Πώς η απόφαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών να αποστείλει στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου το «βαρύ» σκέλος της δικογραφίας μπορεί να οδηγήσει σε παραγραφή.

Στην πιο κρίσιμη φάση της εισέρχεται η υπόθεση διερεύνησης του σκανδάλου των υποκλοπών μετά και το χθεσινό – προεξοφλημένο από την επομένη της καταδικαστικής απόφασης – σπάσιμο της δικογραφίας.

Η απόφαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών να αποστείλει – χωρίς καν να ζητηθεί – στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου το «βαρύ» σκέλος της δικογραφίας που αφορά στο ενδεχόμενο αδίκημα της κατασκοπείας και τις ευθύνες των στελεχών της Intellexa και της Krikel, τα οποία είχαν μείνει στο απυρόβλητο από τη… διερεύνηση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, αποτελεί μία κίνηση εξαιρετικά υψηλού ρίσκου, καθώς δύναται να οδηγήσει σε de facto καθυστερήσεις που θα οδηγήσουν σε παραγραφή σοβαρών αδικημάτων.

Να σημειωθεί πως η πολυσέλιδη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που προέκυψε μετά από εκτενή αποδεικτική διαδικασία, έκρινε ότι απαιτούνται τέσσερις διακριτές έρευνες ώστε να φωτιστούν πλήρως όλες οι πτυχές μιας υπόθεσης που αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας του κράτους δικαίου :

– Πρώτον, η διερεύνηση του ενδεχόμενου αδικήματος της κατασκοπείας, με επίκεντρο τη χρήση του λογισμικού Predator και την πιθανή πρόσβαση σε απόρρητα δεδομένα κρατικών και στρατιωτικών αξιωματούχων·

– δεύτερον, ο έλεγχος της ποινικής ευθύνης στελεχών των εμπλεκόμενων εταιρειών που φέρονται να είχαν ενεργό και αποφασιστικό ρόλο στη λειτουργία των επίμαχων επιχειρήσεων·

– τρίτον, η διερεύνηση του αδικήματος της ψευδορκίας, ιδίως σε σχέση με καταθέσεις προσώπων όπως ο Σταμάτης Τρίμπαλης και άλλοι μάρτυρες ενώπιον της Βουλής και της Δικαιοσύνης·

– και τέταρτον, η εξέταση επιμέρους πτυχών που σχετίζονται με τη διακίνηση των μολυσμένων μηνυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης προπληρωμένων καρτών και της ταυτοποίησης προσώπων που εμπλέκονται στην αποστολή τους, ώστε να αποτυπωθεί πλήρως η αλυσίδα ευθυνών.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον το αδίκημα της κατασκοπείας, με το δικαστήριο να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, στη δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης σε κρίσιμα δεδομένα και στο γεγονός ότι μεταξύ των στόχων συγκαταλέγονται πολιτικά πρόσωπα, κρατικοί αξιωματούχοι και στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Το στοιχείο αυτό ενισχύει τη βαρύτητα της υπόθεσης, ενώ παράλληλα προκαλεί ερωτήματα για το γεγονός ότι πολλοί από τους θιγόμενους δεν έχουν ακόμη καταθέσει ενώπιον των αρχών.

Δικονομικοί χειρισμοί οδηγούν σε παραγραφή αδικήματα από τους «αδύναμους κρίκους»

Την ίδια ώρα, η δεύτερη πτυχή της έρευνας αφορά στελέχη εταιρειών που, σύμφωνα με το δικαστήριο, δεν λειτουργούσαν απλώς ως εκτελεστικά όργανα, αλλά είχαν πλήρη γνώση και αποφασιστικό ρόλο στις επίμαχες δραστηριότητες. Η διερεύνηση των ευθυνών τους θεωρείται κρίσιμη, ωστόσο συνοδεύεται από έντονη πίεση χρόνου, καθώς η ανάγκη ολοκλήρωσης της διαδικασίας πριν από την παραγραφή είναι πλέον επιτακτική.

Η χρονική διάσταση της υπόθεσης αναδεικνύεται ως καθοριστικός παράγοντας. Από τις 20 Μαρτίου 2026, όταν καθαρογράφθηκε η δικαστική απόφαση, κάθε ημέρα που περνά οδηγεί στην παραγραφή επιμέρους πράξεων που αποδίδονται σε συνεργούς των καταδικασθέντων. Γιατί; Οι πράξεις αυτές φέρονται να τελέστηκαν το 2021, κυρίως κατά το διάστημα Μαρτίου έως Ιουνίου, μέσω της αποστολής μολυσμένων μηνυμάτων. Επιμολύνσεις έγιναν έως το Νοέμβριο του 2021.

Στο επίκεντρο λοιπόν βρίσκονται εννέα πρόσωπα, για τα οποία το Μονομελές Πλημμελειοδικείο ζήτησε να διερευνηθεί ο ρόλος τους στην τέλεση κακουργημάτων και πλημμελημάτων . Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι Rotem Farkash, Merom Harpaz, Einat Semama, Δημήτριος Ξυπτεράς, Ιωάννης Τουμπής, Ιωάννης Μπόλιαρης, Σωτήριος Ντάλας, Αιμίλιος Κοσμίδης και Κωνσταντίνος Πετρίσης, καθώς και άλλα ενδεχομένως εμπλεκόμενα πρόσωπα. Πρόκειται για 9 πρόσωπα που θεωρούνται «αδύναμοι κρίκοι», δεδομένου ότι ήταν είτε υπάλληλοι είτε διαδραμάτισαν ρόλο… εξωτερικού συνεργάτη στο κύκλωμα του Predator και ακριβώς για αυτό τον λόγο θεωρούνται και «επίφοβοι» να προσδώσουν νέα στοιχεία στη δικαστική διερεύνηση εφόσον βρεθούν αντιμέτωποι με δικαστικές εξελίξεις.

Ωστόσο, οι δικονομικοί χειρισμοί έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Η απόφαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών να διαβιβάσει το σχετικό σκέλος της δικογραφίας στον Άρειο Πάγο, αντί να προχωρήσει άμεσα σε άσκηση διώξεων, χαρακτηρίζεται από νομικούς κύκλους ως υψηλού ρίσκου, καθώς δημιουργεί πρόσθετη καθυστέρηση σε μια περίοδο όπου ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της απονομής δικαιοσύνης.

Στο στόχαστρο της κριτικής βρίσκονται οι χειρισμοί του εισαγγελέα της Ποινικής Δίωξης, Σωτήρη Μπουγιούκου, καθώς και η στάση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, με βασικό ερώτημα γιατί δεν έχει υπάρξει κινητοποίηση για την αποτροπή των παραγραφών.

Όσο αυτό δε γίνεται, τόσο θα καθίσταται πιο βάσιμη η θεωρία πως για δεύτερη φορά, μετά και την «εποποιία» Αδειλίνη – Ζήση, επιχειρείται δικαστικό κουκούλωμα της υπόθεσης που «ξέφυγε» σε ένα Μονομελές Πλημμελειοδικείο…

dnews.gr

Φωτογραφία: Pexels

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις