⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη GoogleΤην ώρα που η κυβέρνηση θεωρεί ότι έχει κλείσει επί της ουσίας η υπόθεση των υποκλοπών μέσω Predator, υψηλόβαθμο στέλεχος της ΕΥΠ, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, που στοχοποιήθηκε με το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, υπέβαλε μήνυση για κατασκοπεία κατά των τεσσάρων «ιδιωτών», αλλά και κατά παντός υπευθύνου, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες διώξεις
Είναι μια πραγματικά συγκλονιστική εξέλιξη στην υπόθεση των υποκλοπών μέσω του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Την ώρα που η κυβέρνηση επιμένει ότι η υπόθεση έχει επί της ουσίας κλείσει και η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έχει αρνηθεί να ανασύρει ξανά τη δικογραφία, παρά την ύπαρξη μεγάλου όγκου νέων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων όσων ακούστηκαν στη δίκη σε πρώτο βαθμό των τεσσάρων «ιδιωτών», έρχεται μια νέα μήνυση, που κατατέθηκε στην αρμόδια Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, να ανοίξει ξανά την υπόθεση και να την επαναφέρει στο κέντρο της δημοσιότητας και της πολιτικής συζήτησης.
Συγκεκριμένα, ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της ΕΥΠ, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, το τηλέφωνο του οποίου στοχοποιήθηκε αποδεδειγμένα με το συγκεκριμένο παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό, κατέθεσε μήνυση κατά των τεσσάρων «ιδιωτών» που καταδικάστηκαν πρωτόδικα για τις υποκλοπές (Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιος, Ιωάννης Λαβράνος και Σάρα Χάμου), αλλά και κατά παντός υπευθύνου, για αδικήματα που αφορούν την κατασκοπεία και απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας της χώρας.
Ειδικότερα, η σύζυγος του συγκεκριμένου στελέχους της ΕΥΠ, στο όνομα της οποίας ήταν το τηλέφωνο που το στέλεχος χρησιμοποιούσε αποκλειστικά, ενημερώθηκε επίσημα από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ότι έγινε παγίδευση του τηλεφώνου μέσω εγκατάστασης κατασκοπευτικού λογισμικού Predator μέσω αποστολής μηνύματος sms προς τον συγκεκριμένο αριθμό.
Η μηνυτήρια αναφορά επισημαίνει ότι εξαιτίας της ιδιότητας και του έργου του συγκεκριμένου στελέχους, που αφορά τη χρήση και τη διαχείριση ευαίσθητων πληροφοριών Εθνικής Ασφαλείας, «η οποιαδήποτε παραβίαση του απόρρητου των συνομιλίων αυτών, προεξέχουσας της περίπτωσης που την πράττουν ιδιώτες, συνιστά διαρροή αυτών προς άγνωστους τρίτους και θεμελιώνουν το αδίκημα της Κατασκοπείας κατά της Χώρας», καθώς πρόκειται για «πληροφορίες και επικοινωνίες που συνάδουν με θέματα απειλής ή προστασίας Εθνικής Ασφάλειας και υπάγονται ως εκ τούτου στην υψηλότερη δυνατή προστασία απορρήτου για θέματα Εθνικού Ενδιαφέροντος».
Το συγκεκριμένο στέλεχος, κατά την περίοδο της στοχοποίησής του διατελούσε διοικητής κλιμακίου της ΕΥΠ, ενώ σήμερα είναι υποδιοικητής κλιμακίου της ΕΥΠ, έχοντας περάσει και από άλλες θέσεις ευθύνης στην Υπηρεσία.
Οι αρμοδιότητές του είναι ιδιαίτερα σημαντικές αφού αφορούν την αντικατασκοπεία, ενώ οι πληροφορίες που διαχειρίζεται περιλαμβάνουν τη γνώση δικτύων πρακτόρων ξένων δυνάμεων ή υπόπτων για ενδεχόμενη σχέση με τη διεθνή τρομοκρατία, αλλά και δίκτυα πρακτόρων και πληροφοριοδοτών της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, εντός και εκτός της χώρας, συμπεριλαμβανομένου και του πεδίου του οργανωμένου εγκλήματος και των «διεθνών μαφιών» που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας.
Δηλαδή, ο Γιάννης Παπαδόπουλος δεν είναι ούτε ένας απλός «γραφειοκράτης», ούτε απλώς κάποιος υπάλληλος, αλλά ένα πρόσωπο-κλειδί στον μηχανισμό της εθνικής ασφάλειας της χώρας.
Οι πληροφορίες που διαχειρίζεται το συγκεκριμένο στέλεχος αφορούν άμεσα και πολυεπίπεδα την εθνική ασφάλεια της χώρας. Γι’ αυτό τον λόγο η μηνυτήρια αναφορά του Γιάννη Παπαδόπουλου καθιστά σαφές ότι δεν πρόκειται απλώς για μια υπόθεση υποκλοπής ιδιωτικών συνομιλιών, αλλά για κατασκοπεία σε βάρος της χώρας, μια που το τηλέφωνο αυτό χρησιμοποιείτο στην υπηρεσιακή δράση του, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν.
Να το πούμε πολύ απλά: όποιος επιχείρησε να παγιδεύσει αυτό το τηλέφωνο, προσπάθησε να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα μεγάλο μέρος από τα δίκτυα πληροφοριοδοτών που έχει η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, αλλά και να αποκτήσει γνώση του πόσο καλά πληροφορημένη είναι η ΕΥΠ για τη δράση ξένων υπηρεσιών.
Οι πληροφορίες αυτές αποτελούν τον ορισμό των πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια. Το να έχουν ξένοι παράγοντες πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες αντικειμενικά υπονομεύει την ικανότητα των ελληνικών υπηρεσιών ασφαλείας να διαφυλάσσουν τα εθνικά συμφέροντα.
Νομικοί κύκλοι μας υπογράμμισαν την ιδιαίτερη σημασία που έχει αυτή η μηνυτήρια αναφορά. Ο λόγος είναι ότι στην περίπτωσή της δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη αίτημα «ανάσυρσης» της δικογραφίας, ή διεύρυνσής της. Άρα δεν μπορεί να ισχύσει για αυτή τη μηνυτήρια αναφορά η επιχειρηματολογία που έχει επιλέξει ο Άρειος Πάγος όταν αρνείται αιτήματα να ανασυρθεί η υπόθεση, δηλαδή ότι είναι μια υπόθεση που έχει κριθεί πρωτόδικα, θα κριθεί σύντομα σε δεύτερο βαθμό και άρα δεν μπορεί να παρέμβει.
Και αυτό γιατί μπορεί να στρέφεται κατά των τεσσάρων πρωτόδικα καταδικασθέντων, όμως, δεν στρέφεται εναντίον τους στο πλαίσιο των κατηγοριών που εξετάστηκαν στη δίκη σε πρώτο βαθμό (και σύντομα στο Εφετείο), αλλά στο πλαίσιο της ανάγκης να διερευνηθεί ένα νέο αδίκημα, αυτό της κατασκοπείας, το οποίο τεκμηριώνεται άμεσα και επαρκώς από τον χαρακτήρα των επικοινωνιών που έκανε μέσω του παγιδευμένου τηλεφώνου και από το γεγονός ότι ήδη έχει καταδειχθεί η σχέση αυτών των προσώπων με τις υποκλοπές, αλλά και η ανάγκη να εξεταστεί η σχέση και άλλων προσώπων με την υπόθεση.
Έχει σημασία ότι σε αντίθεση με άλλα αιτήματα ανάσυρσης της δικογραφίας, εδώ δεν ζητείται να καταθέσουν οι τέσσερις ιδιώτες ως μάρτυρες – άρα δεν εγείρεται ζήτημα για τη μαρτυρία τους ως ήδη διωκόμενων και πρωτόδικα καταδικασθέντων. Η μήνυση στρέφεται κατά αυτών των τεσσάρων (και παντός άλλου υπευθύνου) και άρα ζητά από τις δικαστικές αρχές να εξετάσουν όσους μάρτυρες κρίνουν σκόπιμο για να τεκμηριώσουν εάν ισχύουν ή όχι τα όσα η μήνυση αναφέρει.
Και βέβαια η μήνυση αυτή και τα στοιχεία που προσκομίζει αποτελούν τον ορισμό των «νέων στοιχείων» που μέχρι τώρα η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου υποστήριζε ότι «προς το παρόν» δεν υπάρχουν και άρα δεν υπάρχει λόγος να ανασύρει την υπόθεση.
Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν διερευνηθεί μέχρι τώρα, ούτε έχουν συνεκτιμηθεί. Ουδέποτε διερευνήθηκαν καταδεικνύοντας το συνολικότερο πρόβλημα ότι ουδέποτε κλήθηκαν να καταθέσουν όλοι όσοι δέχτηκαν μολυσμένα μηνύματα και δίνοντας πληροφορίες για το είδος των επικοινωνιών που είχαν να βοηθήσουν τις δικαστικές αρχές να αποκτήσουν συνολική εικόνα του σε τι απέβλεπαν όσοι επιχειρούσαν τις παγιδεύσεις.
Με αυτή την έννοια πρέπει να γίνει σαφές ότι εδώ πρόκειται για μια νέα υπόθεση. Μια νέα μήνυση, που γίνεται από ένα πρόσωπο η περίπτωση του οποίου δεν είχε εξεταστεί ούτε στο πόρισμα Ζήση, και την παραγγελία για διώξεις στους τέσσερις «ιδιώτες» που έκανε, ούτε στην πρωτόδικη εκδίκαση της υπόθεσης στο Πλημμελειοδικείο, και για αδικήματα που ούτε έχουν παραγραφεί, αφού είναι κακουργήματα, και τα οποία ως τέτοια δε έχουν εξεταστεί και τα οποία στοιχειοθετούνται επαρκώς αφού εδώ δεν έχουμε την «έμμεση» εκτίμηση ότι πρόκειται για κατασκοπεία εφόσον πρόκειται για υπουργικό τηλέφωνο, αλλά την άμεση διαπίστωση ότι έγινε προσπάθεια να παγιδευτεί το τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του ένα εν ενεργεία στέλεχος της ελληνικής αντικατασκοπείας.
Υπό αυτή την έννοια, η μήνυση αυτή δεν μπορεί να απαντηθεί με τον τρόπο που απαντήθηκαν τα προηγούμενα αιτήματα να ανασυρθεί η δικογραφία ή να διευρυνθεί το κατηγορητήριο, ακριβώς γιατί είναι μια δικαστική διερεύνηση που τώρα μόλις ξεκινά, που μπορεί να πατά πάνω σε στοιχεία που ήρθαν στο φως στην προηγούμενη διερεύνηση, αλλά αφετηρία έχει ένα τεκμήριο, δηλαδή την απόπειρα παγίδευσης ενός υπηρεσιακού τηλεφώνου στελέχους της ΕΥΠ, που δεν έχει τύχει καμίας ανακριτικής ή δικαστικής διερεύνησης μέχρι τώρα.
Ταυτόχρονα, αυτή η διάσταση της κατασκοπείας δίνει μια νέα διάσταση στην όλη υπόθεση αλλά και τις ευρύτερες πολιτικές ευθύνες που υπάρχουν.
Καταρχάς, απαιτεί επιτέλους να εξεταστεί το γιατί οι συγκεκριμένοι «ιδιώτες» προχώρησαν σε αυτές τις υποκλοπές και απόπειρες υποκλοπής και κατ’ εντολή ποιων.
Έπειτα, απαιτεί να απαντηθεί επιτέλους τι απέγιναν τα στοιχεία από αυτές τις υποκλοπές και που κατέληξαν τα σχετικά αρχεία των υποκλοπών.
Και βέβαια, απαιτεί να ανοίξει ξανά όλος ο κύκλος των κυβερνητικών ευθυνών για αυτή την υπόθεση, αφού έχει γίνει σαφές ότι η εταιρεία Intellexa που εμπορευόταν το λογισμικό Predator ήρθε στη χώρα, κατά δήλωση του ίδιου του ιδρυτή της, στο πλαίσιο συνεργασίας με ελληνικές κρατικές υπηρεσίες.
Δηλαδή, πρέπει να απαντηθεί ποιος και γιατί έφερε την Intellexa και αποφάσισε συνεργασία μαζί της, ποιος ο ρόλος του Μεγάρου Μαξίμου και του τότε γραμματέα του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη στις αποφάσεις για αυτή τη συνεργασία, ποιος επέβλεπε και αποφάσιζε τις στοχοποιήσεις και ποιος ήταν αυτός που θεώρησε σκόπιμο, ή που άμεσα ή έμμεσα επέτρεψε σε Έλληνες και αλλοδαπούς «ιδιώτες», να στοχοποιήσουν ένα εν ενεργεία στέλεχος της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων σε έναν από τους πιο ευαίσθητους τομείς της εθνικής ασφάλειας της χώρας.
Ταυτόχρονα, η ίδια η υπόθεση αφορά ευρύτερα τις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Αυτό δεν αφορά μόνο τις πληροφορίες που διαχειριζόταν το συγκεκριμένο στέλεχος της ΕΥΠ, αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι ένα μέρος των διεθνών σχέσεων της χώρας δεν εξελίσσεται κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά στις παράλληλες επικοινωνίες και συνεργασίες υπηρεσιών ασφαλείας. Το να υπάρχουν απόπειρες να υπονομευτεί η ασφάλεια των επικοινωνιών της ΕΥΠ έχει αντίκτυπο και στην ικανότητα της υπηρεσίας να συνεργάζεται και με ξένες υπηρεσίες.
Και εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι εάν είναι μία φορά προβληματική και υπονομευτική για τη λειτουργία των θεσμών η αλαζονεία της εξουσίας και η επιθυμία πρόσβασης στην «πληροφορία» ακόμη και με αθέμιτους τρόπους, ενίοτε και με κοντόθωρο μικροκομματικό υπολογισμό, είναι εξόχως επικίνδυνη όταν καταλήγει στην υπονόμευση της ικανότητας των υπηρεσιών ασφαλείας να κάνουν τη δουλειά τους, άρα στην υπονόμευση της ίδιας της εθνικής ασφάλειας της χώρας.
Η μήνυση αυτή αποτελεί άλλη μια αφορμή για να διαλευκανθεί πλήρως μια υπόθεση που εξακολουθεί να αποτελεί μια βαθιά σκιά πάνω από τη δημοκρατία μας και την ικανότητα των θεσμών να λειτουργούν.
Τυχόν απόπειρα να υποβαθμιστεί ξανά η σημασία της ή, ακόμη χειρότερα, να αντιμετωπιστεί απλώς ως ένα ακόμη αίτημα να «ανασυρθεί η δικογραφία», δεν θα μειώσει ακόμη περισσότερο το ήδη βαρύτατα πληγέν κύρος των θεσμών, αλλά θα κάνει κάτι πολύ χειρότερο: θα στείλει το μήνυμα ότι στη χώρα μας οι θεσμοί που υποχρέωση έχουν να ελέγχουν την τήρηση των κανόνων του κράτους δικαίου είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα «στραβά μάτια» σε σχέση με απειλές για την εθνική ασφάλεια της χώρας απλώς και μόνο για να εξυπηρετήσουν βραχυπρόθεσμους κομματικούς σχεδιασμούς.
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις






















































