Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, παραδέχεται ότι «τομείς της γερμανικής οικονομίας βρίσκονται σε πολύ κρίσιμη κατάσταση» και ότι η κυβέρνησή του «δεν έχει κάνει αρκετά». Αυτή η διατύπωση είναι υπεκφυγή. Η Γερμανία δεν κατέρρευσε απλώς από αδράνεια. Οι αριθμοί «φώναζαν», οι προειδοποιήσεις ήταν σαφείς, και παρ’ όλα αυτά ελήφθησαν αυτοκτονικές αποφάσεις.

Ας ξεκινήσουμε από τον τομέα της Ενέργειας, απ’ όπου και οι συνέπειες για τα υπόλοιπα. Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, το βιομηχανικό μοντέλο της Γερμανίας στηριζόταν στο σταθερό ρωσικό αέριο μέσω αγωγών, με τιμή περίπου 15–25 ευρώ ανά MWh. Η χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας κυμαινόταν κατά μέσο όρο στα 30–50 ευρώ. Αυτή η σταθερότητα —όχι θεωρητική, αλλά πρακτική—οδήγησε στην ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας, επιτρέποντάς της μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, προστατεύοντας τα περιθώρια κέρδους και διατηρώντας βιώσιμη την ενεργοβόρα μεταποίηση. Καθιστούσε επίσης διαχειρίσιμους τους λογαριασμούς των νοικοκυριών, ουσιαστικούς τους μισθούς και εφικτή την κοινωνική συνοχή.

Το Βερολίνο γνώριζε τις συνέπειες

Μετά την εισβολή, αυτή η θεμελιακή βάση αποδομήθηκε σκόπιμα. Οι τιμές του φυσικού αερίου εκτοξεύτηκαν, φτάνοντας πάνω από 300 ευρώ ανά Mwh. Το 2022, δεκαπλάσια έως εικοσαπλάσια αύξηση στο απόγειο της κρίσης. Το ηλεκτρικό ρεύμα ακολούθησε. Η γερμανική χονδρική τιμή ρεύματος ήταν κατά μέσο όρο περίπου 235 ευρώ ανά MWh εκείνη τη χρονιά, με ενδοημερήσιες αιχμές πάνω από 400 ευρώ. Ακόμη και μετά τις επιδοτήσεις, την επιβολή δελτίου και τα λογιστικά τεχνάσματα, οι τιμές παραμένουν σήμερα γύρω στα 100–130 ευρώ ανά Mwh. Περίπου τρεις έως τέσσερις φορές πάνω από το προπολεμικό επίπεδο.

Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακό. Είναι μια μόνιμη ανατιμολόγηση της γερμανικής βιομηχανίας, άμεσο αποτέλεσμα της συγκατάθεσης του Βερολίνου στον σαμποτάζ του NordStream και της σιωπηρής λήξης της εποχής του φθηνού, αξιόπιστου ρωσικού ενεργειακού εφοδιασμού.

Αυτή η ταπείνωση βαραίνει αποκλειστικά την υποτακτική ελίτ της Γερμανίας. Το κόστος μετακυλίστηκε στα νοικοκυριά μέσω υψηλότερων λογαριασμών θέρμανσης και ηλεκτρισμού, αυξανόμενων τιμών τροφίμων και συρρίκνωσης των πραγματικών μισθών, ενώ στους Γερμανούς έλεγαν ότι αυτό ήταν το τίμημα του «να στεκόμαστε στο πλευρό της Ουκρανίας». Πλήρωναν περισσότερα για να ζουν χειρότερα και τους ζητήθηκε να αισθάνονται ηθικά ανώτεροι.

Πλήγμα στον κλάδο του αυτοκινήτου, την καρδιά της οικονομίας

Η παραγωγή των ενεργοβόρων βιομηχανιών έχει πέσει κατά 20% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Η χημική βιομηχανία συρρικνώθηκε. Οι προμηθευτές αυτοκινήτων μείωσαν τις θέσεις εργασίας σε διψήφιο ποσοστό. Η BASF περιόρισε την εγχώρια δραστηριότητα ενώ επεκτάθηκε στο εξωτερικό. Οι νέες βιομηχανικές επενδύσεις κατευθύνονται ολοένα και περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία, όχι στη Γερμανία. Τα κόστη κοινωνικοποιήθηκαν προς τα κάτω.

Οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν χάσει σχεδόν το μισό του μεριδίου τους στην αγορά της Κίνας από το 2020, από το υψηλό ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του ’20 σε 10-15%. Οι πωλήσεις της Porsche στην Κίνα έχουν μειωθεί περίπου 25–30%. Τα λειτουργικά περιθώρια της Volkswagen έχουν καταρρεύσει προς το 4%. Η απασχόληση σε όλο το δίκτυο προμηθευτών αυτοκινήτου έχει μειωθεί σε υψηλά μονοψήφια ποσοστά, με μεγάλες εταιρείες να περικόπτουν το 10% ή και περισσότερο του εργατικού δυναμικού τους. Αυτές δεν ήταν τάσεις που δεν ήταν ορατές. Η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας. Το Βερολίνο επέλεξε την ιδεολογική υπακοή αντί της βιομηχανικής πραγματικότητας και πλήρωσε το τίμημα.

Κέρδη για τους λίγους – πολεμική βιομηχανία

Κι όμως οι ίδιες πολιτικές συνεχίστηκαν. Γιατί; Επειδή η κατάρρευση για τους πολλούς σήμαινε κέρδη για τους λίγους. Ενώ η βιομηχανική βάση της Γερμανίας συρρικνωνόταν, ο στρατιωτικο‑βιομηχανικός της τομέας άνθισε. Ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της Γερμανίας έχει διογκωθεί ως ποσοστό των ομοσπονδιακών δαπανών, με την Μπούντεσταγκ να εγκρίνει συμβάσεις εξοπλισμών ρεκόρ αξίας περίπου €50–€52 δισ. μόνο στα τέλη του 2025. Ενα από τα μεγαλύτερα πακέτα προμηθειών στην ιστορία του έθνους για εξοπλισμούς, από οχήματα, πυραύλους μέχρι δορυφόρους.

Στο επίκεντρο αυτής της άνθησης βρίσκεται η Rheinmetall, κάποτε περιφερειακός παίκτης, τώρα η μηχανή του επανεξοπλισμού της Ευρώπης. Το ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών της έφτασε σε ρεκόρ 63 δισ. ευρώ, με τις συμφωνίες‑πλαίσιο να εκτοξεύονται κατά 181% σε ετήσια βάση στις αρχές του 2025. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 36% το 2024 καθώς η ζήτηση για αμυντικά συστήματα εκτινάχθηκε.

Bloomberg-neostrategy.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις