα τους, να αποφανθεί επί της νομιμότητας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης χωρίς να τα θέσει υπόψη του αιτούντα. Σε αντίθετη περίπτωση, θα αναβάλλει, με νέα προδικαστική απόφασή του, την οριστική κρίση για την υπόθεση, προκειμένου ο αιτών να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών και να διατυπώσει τις απόψεις του.
Το Δικαστήριο διακηρύσσει εμφατικά ότι με την αιτιολογία των ατομικών διοικητικών πράξεων η κρατική εξουσία ενεργεί έχοντας ως θεμέλιο της δράσης της τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του Συντάγματος, υπηρετεί τις αρχές του κράτους δικαίου και της νομιμότητας, παρέχει δε στο Δικαστήριο τη δυνατότητα, όταν ασκείται το ατομικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας, να ελέγξει κατά πόσο η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη εκδόθηκε εντός του πλαισίου που καθορίζουν οι διέποντες τη σχέση διοίκησης και πολίτη κανόνες.
Το Δικαστήριο κατέληξε επομένως στην αναβλητική του απόφαση προκειμένου να μπορέσει να ασκήσει τον ακυρωτικό έλεγχο του επί της προσβαλλόμενης πράξης και να παράσχει στον αιτούντα επίκαιρη και λυσιτελή δικαστική προστασία.
Με την παραπάνω κρίση του, το Συμβούλιο της Επικρατείας αναδεικνύεται εκ νέου στον κατεξοχήν θεσμικό εγγυητή του κράτους δικαίου και του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στη σύγχρονη εποχή, η πολυπλοκότητα των κρατικών μηχανισμών και η επίκληση κινδύνων εθνικής ασφαλείας καθιστούν επιτακτική την οριοθέτηση της διοικητικής δράσης μέσω του δικαστικού ελέγχου. Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για αυτούς τους λόγους πρέπει να υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις, με γνώμονα την προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων έναντι της εκτελεστικής εξουσίας.
Σε αρμονία με το άρθρο 16 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, η απόφαση πραγματώνει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Το Δικαστήριο, απαιτώντας την απευθείας διαβίβαση του φακέλου, διεκδικεί ενεργό ρόλο του στην αναζήτηση της ουσιαστικής νομιμότητας. Στο πλαίσιο της συνταγματικής του αρμοδιότητας, διασφαλίζει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των στοιχείων που οδήγησαν στον περιορισμό του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, θέτοντας σαφή όρια στη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφοριών.
Η στάση αυτή αποκτά κρίσιμη σημασία σε μια περίοδο γενικευμένης κρίσης εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στη δικαστική εξουσία και τους θεσμούς εν γένει. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν ενεργεί ανεύθυνα ή μαξιμαλιστικά. Αντιθέτως, αξιώνοντας την εξέταση των απόρρητων στοιχείων σε μυστική συνεδρίαση, επιτυγχάνει τη βέλτιστη δικαιοκρατική στάθμιση ανάμεσα στην προστασία των ευαίσθητων κρατικών πληροφοριών και την αποτελεσματική δικαστική προστασία του πολίτη.
Εν κατακλείδι, η προδικαστική κρίση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου κατοχυρώνει την ισχύ και την αποτελεσματικότητα των κανόνων του κράτους δικαίου απέναντι σε κάθε κρατικό μηχανισμό. Η εγρήγορση της διοικητικής δικαιοσύνης λειτουργεί θεσμικά ως εγγύηση του πολιτεύματος, στη βάση της κανονιστικής προτεραιότητας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Γιώργος Σταματιάδης
(Του Γιώργου Σταματιάδη, πληρεξουσίου δικηγόρου του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, εταίρου της Δικηγορικής Εταιρίας Κεσσές-Νικολόπουλος-Σταματιάδης & Συνεργάτες)
dnews.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις





















































