Η αναθεώρηση του Συντάγματος ως προεκλογικό τρικ της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μπορεί να υποβιβάζεται και να θυσιάζεται στο βωμό του μικροκομματικού συμφέροντος

H κυβέρνηση ανακοίνωσε την εκκίνηση της διαδικασίας για αναθεώρηση του Συντάγματος.

Η επιλογή του χρόνου για την έναρξη της κορυφαίας θεσμικής διαδικασίας προδίδει πολλά για τις πραγματικές προθέσεις και σκοπούς της κίνησης αυτής από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Άλλωστε, ο μη έντιμος πρότερος βίος της σε ό,τι αφορά τον σεβασμό των θεσμών και του Κράτους Δικαίου λειτουργεί απολύτως επιβαρυντικά, σχεδόν νομιμοποιεί την υποψία για εργαλειοποίηση ακόμη και της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης. Άλλωστε δεν νομίζω ότι διαφωνεί κανείς ότι ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του.

Η τοξικότητα, η πολιτική ανισορροπία, η ρευστότητα, η κρίση εμπιστοσύνης και αντιπροσώπευσης, που χαρακτηρίζουν αυτή τη στιγμή το πολιτικό σκηνικό, όπως καταγράφεται σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης -ακόμη και σε όσες διεξάγονται με «υπαγόρευση» ευρημάτων- και στις σοβαρές πολιτικές αναλύσεις, απέχουν παρασάγγας από τη διαμόρφωση κλίματος για ουσιαστικό πολιτικό διάλογο με νηφαλιότητα και την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων, που απαιτούνται για την αναθεώρηση του ανώτατου νόμου της Πολιτείας.

Η πόλωση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση είναι μεγάλη και δεν φαίνεται να υπάρχουν μεγάλα περιθώρια να βρεθεί κοινός τόπος, είτε τώρα, ως προς την πρόταση αναθεώρησης, είτε στην επόμενη Βουλή, η οποία θα κληθεί να ψηφίσει την αναθεώρηση.

Γιατί το κάνει λοιπόν η κυβέρνηση; Γιατί θέλει να ξεκινήσει την προεκλογική της εκστρατεία και να δείξει ότι έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Θα κάνει μια σειρά από προτάσεις για την αναθεώρηση που πρωτίστως θα πιστεύει ότι «χαϊδεύουν τα αυτιά» του κομματικού της ακροατηρίου και στη συνέχεια θα προσπαθήσει να «στριμώξει» την αντιπολίτευση, πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ, που αυτή τη στιγμή δεν έχει κανένα λόγο να ψηφίσει οτιδήποτε μαζί με τη Νέα Δημοκρατία, ότι δεν συμπεριφέρεται ως «υπεύθυνη πολιτική δύναμη» και με αυτόν τον τρόπο να προσπαθήσει να αποσπάσει μέρος της εκλογικής επιρροής του.

Δηλαδή, εξαρχής γίνεται ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι δεν πρόκειται για μία πολιτική επιλογή που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση υπαρκτών προβλημάτων στον «θεμελιώδη νόμο» του κράτους και στη βελτίωση της λειτουργίας των Θεσμών. Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε με μια κοντόθωρη αντίληψη, άλλο ένα επικοινωνιακό τέχνασμα για να διαμορφωθεί ευνοϊκό κλίμα για την κυβέρνηση.

 

Προφανώς κάποιες από τις προτάσεις που θα γίνουν θα αφορούν ιδεολογικές εμμονές της Νέας Δημοκρατίας όπως η επικύρωση -και με τυπικό συνταγματικό τρόπο- της λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων (αυτά που ήδη έχει νομοθετήσει και των οποίων τα προβλήματα έχουν ήδη ανακύψει) ή η κατάργηση – επί της ουσίας – της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, μια πρόταση που απευθύνεται σε ένα «κανιβαλικό» ένστικτο που η κυβερνητική παράταξη χρόνια έχει τροφοδοτήσει κατηγορώντας τους εργαζομένους στο δημόσιο για τις ανεπάρκειες του και όχι το θεσμικό πλαίσιο, την υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση και τις κυβερνήσεις που πήραν τις σχετικές πολιτικές αποφάσεις. Όμως, είναι σαφές ότι δεν είναι αυτές οι θεσμικές τομές που έχει ανάγκη η χώρα.

Κάποια άλλα θέματα που συμπεριέλαβε στην εξαγγελία του ο κ. Πρωθυπουργός, όπως είναι η κατοχύρωση μεγαλύτερης ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, η αλλαγή στο άρθρο 86, που έχει αξιοποιηθεί για την ασυλία υπουργών, ή η ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος, σίγουρα είναι σημαντικά. Όμως, αναρωτιέται κανείς εάν η κατάλληλη κυβέρνηση για να εισηγηθεί αυτές τις αλλαγές είναι η δική του, με δεδομένο τον τρόπο που π.χ. έχει προσπαθήσει να χειραγωγήσει τη δικαιοσύνη σε ορισμένες περιπτώσεις ή να υπονομεύσει μορφές περιβαλλοντικής προστασίας. Ή, για να αναφερθώ σε ένα θέμα στο οποίο επίσης αναφέρθηκε ο Πρωθυπουργός, πώς θα συζητήσει τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, μια κυβέρνηση που «πιστώνεται» την εκλογή του πιο «κομματικού» ίσως ΠτΔ της Μεταπολίτευσης; Για να μην αναφερθώ στο ότι φαίνεται ότι στην κυβέρνηση σκέφτονται να «συνταγματοποιήσουν» τη λιτότητα, μέσα από την ενσωμάτωση προβλέψεων για τη «δημοσιονομική ισορροπία».

 

Έπειτα, υπάρχει ένα κρίσιμο ζήτημα αξιοπιστίας και ειλικρίνειας ως προς την Αναθεώρηση του Συντάγματος. Και αυτό γιατί ως διαδικασία θεσμικής αναβάθμισης, δημοκρατικής θωράκισης και ενίσχυσης του κράτους δικαίου απαιτεί την πρωτοβουλία να παίρνει μια κυβέρνηση που όντως έχει επιδείξει σεβασμό προς τους θεσμούς και το κράτος δικαίου.

Αναρωτιέται κανείς ποια εχέγγυα θεσμικότητας μπορεί να δώσει μια κυβέρνηση που κατεξοχήν εργαλειοποίησε και ευτέλισε τους θεσμούς, που αξιοποίησε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία ως διαρκές απαλλακτικό βούλευμα για όλες τις πραγματικές πολιτικές (και ποινικές σε επίπεδο υπουργών) ευθύνες, διασύροντας το Κοινοβούλιο, που χρεώνεται ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα παράνομων υποκλοπών στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία, υποκλοπές που τις συντόνισε το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου που ήθελε να «ακούει» υπουργούς, δικαστικούς, ανώτατους αξιωματούχους, στρατιωτικούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους, που «χρεώνεται» αρνητική βαθμολογία σε ζητήματα όπως η ελευθερία του Τύπου, που προσπαθεί συστηματικά να συγκαλύψει ένα μεγάλο σκάνδαλο όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ, που υπουργός της ανέστειλε την ισχύ ενός θεμελιώδους δικαιώματος όπως αυτό της αίτησης ασύλου, και που θεωρεί ότι η μόνη λύση για όλα τα προβλήματα της χώρας είναι η διαρκής αυστηροποίηση του ποινικού κώδικα.

Η χώρα σίγουρα χρειάζεται μια θεσμική επανεκκίνηση. Τα Συντάγματα οφείλουν να είναι ζωντανοί οργανισμοί και να προσαρμόζονται στις μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν, βαθαίνοντας τη δημοκρατία, ενισχύοντας τη λογοδοσία όσων ασκούν εξουσία και προστατεύοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα απέναντι σε νέους κινδύνους. Από την άλλη, πρέπει να αποτελούν το αντίβαρο στην τάση των κυβερνήσεων να θεωρούν ότι θεσμικά ορθό είναι τελικά μόνο το κομματικά συμφέρον.

Μια νέα Μεταπολίτευση θέλει και ένα νέο Σύνταγμα. Αυτό που θα θωρακίσει τη χώρα σε μια νέα εποχή με μεγάλες προκλήσεις. Αλλά αυτό δεν μπορεί να βασιστεί στις ιδεολογικές εμμονές και τους κομματικούς υπολογισμούς μιας κυβέρνησης που στην κοινωνία είναι –και θα παραμείνει και μετά τις επόμενες εκλογές– μειοψηφία.

Προϋποθέτει, ουσιαστικά, την πολιτική αλλαγή που οι πολίτες με αγωνία επιζητούν, αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις, και έναν διάλογο με ευρεία συναίνεση αλλά και συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Με το βλέμμα στο μέλλον του τόπου και όχι στα ποσοστά των επόμενων εκλογών.

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

in.gr

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αν σας άρεσε το άρθρο

Κάνετε Like