⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη Google
Η είσοδος της γαλλικής Meridiam με πλειοψηφικό ποσοστό 66% στον Great Sea Interconnector (GSI) παρουσιάστηκε (από την κυβέρνηση και το σύστημα των media που τη στηρίζουν) ως η κίνηση που αλλάζει τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς γύρω από το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης – Κύπρου.
Σύμφωνα μ’ αυτήν την ανάγνωση ένας ισχυρός γαλλικός όμιλος (Meridiam) αναλαμβάνει τον έλεγχο του φορέα υλοποίησης, η επίσης γαλλική Nexans κατασκευάζει το καλώδιο και πίσω από το έργο βρίσκονται πλέον κεφάλαια και συμφέροντα που υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες του ελληνικού ΑΔΜΗΕ.
Αυτή, όμως, είναι μόνο η μία όψη της συμφωνίας. Η άλλη όψη ωστόσο είναι περισσότερο σύνθετη και ίσως πολύ πιο κρίσιμη για τα ελληνικά συμφέροντα.
Η Meridiam δεν μπαίνει απλώς σε ένα έργο το οποίο παρεμποδίζει η Τουρκία. Η γαλλική εταιρεία έχει ήδη σημαντική παρουσία στην τουρκική αγορά και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, προετοιμάζεται μαζί με την τουρκική Makyol να διεκδικήσει τα δικαιώματα λειτουργίας των δύο γεφυρών του Βοσπόρου και ενός εκτεταμένου δικτύου αυτοκινητοδρόμων. Έχει επομένως κάθε λόγο να συνεννοηθεί με την Άγκυρα και κανέναν λόγο να μετατρέψει μια επένδυση υποδομής σε μετωπική γεωπολιτική σύγκρουση.
Από αυτήν την οπτική, η γαλλική είσοδος δεν προαναγγέλλει κατ’ ανάγκην κάποια ευρωπαϊκή αναμέτρηση με την τουρκική «Γαλάζια Πατρίδα». Μπορεί να προετοιμάζει έναν συμβιβασμό:
● το καλώδιο θα ποντιστεί,
● η Ελλάδα δεν θα ζητήσει επισήμως τουρκική άδεια,
● αλλά η Meridiam θα εξασφαλίσει από την Άγκυρα την πρακτική συναίνεση που χρειάζεται για να προχωρήσουν οι εργασίες.
Στη διπλωματική γλώσσα πρόκειται για μια μορφή «δημιουργικής ασάφειας». Στην πολιτική πραγματικότητα, όμως, το ερώτημα είναι ποιος θα πιστωθεί / κερδίσει (από) το αποτέλεσμα και ποιος θα έχει κατοχυρώσει ένα τετελεσμένο.
Η άδεια που δεν απαιτείται
Το νομικό πλαίσιο είναι σαφέστερο από όσο συχνά παρουσιάζεται. Το άρθρο 79 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει σε όλα τα κράτη το δικαίωμα να τοποθετούν υποθαλάσσια καλώδια και αγωγούς στην υφαλοκρηπίδα. Προβλέπει επίσης ότι το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να παρεμποδίζει την πόντιση ή τη συντήρησή τους, με την επιφύλαξη ορισμένων περιορισμένων δικαιωμάτων που συνδέονται με την εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και την προστασία του περιβάλλοντος.
Υπάρχει εδώ μια κρίσιμη διάκριση: η παράγραφος 3 του άρθρου 79 απαιτεί τη συναίνεση του παράκτιου κράτους (Τουρκίας) για τη χάραξη της πορείας των αγωγών, όχι των καλωδίων. Συνεπώς, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η τουρκική αξίωση ότι η πορεία του καλωδίου διέρχεται από τουρκική υφαλοκρηπίδα, η Άγκυρα δεν αποκτά δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίψει την πόντιση ενός διερχόμενου ηλεκτρικού καλωδίου. Πολύ περισσότερο, δεν νομιμοποιείται να τη σταματήσει με πολεμικά πλοία.
Η Τουρκία, άλλωστε, δεν έχει υπογράψει την UNCLOS. Επικαλείται, ωστόσο, κατά περίπτωση κανόνες της που θεωρούνται εθιμικό διεθνές δίκαιο, ενώ απορρίπτει τις προβλέψεις που δεν εξυπηρετούν τις θέσεις της στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτό ακριβώς κάνει την υπόθεση ακόμη πιο αποκαλυπτική: εκείνο που επιδιώκει η Άγκυρα είναι να της ζητηθεί συναίνεση, ώστε να εμφανιστεί ως το αρμόδιο παράκτιο κράτος στην επίμαχη περιοχή.
Έμπειρη ελληνική διπλωματική πηγή, με θητεία στην προεδρία της Επιτροπής Χορήγησης Αδειών για Θαλάσσιες Επιστημονικές Έρευνες, περιγράφει με σαφήνεια τη φόρμουλα που μπορεί να ακολουθηθεί: «Η Ελλάδα δεν θα ζητήσει τουρκική άδεια, ενώ η Τουρκία θα τη δώσει». Όχι, βεβαίως, στην Αθήνα ή στη Λευκωσία. Το σχετικό αίτημα ή η τεχνική συνεννόηση μπορεί να γίνει από τη γαλλική εταιρεία, η οποία θα επικαλεστεί την ανάγκη ασφαλούς εκτέλεσης των εργασιών χωρίς τα κράτη που βρίσκονται πίσω από το έργο να αναγνωρίζουν επισήμως τουρκική δικαιοδοσία.
Η ίδια πηγή επισημαίνει ότι ανάλογες πρακτικές έχουν εφαρμοστεί στο παρελθόν με νορβηγικές, γερμανικές και ιταλικές εταιρείες. Η τεχνική διευθέτηση επιτρέπει σε όλες τις πλευρές να διατηρήσουν τη δημόσια θέση τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο:
● Η Ελλάδα μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν ζήτησε και δεν έλαβε άδεια από την Τουρκία.
● Η Άγκυρα μπορεί να ισχυριστεί ότι οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν μόνο αφού η ίδια ενημερώθηκε και συναίνεσε.
● Η εταιρεία ολοκληρώνει το έργο και όλοι αποφεύγουν την κρίση.
Μόνο που οι δύο αφηγήσεις δεν έχουν το ίδιο γεωπολιτικό βάρος. Για την Ελλάδα, η διευθέτηση επιτρέπει την ολοκλήρωση μιας σημαντικής ευρωπαϊκής υποδομής. Για την Τουρκία, όμως, δημιουργεί τη δυνατότητα να υποστηρίξει ότι χωρίς τη δική της συγκατάθεση ούτε ένα ευρωπαϊκό έργο κοινού ενδιαφέροντος μπορεί να περάσει από τις θαλάσσιες περιοχές που εντάσσει στη «Γαλάζια Πατρίδα».
Ο επενδυτής
Η επιλογή της Meridiam προσφέρεται για μια τέτοια διευθέτηση. Ο γαλλικός όμιλος δεν είναι ένας εργολάβος που θα ολοκληρώσει ένα έργο και θα αποχωρήσει. Ειδικεύεται στη μακροχρόνια χρηματοδότηση, ανάπτυξη και λειτουργία δημόσιων υποδομών. Διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία περίπου 24 δισ. ευρώ και περισσότερα από 130 έργα, ενώ στην Τουρκία έχει ήδη συμμετάσχει σε τέσσερα μεγάλα συγκροτήματα νοσοκομείων μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Παράλληλα, η Meridiam φέρεται να προετοιμάζει κοινή προσφορά με τη Makyol για τα δικαιώματα λειτουργίας της γέφυρας της 15ης Ιουλίου, της γέφυρας Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ και κρατικών αυτοκινητοδρόμων. Πρόκειται για μια πιθανή επένδυση που προϋποθέτει όχι απλώς καλές σχέσεις με τουρκικές επιχειρήσεις αλλά μακρόχρονη συνεργασία με το τουρκικό κράτος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Meridiam λειτουργεί ως όργανο της Άγκυρας ούτε ότι η συμφωνία για τον GSI υπαγορεύθηκε από την Τουρκία. Σημαίνει, όμως, ότι η εταιρεία έχει συμφέροντα και διαύλους που την καθιστούν κατάλληλο ενδιάμεσο.
Η επιχειρηματική της λογική δεν είναι να αποδείξει ποιος έχει δίκιο στην ελληνοτουρκική διαφορά. Είναι να περιορίσει το πολιτικό ρίσκο, να διασφαλίσει την επένδυσή της και να βρει μια φόρμουλα αποδεκτή από όλους.
Αυτά τα δεδομένα υπονομεύουν τα όποια επιχειρήματα ότι η γαλλική συμμετοχή μετατρέπει αυτομάτως το καλώδιο σε ευρωπαϊκό ανάχωμα απέναντι στην Τουρκία. Η Meridiam ασφαλώς προσθέτει οικονομικό και πολιτικό βάρος στο έργο. Το βάρος αυτό, όμως, θα χρησιμοποιηθεί για να προχωρήσει μια διαδικασία που θα ικανοποιεί την Τουρκία χωρίς αυτό να πρέπει να ομολογηθεί επισήμως από την ελληνική πλευρά.
Η αλλαγή είναι λεπτή αλλά καθοριστική. Η Τουρκία δεν θα χρειαστεί να στείλει πολεμικά πλοία για να σταματήσει τις εργασίες. Θα έχει ήδη αποδείξει ότι η συνέχισή τους προϋποθέτει προηγούμενη συνεννόηση μαζί της. Και η Ελλάδα δεν θα έχει αναγνωρίσει τυπικά τουρκική υφαλοκρηπίδα, αλλά θα έχει αποδεχθεί πρακτικά έναν μηχανισμό ο οποίος βασίζεται στην τουρκική αξίωση.
Το τετελεσμένο
Το δίλημμα για την Αθήνα είναι πραγματικό. Η άρνηση οποιασδήποτε έμμεσης συνεννόησης μπορεί να οδηγήσει σε νέα αναστολή των ερευνών, σε οικονομικές επιβαρύνσεις και ενδεχομένως σε οριστική αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του GSI. Η αποδοχή της «δημιουργικής ασάφειας» επιτρέπει να προχωρήσει ένα έργο που θα τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και έχει ήδη εξασφαλίσει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 657 εκατ. ευρώ.
Το τίμημα, όμως, που πρέπει να καταβάλλει η Αθήνα δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την ολοκλήρωση του έργου της πόντισης του καλωδίου. Εφόσον η Τουρκία καταφέρει να παρεμβληθεί ως αναγκαίος συνομιλητής, θα έχει επιτύχει έναν πάγιο στόχο της, να μετατρέψει δηλαδή τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε πρακτική διαδικασία την οποία ακολουθούν κράτη και εταιρείες:
● Δεν χρειάζεται διεθνής αναγνώριση της «Γαλάζιας Πατρίδας». Αρκεί να συμπεριφέρονται οι ενδιαφερόμενοι σαν να μην μπορούν να ενεργήσουν χωρίς προηγούμενη τουρκική συγκατάθεση.
Η εξέλιξη έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή κανονικά οι αναγκαίες άδειες για τις έρευνες στις περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας θα έπρεπε να εκδοθούν από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές. Εάν, παράλληλα με αυτές, αναζητηθεί μια τουρκική διαβεβαίωση ή «μη αντίρρηση», δημιουργείται μια γκρίζα διοικητική πραγματικότητα.
● Ελλάδα και Τουρκία θα εμφανίζονται να έχουν λόγο για την ίδια θαλάσσια περιοχή, έστω και αν η μία δεν αναγνωρίζει επισήμως την αρμοδιότητα της άλλης.
Γι’ αυτό η επιτυχία του έργου δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο από το αν θα φτάσει τελικά το καλώδιο στην Κύπρο. Πρέπει να κριθεί και από τη διαδικασία με την οποία θα φτάσει.
Αν η Meridiam εξασφαλίσει μια πρακτική τουρκική συναίνεση και οι εργασίες πραγματοποιηθούν χωρίς ένταση, η κυβέρνηση θα μπορεί να μιλά για επανεκκίνηση του GSI και για ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας. Η Άγκυρα, όμως, θα έχει κάθε λόγο να παρουσιάσει την ίδια εξέλιξη ως απόδειξη ότι οι απαιτήσεις της δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται.
Το πιθανότερο σενάριο, συνεπώς, δεν είναι μια θεαματική ελληνοτουρκική αναμέτρηση με γαλλικά πλοία στη μέση. Είναι μια αθόρυβη διαπραγμάτευση μεταξύ εταιρειών, κυβερνήσεων και τεχνικών υπηρεσιών, από την οποία όλοι θα επιχειρήσουν να εξέλθουν δηλώνοντας νικητές:
● Η εταιρεία θα έχει διασώσει την επένδυσή της.
● Η Ελλάδα και η Κύπρος θα έχουν αποκτήσει το καλώδιο.
● Η Γαλλία θα έχει ενισχύσει την οικονομική της παρουσία και στις δύο πλευρές.
● Η Τουρκία θα έχει κατοχυρώσει τον ρόλο του αναγκαίου συνομιλητή.
Μέσα απ’ αυτήν την οπτική γωνία το πραγματικό τεστ για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι το αν μπορεί να ολοκληρώσει το έργο χωρίς να μετατρέψει μια παράνομη παρεμπόδιση σε αποδεκτό προηγούμενο. Γιατί ένα καλώδιο μπορεί να ποντιστεί μία φορά, όμως η διαδικασία που θα ακολουθηθεί πιθανότατα θα επιτρέψει στην Άγκυρα να την επικαλείται ως προηγούμενο για κάθε επόμενο καλώδιο, αγωγό, έρευνα ή ενεργειακό έργο στην ανατολική Μεσόγειο.
Το… κομμένο καλώδιο
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ ξεκίνησε το 2012 ως πρωτοβουλία της κυπριακής EuroAsia Interconnector, με βασικό στόχο να τερματιστεί η ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου. Το 2021 απέκτησε σαφή ευρωπαϊκή διάσταση και εξασφάλισε χρηματοδότηση 657 εκατ. ευρώ από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη».
Τον Ιούλιο του 2023 υπεγράφη σύμβαση περίπου 1,4 δισ. ευρώ με τη γαλλική Nexans για την κατασκευή και την πόντιση του καλωδίου. Ο ΑΔΜΗΕ ανέλαβε στη συνέχεια τον ρόλο του φορέα υλοποίησης και το έργο μετονομάστηκε σε Great Sea Interconnector.
Το καλοκαίρι του 2024, κατά τις έρευνες για τη χάραξη της όδευσης νοτίως της Κάσου, η Τουρκία έστειλε πολεμικά πλοία και απαίτησε να προηγηθεί συνεννόηση μαζί της. Οι εργασίες ανεστάλησαν και το έργο εισήλθε σε μια περίοδο γεωπολιτικών, χρηματοδοτικών και ρυθμιστικών αβεβαιοτήτων.
Η συμφωνία για την απόκτηση του 66% του φορέα υλοποίησης από τη Meridiam επιδιώκει να εξασφαλίσει κεφάλαια, τεχνογνωσία και πολιτική στήριξη. Δεν αίρει, όμως, το βασικό εμπόδιο.
Το κρίσιμο βήμα παραμένει η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στις περιοχές όπου η Άγκυρα έχει ήδη επιβάλει με την παρουσία της την αναστολή των εργασιών. Εκεί θα αποδειχθεί αν η γαλλική είσοδος αλλάζει τον συσχετισμό ισχύος ή απλώς προσφέρει το κατάλληλο όχημα για έναν συμβιβασμό με την Τουρκία.
topontiki.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις


















































