Αν ισχύουν όσα ανακοίνωσε πριν από λίγες ώρες ο Ντόναλντ Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες μόλις διέπραξαν κάτι που μέχρι πρότινος θεωρείτο αδιανόητο και εγκληματικό ακόμα και με τις πιο ελαστικές ερμηνείες του διεθνούς δικαίου: την απαγωγή του Νίκολας Μαδούρο, εκλεγμένου προέδρου ενός κυρίαρχου κράτους. Όχι σε συνθήκες κηρυγμένου πολέμου, όχι με εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ούτε καν με προηγούμενη έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου. Μόνο με μια ανάρτηση στο Truth Social.
Ο αναίτιος βομβαρδισμός και η επακόλουθη σύλληψη και απομάκρυνση του Μαδούρο και της γυναίκας του από τη Βενεζουέλα δεν συνιστά απλώς μια ακόμη αμερικανική επέμβαση σε μια ήπειρο που έχει στενάξει επί αιώνες από την «κηδεμονία» του ισχυρού βόρειου γείτονα. Συνιστά πραγματική τομή και πέρασμα σε μία νέα, απίστευτα τρομακτική εποχή.
Σηματοδοτεί την ανοιχτή εγκατάλειψη ακόμη και του ελάχιστου προσχήματος διεθνούς νομιμότητας. Μια τρομοκρατική ενέργεια που, μέχρι πρότινος, θα περίμενε κανείς μόνο από φορείς και μορφώματα που ουδεμία σχέση έχουν με δημοκρατικές αξίες. Οχι από υπερδυνάμεις που προβάλουν τον εαυτό τους ως θεματοφύλακες μιας «διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες».
Κλωτσοσκούφι οι διεθνείς κανόνες
Χαρακτηριστικά, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς , σε ανάρτηση του στα social media, σχολίασε ως εξής την κίνηση Τραμπ: «Η επίθεση των ΗΠΑ στην Βενεζουέλα είναι έγκλημα πολέμου. Αποτελεί πράξη πειρατείας. Οι ΗΠΑ εξελίσσονται από παγκόσμιος σερίφης σε παγκόσμιο νταή. Παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, την ανεξαρτησία και κυριαρχία τρίτου κράτους. Άνοιξαν το κουτί της Πανδώρας και δεν θα ξέρουν πως να το κλείσουν. Ουδέποτε υποστήριξα τον Μαδούρο. Όμως πάντα είμαι πιστός στο Διεθνες Δίκαιο και στα δικαιωματα των λαών και των κυρίαρχων κρατών».
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι και με αυτή την κίνησή του, ο Τραμπ καθιερώνει την πειρατεία ως βασικό κανόνα στις διεθνείς σχέσεις. Η ανθρωπότητα που είχε μπει ήδη σε πολύ δύσκολο δρόμο, τώρα εισέρχεται σε σκοτεινές εποχές. Πλέον, το διεθνές Δίκαιο και οι κανόνες που θεσπίστηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθίστανται κλωτσοκούφι, και εφαρμόζεται ο «κανόνας» του ισχυρότερου. Κάτι που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για ακόμα μεγαλύτερη παγκόσμια αστάθεια και πολεμικές εκρήξεις.
Οι πρακτικές με τις οποίες κινούνται οι ΗΠΑ πρέπει να προβληματίσουν ιδιαίτερα χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία έχει ανοικτά σοβαρά μέτωπα. Ο τρόπος που λειτουργεί ο Τραμπ, εκτός από εμπορικός – «συναλλακτικός», δείχνει ότι δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα και ότι, καταπατώντας ξεδιάντροπα το διεθνές Δίκαιο, ανά πάσα στιγμή μπορεί να «πουλήσει» τους πάντες. Ως εκ τούτου, ακόμα και αυτούς που δηλώνουν «πιστοί», δεδομένοι συμμαχοί του, όπως η Αθήνα και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μόνο και μόνο επειδή θα κρίνει ότι τον βολεύει κάποιο ντηλ για παράδειγμα με την Αγκυρα. Ας είναι, λοιπόν, προσεκτικοί οι κάθε λογής καλοθελητές της κυβέρνησης Μητσοτάκης, οι οποίοι επιδίδονται συστηματικά σε επιδείξεις οσφυοκαμψίας έναντι του εκάστοτε πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα.
Καταδίκη από τις λατινοαμερικανικές χώρες
Το Καράκας κατήγγειλε «στρατιωτική εισβολή» και «κρατική τρομοκρατία» κηρύττοντας , κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Δεν έχει αποσαφηνιστεί αν την εξουσία στη Βενεζουέλα έχει αναλάβει η αντιπρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες. Αξιωματούχοι έκαναν λόγο για πολλούς νεκρούς και τραυματίες από τις αμερικανικές επιδρομές, ενώ απαίτησαν αποδείξεις ότι ο Μαδούρο και η σύζυγός του παραμένουν ζωντανοί.
Στο διεθνές επίπεδο, οι αντιδράσεις ήταν ενδεικτικές της βαθιάς ρωγμής που προκαλεί η αμερικανική ενέργεια. Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ κάλεσε σε «αποκλιμάκωση» και σεβασμό του διεθνούς δικαίου και του Χάρτη του ΟΗΕ, αποφεύγοντας ωστόσο να κατονομάσει ευθέως τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Κούβα κατήγγειλε «εγκληματική επίθεση» και ζήτησε επείγουσα διεθνή αντίδραση, ενώ η Κολομβία έθεσε τις ένοπλες δυνάμεις της σε επιφυλακή, φοβούμενη μαζικές προσφυγικές ροές προς το έδαφος της. Αντιθέτως, ο πρόεδρος της Αργεντινής Χαβιέρ Μιλέι χαιρέτισε την εξέλιξη ως «νίκη της ελευθερίας», αποτυπώνοντας τη νέα ιδεολογική πόλωση στη Λατινική Αμερική.
Ακόμη και ο πρωθυπουργός μιας χώρας όπως η Βρετανία με ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ έσπευσε να πάρει αποστάσεις από την σοκαριστική ενέργεια. Ο Κιρ Στάρμερ έσπευσε να ξεκαθαρίσει πως η χώρα του δεν είχε καμία σχέση με την αμερικανική επίθεση και ζήτησε την εφαρμογή της διεθνούς νομιμότητας.

Σύγκλιση του Συμβουλίου Ασφαλείας ζητεί η Μόσχα
Η πιο σαφής και θεσμικά φορτισμένη διεθνής αντίδραση ήρθε από τη Ρωσία. Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών καταδίκασε απερίφραστα την αμερικανική επιχείρηση, κάνοντάς λόγο για «πράξη ένοπλης επιθετικότητας» κατά κυρίαρχου κράτους και ζητώντας τη σύγκληση έκτακτης συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
«Το πρωί, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε πράξη ένοπλης επίθεσης κατά της Βενεζουέλας. Αυτό προκαλεί βαθιά ανησυχία και καταδίκη», ανέφερε το ρωσικό ΥΠΕΞ σε ανακοίνωσή του, αμφισβητώντας ευθέως τα προσχήματα που επικαλέστηκε η Ουάσιγκτον για να δικαιολογήσει την επιχείρηση. «Η ιδεολογικοποιημένη εχθρότητα επικράτησε του πραγματισμού και της διάθεσης για σχέσεις βασισμένες στην εμπιστοσύνη και την κανονικότητα», ανέφερε η δήλωση.
Η Μόσχα κάλεσε σε αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης και σε αναζήτηση διεξόδου μέσω διαλόγου, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και σοβαρές κατηγορίες μεταξύ κρατών οφείλουν να αντιμετωπίζονται με πολιτικά και διπλωματικά μέσα. «Η Λατινική Αμερική πρέπει να παραμείνει ζώνη ειρήνης», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι στη Βενεζουέλα πρέπει να διασφαλιστεί το δικαίωμα να καθορίζει μόνη της το μέλλον της, «χωρίς καταστροφικές — και ιδίως στρατιωτικές — εξωτερικές παρεμβάσεις».
Θα δικαστεί στις ΗΠΑ
Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρούσε την ίδια ώρα να εμφανίσει την επιχείρηση αποκλειστικά ως ζήτημα ποινικής δικαιοσύνης. Η υπουργός Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι ανακοίνωσε ότι ο Μαδούρο κατηγορείται για «συνωμοσία ναρκοτρομοκρατίας», διακίνηση κοκαΐνης και κατοχή βαρέος οπλισμού, υπογραμμίζοντας ότι «θα αντιμετωπίσει την πλήρη ισχύ της αμερικανικής δικαιοσύνης επί αμερικανικού εδάφους».
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η ευκολία με την οποία η επιχείρηση παρουσιάζεται ως «αστυνομική»: σε συνεργασία, όπως υποστηρίζει ο Τραμπ, με την αμερικανική δικαιοσύνη. Όμως δεν υπάρχει καμία διεθνής σύμβαση που να επιτρέπει παρόμοιες ενέργειες. Αντιθέτως, οι στοχευμένες επιθέσεις, οι εξωδικαστικές εκτελέσεις σε «ύποπτα» σκάφη και τώρα η απαγωγή αρχηγού κράτους συνθέτουν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που ανάγει την πειρατεία και γκαγκστερισμό σε κυρίαρχη πολιτική.
Η απαγωγή του Μαδούρο δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο στη μακρά ιστορία της αμερικανικής εμπλοκής στη Λατινική Αμερική. Είναι μια δήλωση ισχύος που λέει πιο ξεκάθαρα παρά ποτέ: Όταν βρίσκεσαι απέναντι μου, το διεθνές δίκαιο είναι απλώς διακοσμητικό. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Μαδούρο άξιζε να λογοδοτήσει. Το ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει, πώς και με ποιο δικαίωμα. Και κυρίως: ποιος θα είναι ο επόμενος, όταν το όριο έχει ήδη ξεπεραστεί.
Το προηγούμενο του Νοριέγκα
Αυτή η απαράδεκτη κίνηση Τραμπ, δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται από τις ΗΠΑ. Οπως έγραψε στα social media ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σωτήρης Ρούσσος, «τον Δεκέμβριο του 1989, οι ΗΠΑ εισέβαλαν στον Παναμά, κατηγορώντας τον δικό τους δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγα για διακίνηση ναρκωτικών και άλλα εγκλήματα. Ο Νοριέγα παραδόθηκε τον Ιανουάριο του 1990 στις αμερικανικές δυνάμεις, οι οποίες τον μετέφεραν στις ΗΠΑ.

Σε αντίθεση με την αστραπιαία σύλληψη του Μαδούρο, η επιχείρηση για τη σύλληψη του Νοριέγα διήρκεσε εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων έγιναν σκληρές μάχες με χιλιάδες νεκρούς και μεγάλες καταστροφές. Ο Νοριέγα είχε καταφύγει στην πρεσβεία του Βατικανού από όπου τελικά αναγκάστηκε να παραδοθεί.
Μόλις βρέθηκε στις ΗΠΑ, ο Νοριέγα έδωσε μια πολυετή δικαστική μάχη για να αναγνωριστεί ως αιχμάλωτος πολέμου, και όχι ως κοινός εγκληματίας. Τελικά ο Νοριέγα κέρδισε αυτή τη μάχη (μιας και ήταν αντικομμουνιστής…) και ανακηρύχθηκε αιχμάλωτος πολέμου, αντί για απλός κρατούμενος. Αυτό του έδινε δικαίωμα σε ορισμένα προνόμια, όπως να φορά τη στολή του και να κρατείται σε λιγότερο περιοριστικές συνθήκες. Ύστερα από 20 χρόνια κράτησης στις ΗΠΑ, εκδόθηκε στη Γαλλία και αργότερα επέστρεψε στον Παναμά, όπου πέθανε το 2017.
Οι δικαιολογίες και οι μέθοδοι με τις οποίες οι ΗΠΑ συνέλαβαν τον Νοριέγα και τον Μαδούρο είναι παρόμοιες. Οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν και τους δύο όχι ως «αρχηγούς κράτους» με διπλωματική ασυλία, αλλά ως «ναρκοεμπόρους» που παραβίασαν την αμερικανική νομοθεσία. Ωστόσο, υπάρχει μια διαφορά: ο Νοριέγα δεν ήταν πρόεδρος, αλλά διοικητής των Παναμαϊκών Αμυντικών Δυνάμεων, ένας de facto κυβερνήτης που κυριαρχούσε παρασκηνιακά. Όπως ένα ομοσπονδιακό σώμα ενόρκων στη Φλόριντα απήγγειλε κατηγορίες κατά του Νοριέγα για διακίνηση ναρκωτικών το 1988, έτσι και το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ απήγγειλε κατηγορίες κατά του Μαδούρο το 2020 για «ναρκοτρομοκρατία» — θεωρώντας τον επικεφαλής ενός καρτέλ ναρκωτικών — και τον επικήρυξε με 15 εκατομμύρια δολάρια.
Πρόκειται για μια τυπική «υβριδική στρατηγική», όπου οι αμερικανικές δικαστικές κατηγορίες λειτουργούν ως βάση για τη νομιμοποίηση αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Και στις δύο περιπτώσεις, ο φαινομενικός στόχος ήταν η ανατροπή δικτατοριών, αλλά στην πραγματικότητα μοιράζονται τα κοινά χαρακτηριστικά της στρατιωτικής επέμβασης, η οποία εξυπηρετεί φυσικά τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της επικράτησης της δικαιοδοσίας της αμερικανικής δικαστικής εξουσίας στο έδαφος μιας άλλης χώρας. Η στρατιωτική ισχύς δεν χρησιμοποιήθηκε, σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, ως μέσο αλλαγής καθεστώτος, αλλά κινητοποιήθηκε ως εξαναγκαστικό μέτρο για τη διασφάλιση της κράτησης των κατηγορούμενων εγκληματιών.
Παρότι η μορφή των συλλήψεων είναι ίδια, η κλίμακα και τα γεωπολιτικά περιβάλλοντα των χωρών-στόχων παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές. Το 1989, ο Παναμάς, παρά τη νευραλγική θέση της Διώρυγας, ήταν ένα μικρό κράτος με πληθυσμό 2 εκατομμυρίων και ο Νοριέγα ήταν διεθνώς απομονωμένος. Αντίθετα, η Βενεζουέλα είναι μια χώρα, πολύ μεγαλύτερη, πλούσια σε πόρους, με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, και εμπλέκεται σε περίπλοκα συμφέροντα με τη Ρωσία και την Κίνα.
Διαφέρουν επίσης οι μορφές των επιχειρήσεων. Ενώ η εισβολή στον Παναμά ήταν ένας πόλεμος πλήρους κλίμακας, με την ανάπτυξη μεγάλων χερσαίων δυνάμεων, 26.000 στρατιωτών, για την κατάληψη της πρωτεύουσας και τη διάλυση του στρατού, η παρούσα επιχείρηση πραγματοποιήθηκε με τη μορφή ενός «πλήγματος πολιτικού αποκεφαλισμού», χρησιμοποιώντας πλήγματα ακριβείας και ειδικές δυνάμεις για την εξουδετέρωση αποκλειστικά της ηγεσίας. Αυτό σημαίνει ότι, παρότι η κεντρική μορφή του Μαδούρο έχει απομακρυνθεί, ο εκτεταμένος τακτικός στρατός και οι φιλοκυβερνητικές ένοπλες πολιτοφυλακές που τον υποστήριζαν, γνωστές ως «Colectivos», παραμένουν άθικτες».
neostrategy.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις





















































