«Όχι» στην αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου εμπορικής αξίας τουλάχιστον 122.000 ευρώ για οφειλή σε τράπεζα που ανέρχεται στο ποσό των 11.272,56 ευρώ είπε το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας. «Με την επίσπευση του πλειστηριασμού προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε βάρος της ανακόπτουσας», τονίζει η απόφαση που εξέδωσε, με την έναρξη της νέας χρονιάς το Τμήμα Ανακοπών του Πρωτοδικείου, ακυρώνοντας την εκτέλεση της πληρωμής και την αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου.
Η απόφαση ήρθε λίγες ημέρες πριν τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού ο οποίος έχει προγραμματιστεί να γίνει στις 14 Ιανουαρίου του 2026.
Το ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία για την ανακόπτουσα είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που έχει στην πλήρη κυριότητά της. Αφορά ένα διαμέρισμα 105 τ.μ και ποσοστό συνιδιοκτησίας 90/000 εξ’ αδιαιρέτου, σε οικόπεδο εκτάσεως 381 τ.μ. στην Αθήνα.
Την προφανή δυσαναλογία της οφειλής της η οποία έχει μεταφερθεί σε Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» σε σχέση με την αξία του ακινήτου της το οποίο είχε τονίσει η ίδια η ανακόπτουσα, κάνοντας λόγο για παραβίαση διατάξεων του Συντάγματος . « Η επίσπευση της επίδικης κατάσχεσης αντίκειται στις αρχές και τα όρια που τίθενται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στην αρχή της αναλογικότητας και, κατ’ επέκταση, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης διεξάγεται εναντίον της κατά τρόπο καταχρηστικό», ανέφερε.
Το σκεπτικό της απόφασης
Στο σκεπτικό της υπ’ αρ. 111/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας σημειώνεται ότι «σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 116 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, ερμηνευόμενων και με βάση τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται ότι οι προσβαλλόμενες επιταγή προς πληρωμή και έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας είναι άκυρες ως καταχρηστικές, ήτοι ως αντιβαίνουσες στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, στους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που επικρατούν στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής έννομης τάξης, αλλά και την αντικειμενική καλή πίστη, δηλαδή την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Τούτο δε διότι, βάσει της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, η θυσία που απαιτείται από την πλευρά της ανακόπτουσας οφειλέτιδας, ήτοι η απώλεια περιουσιακού αντικειμένου αξίας 122.000 ευρώ, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από την πλευρά της καθ’ ης για τις ανάγκες της επισπευδόμενης από την ίδια αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, είναι δυσανάλογα μεγάλη, για την ικανοποίηση απαίτησής της, ποσού 11.562,56 ευρώ, η οποία συγκριτικά με αυτή, τυγχάνει δυσανάλογα μικρή. Τούτων δοθέντων, το γεγονός ότι η αξία του ανωτέρω ακινήτου ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας, που εκτίθεται στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό, όπως καθορίσθηκε στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, είναι περίπου 10,5 φορές μεγαλύτερη από το ύψος της απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, αποτελεί περίσταση που καθιστά την εκ μέρους της τελευταίας άσκηση του δικαιώματος της μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις και ιδέες του μέσου κοινωνικού και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Επιπροσθέτως, η ίδια αρκούντως μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας (τιμής εκτίμησης – τιμής πρώτης προσφοράς) του ανωτέρω ακινήτου, που εκτίθεται στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό και της απαίτησης της καθ’ ης έχει ως συνέπεια να υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού, καθόσον η εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή δανείστριας αναγκαστική εκτέλεση υπερβαίνει τα όρια της θυσίας της ανακόπτουσας οφειλέτιδας. Συνεπώς, με την επίσπευση του προαναφερόμενου πλειστηριασμού προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε βάρος της ανακόπτουσας (υπόχρεης) σε σχέση με το όφελος της δικαιούχου καθ’ ης η ανακοπή, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Η προδιαληφθείσα κρίση του Δικαστηρίου περί της καταχρηστικότητας της, δυνάμει της ανακοπτόμενης επιταγής προς πληρωμή και της ανακοπτόμενης έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου, επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας, ήτοι το κέντρο των βιοτικών της συμφερόντων, και συνεπώς, σε περίπτωση ευδοκίμησης του πλειστηριασμού, οι συνέπειες που θα επέλθουν στο πρόσωπο της ανακόπτουσας από την απώλεια του περιουσιακού αυτού αντικειμένου της θα είναι ιδιαίτερα επαχθείς, συγκρινόμενες με τις συνέπειες από τη ματαίωση της ικανοποίησης του δικαιώματος είσπραξης της καθ’ ης. Από τα προαναφερθέντα εξάγεται, επομένως, ασφαλές συμπέρασμα ότι η καθ’ ης η ανακοπή επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της οφειλέτιδας – ανακόπτουσας επιλέγοντας μέτρο ιδιαίτερα επαχθές, ευρισκόμενο σε λογική ανακολουθία συγκριτικά με την ωφέλεια από την είσπραξη της απαίτησής της και εντεύθεν υπερβαίνον τα ανεκτά όρια της θυσίας από μέρους της, δεδομένου ότι προέβη σε κατάσχεση για συνολική οφειλή ύψους 11.562,56 ευρώ πλέον τόκων, του ένδικου ακινήτου, εμπορικής αξίας μεγαλύτερης και δη τουλάχιστον 122.000 ευρώ για ολόκληρο το ποσοστό πλήρους κυριότητας 100%, προκαλώντας υπέρμετρη βλάβη σε αυτήν, εφόσον πρόκειται να απωλέσει το ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική κατοικία της ιδίας, με αποτέλεσμα να είναι έκδηλη η δυσαναλογία μεταξύ του επιλεχθέντος μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού. Η ως άνω επαχθής για την ανακόπτουσα συνέπεια στοιχειοθετεί την απαιτούμενη εκ της διάταξης του άρθρου 159 περ. 3 του ΚΠολΔ βλάβη εκ των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και ως εκ τούτου οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης τυγχάνουν κατά παραδοχή ως ουσιαστικώς βάσιμου του παραπάνω σχετικού λόγου ανακοπής ακυρωτέες».
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις


















































