⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη Google
Με τις καταθέσεις επιζώντων από το τρίτο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας και μίιας εργαζόμενης που την στιγμή της σύγκρουσης βρίσκονταν στα πιο πίσω βαγόνια, ολοκληρώθηκε η σημερινή συνεδρίαση στη δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών.
Όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν για το πώς βίωσαν την στιγμή της σύγκρουσης – την προσπάθειά τους να βγουν από το βαγόνι που είχε πάρει κλίση μετά την σύγκρουση – και την επόμενη μέρα, με τα τραύματα που έφεραν, κυρίως τα ψυχολογικά.

«Ξαναζούσα ότι έχασα το μωρό μου»
«Αυτό που ζήσαμε δεν πρόκειται να φύγει από μέσα μας. Ειδικά το πρώτο διάστημα ήταν πολύ δύσκολο. Σε οποιαδήποτε λακκούβα, σε οποιαδήποτε στροφή, τα απότομα φρεναρίσματα, όλα αυτά ξυπνούσαν αυτό που ζήσαμε. Ακόμα και σήμερα επανέρχονται αυτές οι εικόνες ξανά και ξανά. Το βράδυ ξαναέβλεπα τις ίδιες σκηνές. Ξαναζούσα ότι έχασα το μωρό μου» κατέθεσε η Μαρία Λαζαρίδου, η οποία ταξίδευε στην επιβατική με την μητέρα της και το έξι μηνών παιδί της. Κατά την διάρκεια της κατάθεσής της, μάλιστα, αναγκάστηκε να διακόψει λόγω της συναισθηματικής φόρτισης.

«Μετά το δυστύχημα όλα είναι πιο δύσκολα»
Στο ίδιο βαγόνι ταξίδευαν επίσης η Zagrida Plasa με τα δύο ανήλικα παιδιά της και ο Αναστάσιος Κουμπούρης. «Ήταν ίσως η πρώτη και η τελευταία φορά που δεν έκατσα στο κυλικείο. Κατά τύχη γλίτωσα. Νόμιζα θα πεθάνω. Αμυδρά θυμάμαι να βγαίνει κάποιος από ένα παράθυρο και τον ακολούθησα. Πηδήξαμε από εκεί στο χωράφι. Το πρώτο που αντίκρισα ήταν το δεύτερο βαγόνι που καιγότανε. ‘Ακουγα ουρλιαχτά, άτομα να προσπαθούν να σωθούν. Μετά από αυτό, είναι όλα πολύ δύσκολα. Νιώθω αρκετά πιο αδύναμος από εκείνη την ημέρα και μετά» κατέθεσε ο κ. Κουμπούρης, προσθέτοντας πως του έμεινε η μυρωδιά του «καμένου σιδήρου» και πως στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας έβλεπε άλλους τραυματίες που ερχόταν από το σημείο της σύγκρουσης και ανθρώπους να ψάχνουν τους συγγενείς τους. «Οπότε ξεκίνησα να νοιώθω ενοχές, γιατί ήμουν εγώ τυχερός που κατάφερα να επιζήσω» κατέθεσε.

«Φοβάμαι τα πάντα»
«Όταν έγινε η σύγκρουση, αυτό που νιώσαμε ήταν ένα δυνατό τίναγμα για μερικά δευτερόλεπτα και μετά πέσαμε όλοι μπροστά και γύρισε το βαγόνι μας. Εγώ χτύπησα στο τραπεζάκι. Μετά ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Ξεκινήσανε οι τσιρίδες, οι φωνές και ήταν σαν να βλέπαμε τον θάνατο με τα μάτια μας. Νόμιζα ότι μπορεί να πέφταμε σε γκρεμό. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν απλώς να γλιτώσουν τα παιδιά μου. Φώναζα τα ονόματα τους, για να δω αν ήταν καλά» κατέθεσε η κα Plasa, η οποία περιέγραψε την αγωνία τους να βγουν από το βαγόνι πριν τους προλάβει η φωτιά. «Από εκεί και πέρα ξεκινάει άλλος Γολγοθάς. Κάθε θόρυβος, κάθε απότομη κίνηση, είναι ο φόβος και ο τρόμος. Φοβάμαι τα πάντα» πρόσθεσε.

«’Ακουσα ένα μπαμ και εκτινάχθηκα στην μέση του τρένου» κατέθεσε η Χρυσάνθη Κρεβάικα, καθαρίστρια και το μοναδικό μέλος του προσωπικού που επιβίωσε της σύγκρουσης. «Με σήκωσαν οι επιβάτες. Άνοιξα ένα μοχλό και άνοιξαν οι πόρτες. Περπατήσαμε τις γραμμές προς τα πίσω. Δεν κατάλαβα τι έγινε μπροστά. Γύρισα πίσω και βλέπω πως είχε μια ομίχλη και μέσα στην ομίχλη είχε μια κόκκινη ομίχλη. Νοσηλεύτηκα και μετά που βγήκα έμαθα τι έγινε. Από το 2022 εργαζόμουν στα τρένα. Δεν ένιωθα φόβο».
Ο Αναστάσιος Ταγματζίδης, πατέρας της 31χρονης Σοφίας επιβάτιδας του πρώτου βαγονιού τόνισε πως τα τρένα ήταν μία ωρολογιακή βόμβα και επέρριψε δε ευθύνες σε ΜΜΕ, πολιτικούς και υπουργούς. Κάνοντας λόγο για δολοφονία, κάλεσε το δικαστήριο να σταθεί στο ύψος του «για αυτές τις ψυχές που χάθηκαν άδικα», όπως είπε, ζητώντας από το δικαστήριο να τιμωρήσει παραδειγματικά τους κατηγορούμενους για να υπογραμμίσει πως «αν δεν είχα ένα σκεφτώ τα άλλα δύο παιδιά δεν θα περίμενα τις δικές σας αποφάσεις».
Ο Γεώργιος Κόττας αδελφός του αδικοχαμένου Βασιλείου Κοττά που ήταν στο κυλικείο, στην συνέχεια της δίκης ανάφερε στην κατάθεσή του: «Ήταν ένα έγκλημα η φωτοσήμανση δεν λειτουργούσε και αυτό ήταν εγκληματικό».
Η Ιωάννα Παπαγιαννίδου, επιβάτιδα επισήμανε πως: «στα Παλαιοφάρσαλα υπήρξε μεγάλη στάση. Για περίπου 30 λεπτά. Και στη Λάρισα έγινε μεγάλη στάση. Δεν θυμάμαι στάση αφού έφυγε από την Λάρισα το τρένο. Έτρεχε πολύ. Φαίνεται πως προσπάθησε να φρενάρει. Ξαφνικά αρχίζει ένας θόρυβος έσπαγαν τζάμια. Κατέβασα το κεφάλι και έπεσα κάτω. Εγκλωβίστηκα και κατάλαβα ότι έφευγε το τρένο, σαν να εκτροχιαζόταν. Ακούσαμε ένα μπαμ, ήταν η έκρηξη. Είδαμε την φωτιά. Σηκώθηκα και άκουσα την κόρη μου: «μαμά το μωρό».
«Εγκλωβισμένη μου ζήτησε βοήθεια, αλλά δεν μπορούσα να τη βοηθήσω»
Η πρόεδρος επέμενε να ρωτάει για πως έγινε η σύγκρουση και πως την κατάλαβε η επιβάτης, με εκείνη να σημειώνει: «Είχε μυρωδιά και καπνίλα δεν μπορούσαμε να αναπνεύσουμε. Ο καπνός ερχόταν από το μπροστινό μέρος του βαγονιού. Σκαρφαλώναμε για να βγούμε από το παράθυρο. Είδα μια εγκλωβισμένη μας ζήτησε βοήθεια. Δεν μπορούσα να την βοηθήσω. Βγήκα από το παράθυρο. Ήμουν σαν χαμένη. Είχε φλόγες σε δύο τρία σημεία κοντά στο βαγόνι 3. Ξεχωριστά από την άλλη. Άνθρωποι ήταν κάτω στο έδαφος, φώναζαν. Από εκείνη την ημέρα δεν μπορώ να κοιμηθώ. Όλες οι εικόνες έρχονται στο μυαλό μου. Μυρωδιά υπήρχε αλλά δεν ξέραμε τι είναι».
«Η φωτιά ήταν δίπλα στο μωρό μου»
Η Μαρία Λαζαρίδου – επιβάτης στο βαγόνι 3 σημείωσε: «Ταξίδευα εκείνο τα βράδυ με την μαμά μου και την 6 μηνών κόρη μου από τα Τρίκαλα. Αλλάξαμε τρένο στο Παλαιοφάρσαλο. Εκεί είχε καθυστέρηση Τελικά ξεκίνησε από τη Λάρισα παρά την καθυστέρηση. Θυμάμαι πολλά από την σύγκρουση. Η κοπέλα δίπλα μου έβλεπε με τον φίλο της. Κάθισα για να ταΐσω το παιδί. Θυμάμαι μια απότομη στροφή. Έτρεχε πολύ το τρένο. Δεν πρόλαβα να την ταΐσω έφυγε το μπιμπερό από τα χέρια μου και μετά τίποτα. Άνοιξα τα μάτια μου παντού σκοτάδι. Άνοιξα τα μάτια μου ακριβώς δίπλα μου υπήρχε η φωτιά. Υπήρχαν ουρλιαχτά. Και συνειδητοποίησα πως είχα μωρό αλλά δεν είχα μωρό. Αρχίζω να φωνάζω το μωρό μου, αρχίσαμε να ψάχνουμε. Συνέχιζα να φωνάζω και το παιδί άρχισε να κλαίει. Ήταν κάτω από την καρέκλα. Χωρούσε μόνο το χέρι μας. Η μητέρα μου την τράβηξε έξω. Η φωτιά ήταν δίπλα μας. Φαινόταν σε καλή κατάσταση. Ήταν μαύρη από πάνω έως κάτω. Σκεφτόμασταν πως θα βγούμε. Φώναζα για να σπάσουν το παράθυρο.
«Εκείνη την ώρα είδα την κοπέλα που ήταν δίπλα μου με τον σύντροφό της. Πρέπει να είχαν πιαστεί τα πόδια της στις λαμαρίνες. Το κεφάλι δεν ήταν στη θέση του και ο σύντροφός της φώναζε. Προσπάθησα να προχωρήσω όμως δεν μπορούσα το βαγόνι είχε κλήση. Όταν φτάσαμε στο παράθυρο ένιωθα πως δεν έχω οξυγόνο. Ήταν σπασμένο. Υπήρχαν δύο άτομα, κάθισα στο παράθυρο τους έδωσα την μικρή και μου είπαν να πηδήξω. Πήδηξα βγήκα. Πήρα την μικρή. Ήμασταν από την πλευρά του δρόμου. Φτάσαμε σε ένα λόφο. Έβλεπα κόσμο να περπατάει με τις βαλίτσες του. Αυτό που ζούσα εκεί ήταν πόλεμος. Έπρεπε να ανέβουμε τον λόφο. Δεν μπορούσα με την μικρή να σκαρφαλώσω. Είχαν έρθει τα πυροσβεστικά και κατέβασαν ένα σχοινί. Κατέβηκε ένας πυροσβέστης και μας ανέβασε. Εκεί φτάσαμε στο δρόμο. Συνάντησα την Ζωή μια επιβάτιδα που με είχε βοηθήσει Της ζήτησα το τηλέφωνο και κάλεσα τον μπαμπά μου. Στο νοσοκομείο ήταν ένα χάος». Εκείνη τη στιγμή η μάρτυρας επιβάτης ένιωσε αδιαθεσία και το δικαστήριο διέκοψε για 10 λεπτά. Η γυναίκα δέχθηκε τις φροντίδες των εθελοντών διασωστών».
topontiki.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις






















































