Υποδομές δισεκατομμυρίων, αλλά οι μισοί πολίτες χωρίς βασικές γνώσεις

Βαθιά αντιφατική είναι η εικόνα που εκπέμπει η Ελλάδα ως προς το ζήτημα του ψηφιακού μετασχηματισμού της καθώς από τη μία επενδύει σε υποδομές αιχμής, συμμετέχει σε ευρωπαϊκά τεχνολογικά σχήματα και αναπτύσσει στρατηγικά έργα σε τεχνητή νοημοσύνη, κβαντικές επικοινωνίες και ημιαγωγούς, ενώ από την άλλη σχεδόν οι μισοί πολίτες στερούνται έστω και των βασικών ψηφιακών δεξιοτήτων και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν έναν ακόμα αδύναμο κρίκο στην ψηφιακή αλυσίδα της προόδου.

 

Την ίδια στιγμή, παρόλο που ένας στους τρεις δηλώνει ότι έχει εκτεθεί σε ψευδές ή αμφίβολης αξιοπιστίας περιεχόμενο, τα ποσοστά επαλήθευσης των πληροφοριών πέφτουν δραματικά ειδικά μεταξύ των νέων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο σύνολο του πληθυσμού, η επαλήθευση πληροφοριών μειώθηκε από 18,66% το 2023 σε 9,78% το 2025, ενώ στην ηλικιακή ομάδα 16 – 24 ετών, το ποσοστό κατρακύλησε από 25,49% σε μόλις 9,01%, όταν στην ΕΕ το φαινόμενο έχει αντίστροφη πορεία.

 

Ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία που περιλαμβάνει η έκθεση και για τις ψηφιακές δεξιότητες των πολιτών καθώς το 2025, μόλις το 50,96% των ατόμων ηλικίας 16 – 74 ετών στην Ελλάδα διέθετε τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες με το ποσοστό αυτό όχι μόνο να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (60,40%), αλλά να παρουσιάζει και υποχώρηση σε σχέση με το 2023, όταν βρισκόταν στο 52,4%. Αυτό σημαίνει ότι ενώ η Ευρώπη προχωρά με ετήσια αύξηση περίπου 4,3% σε αυτόν τον δείκτη, η Ελλάδα κινείται αντίστροφα, καταγράφοντας μείωση 1,4%, με την εικόνα να επιδεινώνεται όταν εξετάζονται οι επιμέρους κοινωνικές ομάδες. Βάσει των στοιχείων, μεταξύ των ατόμων χαμηλού ή καθόλου μορφωτικού επιπέδου, μόλις το 22,62% διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, στις ηλικίες 55 – 74 ετών, το ποσοστό περιορίζεται στο 29,74%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 42,6%.

 

Αντίθετα, οι νέοι 16 – 24 ετών εμφανίζουν καλύτερη εικόνα, με 79,24%, ξεπερνώντας μάλιστα και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (74,55%), χωρίς ωστόσο αυτή η «νησίδα υπεροχής» να αρκεί για να αντισταθμίσει τη συνολική υστέρηση του πληθυσμού. Εμφανείς είναι και οι γεωγραφικές ανισότητες, καθώς στις αστικές περιοχές το 57,29% διαθέτει βασικές δεξιότητες, ενώ στην ύπαιθρο μόλις το 35,47%.

 

Παρά τις χαμηλές πτήσεις που καταγράφει η χώρα μας στο θέμα των δεξιοτήτων, ωστόσο, ιδιαίτερα υψηλές είναι επιδόσεις στη χρήση εργαλείων παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (Generative AI), καθώς το 44,09% των πολιτών στην Ελλάδα χρησιμοποίησε τέτοιες τεχνολογίες το 2025, έναντι 32,66% στην Ευρωπαϊκή Ένωση με το 16,07% των πολιτών να δηλώνει ότι χρησιμοποιεί τέτοιες εφαρμογές για επαγγελματικούς σκοπούς, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (15,36%).

 

Σε κάθε περίπτωση η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως ιδιαίτερα ανησυχητική τη διεύρυνση του ψηφιακού χάσματος και τη μείωση του ποσοστού των πολιτών που διαθέτουν βασικές ψηφιακές γνώσεις. Για τον λόγο αυτό ζητά από την Ελλάδα να δώσει προτεραιότητα σε στοχευμένες παρεμβάσεις για τις κοινωνικές ομάδες που εμφανίζουν τις χαμηλότερες επιδόσεις και πιο συγκεκριμένα σε άτομα χωρίς τυπική εκπαίδευση ή με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, σε πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας και σε κατοίκους αγροτικών και απομακρυσμένων περιοχών.

 

Το πρόβλημα, πάντως, δεν φαίνεται να περιορίζεται στους απλούς χρήστες αφού και οι ειδικοί ΤΠΕ αντιστοιχούν μόλις στο 2,5% της συνολικής απασχόλησης χωρίς καμία βελτίωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, όταν στην Ευρώπη το ποσοστό είναι περίπου διπλάσιο. Η Ελλάδα, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, έχει θέσει στόχο να φτάσει στο 4,5% έως το 2030, όμως η απόσταση παραμένει μεγάλη, δεδομένου ότι ακόμα και η αύξηση των ειδικών σε απόλυτους αριθμούς από 93.400 το 2021 σε 110.400 το 2025, δεν αρκεί για να την καλύψει.

 

Να σημειωθεί πως σε ό,τι αφορά την κατανομή πόρων, η Ελλάδα κατευθύνει σημαντικό ποσοστό στον ψηφιακό μετασχηματισμό μέσω ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων. Συγκεκριμένα, το 22% του συνολικού Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αφορά δράσεις ψηφιακού χαρακτήρα, με το σχετικό κονδύλι να ανέρχεται σε 7,8 δισ. ευρώ, ενώ μέσω της Πολιτικής Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χώρα διαθέτει επιπλέον 3,1 δισ. ευρώ για την ψηφιακή μετάβαση, ποσό που αντιστοιχεί στο 15% του συνολικού προϋπολογισμού των πόρων συνοχής που αναλογούν στην Ελλάδα.

 

Αγεφύρωτο το ψηφιακό χάσμα και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Την ώρα που οι μεγάλες επιχειρήσεις κινούνται ταχύτερα, υιοθετώντας τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), cloud και ανάλυσης δεδομένων, με ρυθμούς ανάπτυξης συχνά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως συμβαίνει με τη χρήση ΤΝ που εκτινάχθηκε στο 37,58%, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας πασχίζουν να μην χάσουν το ψηφιακό τρένο. Πρακτικά έχουν ήδη διαμορφωθεί συνθήκες δύο ψηφιακών ταχυτήτων στην ελληνική επιχειρηματικότητα αφού στις μικρές επιχειρήσεις η χρήση AI υποχωρεί, το cloud παραμένει περιορισμένο και η συνολική ψηφιακή ωριμότητα κινείται με …ρυθμούς χελώνας.

 

Το 2025, μόλις το 55,95% των ελληνικών ΜμΕ διέθετε βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης, έναντι 71,39% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα ξεκινά από χαμηλή βάση (43,26% το 2023), αλλά ακόμη και με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης δεν καταφέρνει να καλύψει το χάσμα. Οι ΜμΕ που φτάνουν σε πολύ υψηλό επίπεδο ψηφιακής ωριμότητας παραμένουν μόλις στο 5,91%, όταν στην ΕΕ είναι 9,07%. Την πραγματικότητα καταδεικνύει και η περαιτέρω εξέταση τεχνολογιών που συνδέονται άμεσα με την παραγωγικότητα:

  • Η χρήση cloud computing βρίσκεται στο 21,25%, όταν στην ΕΕ αγγίζει το 46,69%
  • Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης υποχωρεί στο 8,93%, έναντι σχεδόν 20% στην Ευρώπη
  • Μόνο το 40,76% των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί έστω μία προηγμένη τεχνολογία (AI, cloud ή data analytics), έναντι 63,2% στην ΕΕ.

 

Το έλλειμμα των ελληνικών επιχειρήσεων αγγίζει και το ζήτημα της κυβερνοασφάλειας δεδομένου ότι το 2024 μόλις το 36,3% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα εφάρμοζε τουλάχιστον πέντε βασικά μέτρα κυβερνοασφάλειας από τα έντεκα που παρακολουθεί η Eurostat, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφθανε το 56,85%.

 

Καλύτερα στις ψηφιακές υπηρεσίες, αλλά όχι με όρους προσβασιμότητας

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ψηφιακή μετάβαση αποκαλύπτει ότι στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες η εικόνα είναι σαφώς πιο θετική. Η Ελλάδα προσεγγίζει ή και υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε αρκετούς δείκτες, ιδιαίτερα στις εγχώριες υπηρεσίες προς πολίτες και επιχειρήσεις. Η χρήση e-government αυξάνεται, η υποστήριξη χρηστών είναι υψηλή και η ψηφιακή υγεία παρουσιάζει θεαματική βελτίωση, ενώ οι προσυμπληρωμένες διαδικασίες τοποθετούν τη χώρα μεταξύ των πιο προχωρημένων στην Ευρώπη.

 

Την ίδια στιγμή όμως με βαθμολογία …κάτω από τη βάση σε κρίσιμους δείκτες φαίνεται ότι αξιολογούνται οι ψηφιακές υπηρεσίες του Δημοσίου αναφορικά με τα ζητήματα προσβασιμότητας. Σύμφωνα με την 5η Έκθεση Παρακολούθησης Ψηφιακής Προσβασιμότητας που έθεσε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, παρά την τυπική συμμόρφωση με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/2102 και το ειδικό θεσμοθετημένο πλαίσιο WCAG 2.1, διαπιστώνεται εκτεταμένο έλλειμμα ουσιαστικής προσβασιμότητας.

 

Από τις 446 ψηφιακές υπηρεσίες που εξετάστηκαν (ιστότοποι, εφαρμογές και PDF), μεγάλο ποσοστό εμφανίζει συστημικές αδυναμίες. Συγκεκριμένα, το 46,71% των προβλημάτων αφορά την αντιληπτικότητα, δηλαδή το αν ο πολίτης μπορεί να κατανοήσει το περιεχόμενο, το 28,45% αφορά τη χρηστικότητα, ενώ το 22,60% συνδέεται με τεχνική «στιβαρότητα». Μόλις το 2,23% σχετίζεται με την κατανοησιμότητα, στοιχείο που δείχνει ότι το πρόβλημα είναι η ίδια η πρόσβαση στο περιεχόμενο.

 

Χειρότερη είναι η εικόνα στις εφαρμογές για κινητές συσκευές, όπου το 74,40% των αποκλίσεων αφορά το κατά πόσο το περιεχόμενο γίνεται αντιληπτό. Ακόμη και τα PDF, που αποτελούν βασικό εργαλείο διοικητικής πληροφόρησης, εμφανίζουν σοβαρές αδυναμίες και σημαντική έλλειψη προσαρμογής στα πρότυπα προσβασιμότητας. Το 38,20% των προβλημάτων αφορά στη δομή, το 31,65% στην πλοήγηση και το 21,34% στην παρουσίαση, πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν τέσσερα στα δέκα έγγραφα δεν «διαβάζονται» σωστά από όλους.

 

Σε ό,τι αφορά τη συμμόρφωση, μόλις το 21% των ιστοτόπων διαθέτει εμφανές μενού και Δήλωση Προσβασιμότητας, ενώ περίπου το 80% δεν συμμορφώνεται ουσιαστικά με την υποχρέωση.

 

Οπως αναφέρεται και στην ίδια την έκθεση, «τα συνολικά ευρήματα αναδεικνύουν κρίσιμους τομείς που απαιτούν στοχευμένες παρεμβάσεις, με σκοπό τη βελτίωση της προσβασιμότητας των ψηφιακών υπηρεσιών του δημόσιου τομέα και τη διασφάλιση πλήρους συμμόρφωσης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, προς όφελος της καθολικής και ισότιμης πρόσβασης των πολιτών».

Μαρία Λιλιοπούλου

ethnos.gr

freepik.com

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις