⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη GoogleΗ πολιτική συζήτηση για την επόμενη κυβέρνηση διεξάγεται πάνω σε μια βολική, αλλά λανθασμένη αφετηρία: ότι το πρώτο κόμμα έχει περίπου φυσικό δικαίωμα να κυβερνήσει και ότι οποιαδήποτε πλειοψηφία σχηματιστεί χωρίς αυτό αποτελεί «κυβέρνηση ηττημένων». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε λόγο να επιβάλλει αυτή τη θεωρία. Το παράδοξο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ έχει κάθε λόγο να την απορρίψει, αλλά επιλέγει να την αποδέχεται.
Στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός επανέφερε, απαντώντας στο topontiki.gr το επιχείρημα με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο: «Τα ξαναζήσαμε το 2023, είδαμε πού κατέληξε. Κυβέρνηση σχηματίζει το πρώτο κόμμα, αυτό είναι δεδομένο και κατάκτηση». Δεν περιέγραφε, όμως, έναν συνταγματικό κανόνα. Περιέγραφε τον κανόνα που συμφέρει τη ΝΔ να θεωρείται αυτονόητος, ιδιαίτερα όσο η αυτοδυναμία απομακρύνεται και οι εκλογικοί συσχετισμοί γίνονται πιο ρευστοί.
Το Σύνταγμα δεν γνωρίζει «κυβερνήσεις ηττημένων»
Το Σύνταγμα είναι πολύ σαφέστερο από την πολιτική προπαγάνδα. Το πρώτο κόμμα έχει την πρώτη διερευνητική εντολή και, συνεπώς, την πρώτη ευκαιρία να αναζητήσει κυβερνητική πλειοψηφία. Εάν αποτύχει, η εντολή περνά στο δεύτερο και κατόπιν στο τρίτο κόμμα. Πουθενά δεν προβλέπεται ότι ο δεύτερος ή ο τρίτος οφείλει να συμπεριλάβει τον πρώτο στην κυβέρνηση που θα προτείνει. Το άρθρο 37 ρυθμίζει τη σειρά των διερευνητικών εντολών και το άρθρο 84 ορίζει την ουσία: η κυβέρνηση πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αυτή είναι η δημοκρατική και συνταγματική νομιμοποίηση, όχι η σειρά κατάταξης στο εκλογικό ταμπλό, λες και είναι βαθμολογικός πίνακας σε πρωτάθλημα ποδοσφαίρου.
Η πρωτιά, επομένως, παρέχει πολιτικό πλεονέκτημα και διαδικαστική προτεραιότητα, αλλά όχι και δικαίωμα αρνησικυρίας. Οι όροι «νικητές» και «ηττημένοι» είναι πολιτικοί και εξαιρετικά υποκειμενικοί. Ένα κόμμα μπορεί να είναι πρώτο με 24% και να έχει χάσει δεκαεπτά μονάδες από τις προηγούμενες εκλογές. Δύο ή τρία άλλα κόμματα μπορεί να συγκεντρώνουν σαφώς περισσότερες ψήφους και έδρες, να συμφωνούν σε πρόγραμμα και να μπορούν να εξασφαλίσουν την κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη. Ποιος ακριβώς είναι τότε ο νικητής και ποιος ο ηττημένος;
Η ευρωπαϊκή εμπειρία αποδομεί ακόμη περισσότερο το επιχείρημα. Στην Ισπανία, το Λαϊκό Κόμμα ήρθε πρώτο το 2023, αλλά ο Πέδρο Σάντσεθ, επικεφαλής του δεύτερου PSOE, εξασφάλισε την ψήφο 179 βουλευτών και σχημάτισε κυβέρνηση. Στην Πορτογαλία, το 2015, η κεντροδεξιά συμμαχία κέρδισε τις εκλογές, αλλά έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Και στη συνέχεια ο δεύτερος Αντόνιο Κόστα συγκρότησε σοσιαλιστική κυβέρνηση με την κοινοβουλευτική στήριξη των κομμάτων της Αριστεράς. Δεν επρόκειτο για θεσμικές εκτροπές, αλλά για κοινοβουλευτική δημοκρατία σε λειτουργία.
Το λάθος του Τσίπρα που επαναλαμβάνει ο Ανδρουλάκης
Ο Αλέξης Τσίπρας έπεσε στην ίδια παγίδα το 2023. Απέκλεισε ρητά «κυβέρνηση ηττημένων» και δήλωσε ότι προϋπόθεση της προοδευτικής διακυβέρνησης ήταν η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, όμως, αποδέχθηκε τον ορισμό του αντιπάλου του και εξαφάνισε μόνος του κάθε εναλλακτική κυβερνητική προοπτική πριν ακόμη ανοίξουν οι κάλπες.
Βεβαίως, οι τότε συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές. Η ΝΔ εμφανιζόταν προεκλογικά γύρω στο 35% και τελικά έφτασε σχεδόν στο 41%, ενώ το χάσμα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ ήταν βαθύ, νωπό και πολιτικά φορτισμένο. Η συγκρότηση βιώσιμης προοδευτικής πλειοψηφίας ήταν εξαιρετικά δύσκολη τόσο αριθμητικά όσο και πολιτικά. Αυτό, όμως, δεν μετέτρεπε τη θεωρία Μητσοτάκη σε δημοκρατική αρχή. Απλώς έκανε το συγκεκριμένο σενάριο ελάχιστα ρεαλιστικό.
Σήμερα το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να επαναλάβει το ίδιο λάθος σε διαφορετικό γήπεδο. Όταν ο Χάρης Δούκας έθεσε την ιδέα προγραμματικού διαλόγου και πιθανής συνεργασίας με την ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, η απάντηση της Χαριλάου Τρικούπη ήταν ότι στόχος είναι η πρωτιά και μόνο εφόσον επιτευχθεί θα γίνουν επαφές με άλλα προοδευτικά κόμματα. Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα αυτή τη λογική για να προστατεύσει την αυτόνομη πορεία του ΠΑΣΟΚ.
Μόνο που άλλο η διεκδίκηση της πρωτιάς και άλλο η εκ των προτέρων παραίτηση από κάθε δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Εάν το ΠΑΣΟΚ βρεθεί δεύτερο, αλλά μπορεί μαζί με δύο συγγενείς πολιτικές δυνάμεις να συγκροτήσει αξιόπιστη πλειοψηφία, γιατί πρέπει να παραδώσει την πρωτοβουλία στη ΝΔ; Συμφωνώντας με τον Μητσοτάκη, αποδέχεται ότι εκείνος μπορεί να αναζητήσει εταίρους προς κάθε κατεύθυνση, ενώ όλοι οι υπόλοιποι δικαιούνται να κινηθούν μόνο εάν προηγηθούν. Πρόκειται για πολιτικό αυτοευνουχισμό.
Κάτω από το 25%, ποιος έχει πραγματικά ηττηθεί;
Η επόμενη κάλπη μπορεί να παραγάγει συνθήκες εντελώς διαφορετικές από εκείνες του 2023. Η απόσταση της ΝΔ από το δεύτερο κόμμα ενδέχεται να είναι μονοψήφια. Ακόμη σημαντικότερο: εάν το πρώτο κόμμα μείνει κάτω από το 25%, ο ισχύων εκλογικός νόμος δεν του δίνει μπόνους εδρών. Το σύνολο των εδρών κατανέμεται αναλογικά μεταξύ των κομμάτων που δικαιούνται να συμμετάσχουν στην κατανομή, δηλαδή όσων περνούν το όριο του 3%. Σε αυτή την περίπτωση η δυνατότητα συγκρότησης κυβέρνησης από το δεύτερο, το τρίτο ή και άλλα κόμματα δεν είναι θεσμική παραφωνία. Είναι ενδεχόμενο ενσωματωμένο στον ίδιο τον εκλογικό νόμο.
Μια ΝΔ καθαρά χαμηλότερα από το 28% των ευρωεκλογών, αλλά κυρίως κάτω από το 25%, – όσο κι αν δεν μοιάζει ιδιαίτερα πιθανό αυτή την ώρα – έπειτα από το 41% του 2023, θα έχει υποστεί βαριά πολιτική ήττα, ακόμη κι αν παραμένει οριακά πρώτη. Η αδυναμία ενός άλλου κόμματος να εκφράσει μόνο του το σύνολο της αποδοκιμασίας δεν μετατρέπει αυτομάτως αυτή την αποδοκιμασία σε ανανέωση της κυβερνητικής εντολής. Σε ένα κατακερματισμένο σύστημα, η εναλλακτική πλειοψηφία είναι αναγκαστικά σύνθετη. Αυτό ακριβώς σημαίνει κυβέρνηση συνεργασίας- χωρίς καν την προϋπόθεση συμμετοχής σε αυτή του όποιου πρώτου κόμματος.
Προφανώς, η συνεννόηση ΠΑΣΟΚ, ΕΛ.Α.Σ. και άλλων προοδευτικών δυνάμεων δεν είναι εύκολη. Υπάρχουν πολιτικές διαφορές, προσωπικές συγκρούσεις και ανοιχτοί λογαριασμοί. Μια ευκαιριακή συγκόλληση χωρίς κοινό σχέδιο θα ήταν εύθραυστη και πιθανότατα θνησιγενής. Όμως άλλο να απορρίπτεται μια συνεργασία επειδή δεν διαθέτει πρόγραμμα, συνοχή και κοινωνική νομιμοποίηση και άλλο να απαγορεύεται επειδή τα κόμματα που τη συγκροτούν τερμάτισαν δεύτερα και τρίτα. Τέτοιο «μέτρο πολιτικής επίδοσης» μόνο στην Ελλάδα θα ισχύσει για πρώτη φορά – ίσως όσοι το πλασάρουν ιδιοτελώς και σκόπιμα και όσοι το αποδέχονται ασμένως να το κατοχυρώσουν και ως… παγκόσμια ευρεσιτεχνία, να μην χαθεί η πατέντα!
Η συζήτηση που άνοιξε ο Μητσοτάκης δεν είναι αθώα. Επιδιώκει να ακυρώσει προληπτικά κάθε σενάριο που αφήνει τον ίδιο και τη ΝΔ εκτός της επόμενης ημέρας. Και να ενισχύσει το επιχείρημα ότι η ΝΔ αποτελεί την κύρια αν όχι και μοναδική εγγύηση σταθερότητας στη χώρα.
Για το ΠΑΣΟΚ, πάλι, η αποδοχή αυτού του πλαισίου λειτουργεί ως βολική υπεκφυγή: αποφεύγει τη δύσκολη συζήτηση για την προοδευτική διακυβέρνηση, επιτρέπει τη μετωπική σύγκρουση με τον Τσίπρα και ικανοποιεί την πτέρυγα που προτιμά συνεργασία με τη ΝΔ ή, πάντως, θεωρεί πολιτικά αδιανόητη οποιαδήποτε σύμπραξη μαζί του.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι ποιος θα κόψει πρώτος το νήμα. Είναι ποια πολιτική πρόταση μπορεί να συγκροτήσει συνεκτική κοινοβουλευτική και κοινωνική πλειοψηφία. Πρώτο κόμμα χωρίς επαρκή στήριξη είναι απλώς πρώτο κόμμα. Κυβέρνηση γίνεται εκείνος που μπορεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Όλα τα υπόλοιπα είναι η βολική αφήγηση εκείνου που φοβάται ότι μπορεί να τερματίσει πρώτος — και παρ’ όλα αυτά να χάσει την εξουσία.
Σημείωση 1: Τίποτα από τα παραπάνω δεν υπονοεί ότι δεν έχει σημασία η πρώτη θέση και ο στόχος της πρώτης θέσης – και από την ΕΛΑΣ και από το ΠΑΣΟΚ. Προφανώς, εφόσον όποιο κόμμα έχει τέτοια φιλόδοξη στόχευση, μπορεί και πρέπει να την έχει.
Σημείωση 2: Ασφαλώς και με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα οποιοδήποτε σενάριο συνεργασίας δεύτερου, τρίτου και πάει λέοντας, κόμματος, δεν μοιάζει πιθανό. Αλλά η πολιτική συζήτηση γίνεται και με βάση τις στοχεύσεις για ανατροπή των συσχετισμών. Αλλιώς δεν θα είχε κανένα λόγο να απαντήσει έτσι ο κ. Μητσοτάκης – απλά θα προσπερνούσε την ερώτηση.
Σημείωση 3: Η Κεντροαριστερά οφείλει να παρουσιάσει όσο πάμε προς τις εκλογές και μία κάποια εναλλακτική τέλος πάντως, επί του μείζονος διακυβεύματος των εκλογών, ήτοι τη διακυβέρνηση της χώρας. Κλείσιμο ματιού δήθεν, για το 2031 και… «αρκεί που είμαι δεύτερος», ή εκούσιος και εκ των προτέρων περιορισμός σε ρόλο αντιπολίτευσης, είναι λογικές τύπου «το σπίτι μας να φυλάξουμε» ή «πετάμε τη μπάλα στην εξέδρα, την ώρα που οι άλλοι κάνουν επίθεση»…
topontiki.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις




















































