Το απόγευμα της Παρασκευής, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου έκρινε ένοχο διευθυντή ξενοδοχείου στην Ιαλυσό, στο πλαίσιο της πολύκροτης υπόθεσης που συνδέεται με τον θάνατο 3χρονου παιδιού ρουμανικής καταγωγής σε πισίνα.

Το δικαστήριο του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών με 3ετή αναστολή.

Η ετυμηγορία αποκτά βαρύτητα όχι μόνο για το ποινικό της σκέλος, αλλά και για το μήνυμα που εκπέμπει σχετικά με την πραγματική, όχι τυπική, ευθύνη που αποδίδεται σε θέσεις διοίκησης όταν η ασφάλεια των εγκαταστάσεων αφορά παιδιά, οικογένειες και χώρους μαζικής χρήσης.

Η υπόθεση, που από την αρχή της διαδρομής της έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της επιτήρησης, της οριοθέτησης και της λειτουργικής φύλαξης κολυμβητικών δεξαμενών, επανήλθε στο δικαστήριο ως εκκρεμότητα της διοικητικής κορυφής, μετά από προηγούμενες δικαστικές εξελίξεις για άλλα πρόσωπα.

Ο κατηγορούμενος δικάστηκε με την ιδιότητα του διευθυντή ξενοδοχείου, δηλαδή ως προσώπου που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, είχε αυξημένη υποχρέωση να διασφαλίζει ότι η λειτουργία των πισινών γίνεται με τρόπο που αποκλείει επικίνδυνες προσβάσεις και μειώνει δραστικά τον κίνδυνο ατυχήματος, ειδικά για ανήλικους.

Η κεντρική αιτίαση που αποτυπώνεται στη δικογραφική αφήγηση είναι ότι, λόγω αμελών παραλείψεων στο επίπεδο της οργάνωσης και των μέτρων, κατέστη δυνατή η ανεμπόδιστη πρόσβαση και παραμονή του παιδιού σε κολυμβητική δεξαμενή ενηλίκων, βάθους 1,35 μ., όπου εκδηλώθηκε παραπνιγμός, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η μοιραία εξέλιξη.

Με άλλα λόγια, η καταδίκη δεν στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ένα τραγικό συμβάν αρκεί από μόνο του για να θεμελιώσει ευθύνη, αλλά στο ό,τι αποδόθηκε στον διευθυντή ειδική υποχρέωση πρόληψης και ελέγχου, η οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν εκπληρώθηκε στον βαθμό που απαιτούν οι κανόνες ασφαλείας και η πρακτική πραγματικότητα ενός ξενοδοχείου με παιδιά.

Το αντικείμενο της δίκης, όπως είχε περιγραφεί και πριν από την εκδίκαση, ήταν η ουσιαστική αξιολόγηση του αν υπήρξαν παραλείψεις στην οργάνωση των μέτρων και αν αυτές συνδέονται αιτιωδώς με το τραγικό αποτέλεσμα.

Από την ακροαματική διαδικασία φέρεται να προέκυψε ότι το ξενοδοχείο δεν ήταν εφοδιασμένο με ικανό αριθμό ναυαγοσωστών για να καλύψει τις ανάγκες του συνόλου των πισινών.

Το χρονικό του περιστατικού και η εξέλιξη μέχρι τον θάνατο

Το περιστατικό που οδήγησε στον θάνατο του παιδιού συνέβη στις 3 Αυγούστου 2020. Το παιδί, ηλικίας 3 ετών, ρουμανικής καταγωγής, βρισκόταν στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου. Σε χρόνο που αποδείχθηκε μοιραίος, το παιδί απομακρύνθηκε χωρίς επιτήρηση και κατευθύνθηκε προς τον χώρο των πισινών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, δίπλα στη ρηχή παιδική πισίνα υπήρχε κολυμβητική δεξαμενή ενηλίκων με διακριτικό όνομα «ATHENA», βάθους 1,35 μ. Η συγκεκριμένη δεξαμενή αναφερόταν ως εκτός λειτουργίας, όμως το κρίσιμο σημείο είναι ότι, παρότι δεν λειτουργούσε, δεν είχε αποκλειστεί αποτελεσματικά. Η πρόσβαση, όπως περιγράφεται, δεν είχε αποτραπεί με τρόπο που να εμποδίζει πραγματικά ένα μικρό παιδί από το να περάσει στον χώρο και να βρεθεί στο νερό. Η ύπαρξη μόνο πινακίδας απαγόρευσης εισόδου δεν θεωρήθηκε από την πλευρά της κατηγορίας ως μέτρο ικανό να αποτρέψει όλους τους λουόμενους και ειδικά τα ανήλικα παιδιά.

Το παιδί, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, βρέθηκε στην πισίνα ενηλίκων και υπέστη παραπνιγμό. Το περιστατικό δεν έκλεισε εκεί. Ακολούθησε μια πορεία επιδείνωσης που ανέδειξε τη σκληρή πραγματικότητα του δευτερογενούς πνιγμού.

Μετά το συμβάν, το παιδί μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου και στη συνέχεια σε νοσοκομείο του Ηρακλείου. Η υπόθεση περιγράφει ότι ο θάνατος επήλθε στις 31 Αυγούστου 2020 και αποδόθηκε σε δευτερογενή πνιγμό, δηλαδή σε επιπλοκή που συνδέεται με την είσοδο υγρών στο αναπνευστικό και την προοδευτική επιδείνωση της κατάστασης, ακόμη και αν το αρχικό επεισόδιο φαίνεται να έχει αντιμετωπιστεί.

Αυτή η χρονική απόσταση ανάμεσα στο ατύχημα και την κατάληξη είναι που κάνει τέτοιες υποθέσεις ακόμη πιο βαριές για τις οικογένειες, αλλά και πιο σύνθετες για τη δημόσια συζήτηση. Η τραγωδία δεν ήταν μια στιγμιαία είδηση, ήταν μια εξέλιξη ημερών που έληξε με τον χειρότερο τρόπο.

Σε επίπεδο κατηγορητηρίου, το περιστατικό συνδέεται με την πρόσβαση του παιδιού σε συγκεκριμένη κολυμβητική δεξαμενή ενηλίκων, βάθους 1,35 μ., που εφαπτόταν με ρηχή παιδική πισίνα, στοιχείο που έφερε στο επίκεντρο το αν υπήρχαν επαρκείς φυσικοί φραγμοί, πραγματική επιτήρηση και λειτουργικά μέτρα αποτροπής εισόδου παιδιών σε χώρους αυξημένου κινδύνου.

Το πλαίσιο ευθυνών και το ζήτημα των μέτρων ασφαλείας

Στα έγγραφα της υπόθεσης, η συζήτηση για την ασφάλεια δεν περιορίζεται σε μία πινακίδα ή σε μια γενική αναφορά παρουσίας προσωπικού. Από τη μία πλευρά, αποτυπώνεται ότι η ύπαρξη μόνο πινακίδας απαγόρευσης εισόδου δεν θεωρήθηκε ικανό μέτρο για να αποτρέψει όλους τους λουόμενους και ειδικά τα ανήλικα παιδιά, άρα τέθηκαν ζητήματα ουσιαστικής περίφραξης, αποκλεισμού και επιτήρησης.

Από την άλλη πλευρά, στα στοιχεία που επικαλείται η υπεράσπιση περιλαμβάνονται αναφορές σε απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, όπως σήμανση, ωράριο λειτουργίας των δεξαμενών, ύπαρξη σωστικών μέσων και κυρίως παρουσία επόπτη ασφαλείας σε κοινόχρηστες κολυμβητικές δεξαμενές, καθώς και ισχυρισμοί ότι και στην παιδική πισίνα υπήρχε επόπτης ασφαλείας. Παράλληλα γίνεται αναφορά σε διαχωριστικό ανάμεσα σε δεξαμενές και σε μέσα που χρησιμοποιούνταν για να «σφραγίζονται» οι πισίνες κατά τις ώρες μη λειτουργίας.

Στο ίδιο πλαίσιο, η υπεράσπιση περιγράφει ότι είχαν προβλεφθεί ναυαγοσώστες και ότι υπήρχε ανάθεση της εποπτείας και της παροχής ναυαγοσωστών σε ανάδοχο, παρουσιάζοντας το μοντέλο λειτουργίας ως οργανωμένο.

Η δικαστική κατάληξη, ωστόσο, δείχνει ότι το δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην ύπαρξη διατυπώσεων ή εγγράφων, αλλά έκρινε με βάση το αν η συνολική οργάνωση και η εφαρμογή των μέτρων απέτρεπαν στην πράξη αυτό που συνέβη, δηλαδή την πρόσβαση ενός παιδιού σε χώρο που δεν έπρεπε να μπορεί να προσεγγίσει χωρίς άμεση παρέμβαση.

Η διαδρομή της υπόθεσης πριν από την απόφαση

Η υπόθεση είχε ήδη περάσει από δικαστική κρίση για άλλα πρόσωπα. Στην πρωτόδικη διαδικασία του Μαΐου 2025, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου είχε κρίνει ένοχη την επιβλέπουσα ναυαγοσώστρια για αμελή εκτέλεση καθηκόντων, με την αιτιολογία ότι όφειλε να βρίσκεται στο πόστο της μέχρι συγκεκριμένη ώρα, αλλά την κρίσιμη στιγμή απουσίαζε, επιβάλλοντας και τότε ποινή 2 ετών με 3ετή αναστολή και αναγνώριση πρότερου σύννομου βίου. Αντίθετα, άλλα πρόσωπα που είχαν παραπεμφθεί κρίθηκαν αθώα.

Το σκέλος που αφορούσε στον διευθυντή δεν είχε κλείσει τότε ουσιαστικά, καθώς το κατηγορητήριο δεν προχώρησε σε εκδίκαση επειδή είχε κηρυχθεί άκυρο, αφήνοντας ανοιχτή την εκκρεμότητα στο επίπεδο της διοικητικής ευθύνης. Αυτή η εκκρεμότητα ήταν που οδήγησε στη νέα παραπομπή και στη κατάληξη της Παρασκευής.

Παράλληλα, σε αστικό επίπεδο, έχει καταγραφεί ότι με απόφαση που εκδόθηκε στις 20.06.2025 έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή των οικείων του παιδιού, με κρίση ότι υπήρξαν παραλείψεις σχετικές με την ασφάλεια, όπως ο μη επαρκής αποκλεισμός και η επιτήρηση της δεξαμενής στην οποία εισήλθε το παιδί, στοιχείο που αποτυπώνει πως το ζήτημα της ασφάλειας εξετάστηκε και από άλλη δικαιοδοτική οπτική.

Η γραμμή της υπεράσπισης  και το βάρος της κρίσης

Στο πλαίσιο της διαδικασίας, η υπεράσπιση κατέθεσε θέση πλήρους άρνησης, υποστηρίζοντας ότι δεν πληρούται ούτε η αντικειμενική ούτε η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, με αναφορές στο ό,τι είχαν ληφθεί μέτρα και ότι δεν έχει διαπιστωθεί αρμοδίως παράτυπη λειτουργία των πισινών, ενώ προβάλλεται η εικόνα ενός χώρου με σήμανση και οργανωμένη ναυαγοσωστική κάλυψη.

Η απόφαση του δικαστηρίου, με την ενοχή και ταυτόχρονα την αναγνώριση του πρότερου σύννομου βίου, διαμορφώνει ένα διπλό αποτύπωμα: αφενός καταγράφει ποινική ευθύνη στη διοικητική αλυσίδα, αφετέρου δείχνει ότι το δικαστήριο στάθμισε στοιχεία προσωπικής διαδρομής του κατηγορούμενου, οδηγώντας σε ποινή φυλάκισης 2 ετών με 3ετή αναστολή.

Στο παρασκήνιο μιας τέτοιας υπόθεσης βρίσκεται πάντα το ίδιο δύσκολο ερώτημα της κοινωνίας, πόσο ασφαλής είναι ένας χώρος που, στα χαρτιά, μοιάζει καλυμμένος, αλλά στην πράξη επιτρέπει σε ένα παιδί να βρεθεί μόνο του εκεί όπου ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να γίνει η τραγωδία. Η ετυμηγορία στη Ρόδο, ανεξάρτητα από το πώς θα αποτιμηθεί στη συνέχεια, επαναφέρει στο κέντρο το βάρος της πρόληψης ως καθημερινή υποχρέωση και όχι ως τυπική συμμόρφωση.

Την υπόθεση χειρίστηκε ο δικηγόρος Στέλιος Κιουρτζής.

dimokratiki.gr

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις