Την ώρα που η Ελλάδα υλοποιεί το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα των τελευταίων δεκαετιών, ένα ερώτημα αρχίζει να διατυπώνεται ολοένα και πιο συχνά όχι μόνο στους στρατιωτικούς κύκλους αλλά και μέσα στην ίδια την αμυντική βιομηχανία της χώρας: μήπως η Αθήνα επένδυσε δισεκατομμύρια στον πόλεμο του χθες, την ώρα που ο πόλεμος του αύριο εξελίσσεται ήδη μπροστά στα μάτια της;
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική κοινή γνώμη παρακολούθησε την απόκτηση των γαλλικών μαχητικών Rafale, την παραγγελία των φρεγατών Belharra, την ένταξη στο πρόγραμμα των F-35 και μια σειρά ακόμη εξοπλιστικών προγραμμάτων που ανεβάζουν το συνολικό κόστος σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται αναμφίβολα για συστήματα υψηλής τεχνολογίας που ενισχύουν σημαντικά την αποτρεπτική ισχύ της χώρας και διατηρούν την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται στον τέταρτο χρόνο του, καθώς οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα αναγκάζουν πανίσχυρους στόλους να αναμετρώνται με φθηνά μη επανδρωμένα συστήματα και καθώς η εμπειρία του Ναγκόρνο Καραμπάχ έχει ήδη ανατρέψει παραδοσιακά στρατιωτικά δόγματα, πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι η επόμενη μεγάλη στρατιωτική επανάσταση δεν θα καθοριστεί από τα ακριβότερα αεροσκάφη ή τις ισχυρότερες φρεγάτες, αλλά από drones, ηλεκτρονικό πόλεμο, τεχνητή νοημοσύνη και δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ελληνική αντίφαση.
Ενώ η χώρα επένδυε τεράστια ποσά σε εισαγόμενα οπλικά συστήματα, σημαντικά εγχώρια προγράμματα παρέμεναν επί χρόνια χωρίς την απαραίτητη χρηματοδότηση, χωρίς σταθερό χρονοδιάγραμμα παραγωγής και χωρίς την πολιτική προτεραιότητα που θα περίμενε κανείς σε μια εποχή όπου τα μη επανδρωμένα συστήματα καθορίζουν όλο και περισσότερο τις εξελίξεις στο πεδίο μάχης.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ίσως ο «Κένταυρος», το anti-drone σύστημα της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας. Πρόκειται για ένα σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου σχεδιασμένο να εντοπίζει, να παρεμβάλλει και να εξουδετερώνει εχθρικά drones χωρίς τη χρήση ακριβών πυραύλων. Η επιχειρησιακή του αξιοποίηση στην Ερυθρά Θάλασσα έδειξε ότι η Ελλάδα διαθέτει τεχνογνωσία σε έναν τομέα που θεωρείται πλέον κρίσιμος για τις σύγχρονες επιχειρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, το πρόγραμμα πέρασε για χρόνια σχεδόν απαρατήρητο από την πολιτική και δημόσια συζήτηση.

Παρόμοια είναι η εικόνα και για τον «ΑΡΧΥΤΑ», το ελληνικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος που αναπτύχθηκε από κοινοπραξία με επικεφαλής την ΕΑΒ και θα παρουσιαστεί επίσημα και στη ΔΕΘ. Το πρόγραμμα παρουσιάστηκε ως η απαρχή μιας ελληνικής παρουσίας στον χώρο των UAV, με χαρακτηριστικά υπέρτερα του τουρκικού Bayaktar, όμως η πορεία του υπήρξε αργή και υποχρηματοδοτούμενη από το επίσημο κράτος. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία κατάφερνε να δημιουργήσει μια ολόκληρη βιομηχανία drones με παγκόσμια παρουσία, μετατρέποντας εταιρείες όπως η Baykar σε σύμβολα τεχνολογικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η περίπτωση του «Υπερίωνα», ενός ακόμη εγχώριου προγράμματος της ΕΑΒ που φιλοδοξεί να προσφέρει προηγμένες δυνατότητες επιτήρησης και επιχειρησιακής υποστήριξης. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, η τεχνολογική φιλοδοξία φαίνεται να ξεπερνά τη χρηματοδοτική και πολιτική βούληση που απαιτείται για να μετατραπεί ένα πρωτότυπο σε επιχειρησιακό σύστημα.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με στελέχη της αμυντικής αγοράς, δεν είναι ότι η Ελλάδα απέκτησε Rafale ή Belharra. Κανείς σοβαρός στρατιωτικός αναλυτής δεν υποστηρίζει ότι η χώρα μπορεί να προστατεύσει τον εναέριο και θαλάσσιο χώρο της χωρίς σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη και ισχυρές μονάδες επιφανείας. Η γεωγραφία του Αιγαίου και η φύση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης καθιστούν τέτοιες δυνατότητες απολύτως αναγκαίες. Το ερώτημα που τίθεται είναι διαφορετικό: αν η αναλογία των επενδύσεων ανταποκρίνεται πραγματικά στις απαιτήσεις του σύγχρονου πολέμου. Γιατί ενώ η χώρα δαπάνησε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για παραδοσιακές πλατφόρμες, δεν κατάφερε να δημιουργήσει εγκαίρως ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα μη επανδρωμένων συστημάτων, ηλεκτρονικού πολέμου και αμυντικής καινοτομίας αντίστοιχο με αυτό που ανέπτυξαν άλλες χώρες της περιοχής.
Η σύγκριση με την Τουρκία είναι αναπόφευκτη. Μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, η Άγκυρα δεν απέκτησε απλώς drones. Δημιούργησε μια ολόκληρη αλυσίδα αξίας που περιλαμβάνει σχεδίαση, παραγωγή, λογισμικό, αισθητήρες, πυρομαχικά, εξαγωγές και διεθνή παρουσία. Τα τουρκικά UAV δεν αποτελούν μόνο στρατιωτικό εργαλείο αλλά και εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα, αντίθετα, εξακολουθεί να προσπαθεί να μετατρέψει αξιόλογες τεχνολογικές πρωτοβουλίες σε πραγματική βιομηχανική και επιχειρησιακή ισχύ.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο ερώτημα. Αν ο πόλεμος της επόμενης δεκαετίας θα διεξάγεται από σμήνη drones, αυτόνομα συστήματα, αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης και ηλεκτρονικές επιθέσεις, τότε πόσο αποτελεσματικό είναι ένα αμυντικό μοντέλο που συνεχίζει να δίνει το μεγαλύτερο μέρος των πόρων του σε ακριβές παραδοσιακές πλατφόρμες;
Η ελληνική κυβέρνηση έχει πλέον αναγνωρίσει τη σημασία της αμυντικής καινοτομίας και προωθεί νέες πρωτοβουλίες χρηματοδότησης. Όμως για αρκετούς ειδικούς, το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά το τι σχεδιάζεται σήμερα. Αφορά το γιατί η χώρα άργησε τόσο πολύ να κινηθεί σε έναν τομέα που είχε ήδη αναδειχθεί ως καθοριστικός για το μέλλον των συγκρούσεων.
Η Ελλάδα ανακαλύπτει τα drones, αλλά ποιος θα πληρώσει για να πετάξουν;
Την ώρα που οι πόλεμοι στην Ουκρανία, στη Μέση Ανατολή και στην Ερυθρά Θάλασσα επιβεβαιώνουν ότι τα drones έχουν μετατραπεί σε πρωταγωνιστές του σύγχρονου πεδίου μάχης, η Ελλάδα ετοιμάζεται να παρουσιάσει ίσως τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα επίδειξη εγχώριων μη επανδρωμένων συστημάτων.
Στην Ανδραβίδα, στο Παλαιοχώρι και στις περιοχές του Ιονίου, η διακλαδική άσκηση «Δούρειος Ίππος-26» φιλοδοξεί να αποτελέσει κάτι πολύ περισσότερο από μια στρατιωτική άσκηση. Θεωρητικά, πρόκειται για το πρώτο σοβαρό τεστ ενός ελληνικού οικοσυστήματος drones, anti-drone συστημάτων, περιπλανώμενων πυρομαχικών και αυτόνομων θαλάσσιων μέσων.
Πρακτικά όμως, το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά την τεχνολογία. Αφορά τη χρηματοδότηση. Γιατί η Ελλάδα φαίνεται να διαθέτει πλέον κάτι που δεν είχε πριν από λίγα χρόνια: εταιρείες, τεχνογνωσία, πρωτότυπα συστήματα, μηχανικούς και επιχειρησιακή εμπειρία. Η αλήθεια για τους Έλληνες κατασκευαστές, είναι ότι πολλοί ξένοι πελάτες που ενδιαφέρονται για τα συστήματα αυτά, θέτουν το ερώτημα: γιατί δεν τα έχουν αγοράσει οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Ενδιαφέρον… Και δύσκολο να απαντηθεί. Σε κάθε περίπτωση, ο «Δούρειος Ίππος» συγκεντρώνει για πρώτη φορά ένα μεγάλο μέρος του εγχώριου αμυντικού οικοσυστήματος.
- Η ΕΑΒ έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξη του ΑΡΧΥΤΑ, του Κένταυρου και της εξέλιξη του Υπερίωνα, δηλαδή των πιο γνωστών ελληνικών προγραμμάτων στον χώρο των μη επανδρωμένων και anti-drone τεχνολογιών.
- Η ALTUS παρουσιάζει UAV που έχουν ήδη αξιοποιηθεί από τη FRONTEX, το ΝΑΤΟ και ελληνικούς κρατικούς φορείς.
- Η Ucandrone του EFA Group αναπτύσσει έξυπνα μη επανδρωμένα εναέρια συστήματα.
- Η Trygons εισάγει ελληνικές λύσεις στον χώρο των μη επανδρωμένων θαλάσσιων μέσων.
- Η SAS Technology αναπτύσσει ακόμη και πλατφόρμες τύπου MALE, κατηγορία στην οποία δραστηριοποιούνται σήμερα ελάχιστες ευρωπαϊκές εταιρείες.
- Η Delian Alliance Industries έχει προσελκύσει διεθνές ενδιαφέρον με συστήματα επιτήρησης και anti-drone εφαρμογές βασισμένες στην τεχνητή νοημοσύνη.
Πρόκειται για ένα οικοσύστημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που γνώριζε η Ελλάδα πριν από πέντε χρόνια. Και ίσως για πρώτη φορά η χώρα φαίνεται να διαθέτει κρίσιμη μάζα τεχνογνωσίας.
Το ερώτημα του ενός δισεκατομμυρίου
Ωστόσο η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν υπάρχουν ελληνικές λύσεις, αλλά αν αυτές οι λύσεις θα βρουν χρηματοδότηση. Οι περισσότερες εταιρείες που θα εμφανιστούν στον «Δούρειο Ίππο» διαθέτουν προϊόντα που έχουν ήδη φτάσει σε υψηλό επίπεδο τεχνολογικής ωριμότητας. Ορισμένα έχουν δοκιμαστεί επιχειρησιακά. Και όμως, μέχρι σήμερα ελάχιστα έχουν μετατραπεί σε προγράμματα μαζικής παραγωγής για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Το ερώτημα είναι απλό: Αν οι ελληνικές εταιρείες αποδείξουν στο πεδίο ότι τα συστήματά τους λειτουργούν, θα ακολουθήσουν πραγματικές παραγγελίες; Ή θα προστεθούν σε μια μακρά λίστα ελληνικών τεχνολογιών που εντυπωσίασαν στις δοκιμές αλλά δεν πέρασαν ποτέ στη φάση της επιχειρησιακής αξιοποίησης;

Το μάθημα της Τουρκίας
Η Τουρκία δεν έγινε δύναμη στα drones επειδή διοργάνωσε περισσότερες ασκήσεις. Έγινε επειδή το κράτος χρηματοδότησε επίμονα την ανάπτυξη, αποδέχθηκε το ρίσκο και παρήγγειλε συστήματα πριν ακόμη αυτά τελειοποιηθούν. Τα Bayraktar δεν έγιναν παγκόσμιο προϊόν επειδή παρουσιάστηκαν σε εκθέσεις. Έγιναν επειδή αγοράστηκαν μαζικά από τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.
topontiki.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις


















































