Ο πειρασμός της «αντιπολιτικής» είναι μεγάλος, και όχι μόνο στη χώρα μας. Ύστερα από μια μακρά περίοδο όπου τα κόμματα εξουσίας, είτε κεντροδεξιά είτε κεντροαριστερά, έπαψαν να είναι μεγάλα λαϊκά κόμματα που λογοδοτούσαν στην κοινωνική τους βάση και μετατράπηκαν επί της ουσίας σε εκλογικούς μηχανισμούς που διεκδικούσαν τη διακυβέρνηση για να εφαρμόσουν την ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική, εύλογο είναι μεγάλο μέρος των κοινωνιών να αποστρέφεται τους «επαγγελματίες της πολιτικής».

Αυτό στη χώρα μας είχε την ιδιαίτερη φόρτιση της περιόδου των μνημονίων που εξακολουθεί να αποτελεί ένα συλλογικό τραύμα που δεν έχει επουλωθεί, ιδίως όταν τραγωδίες όπως τα Τέμπη, που συγκεφαλαιώνουν την πραγματική περιφρόνηση των κοινωνικών αναγκών από το πολιτικό σύστημα, απλώς κάνουν την πληγή ακόμη πιο βαθιά.

Βεβαίως, την τάση προς την «αντιπολιτική» την τροφοδότησαν σε μεγάλο βαθμό και τα ίδια τα κόμματα στη χώρα μας ποικιλοτρόπως. Αρκεί να αναλογιστούμε όλες τις περιπτώσεις βουλευτών και ευρωβουλευτών που επιλέχτηκαν για μια δημοφιλία που δεν την απέκτησαν από τον πολιτικό τους λόγο ή δράση, αλλά για άσχετους με την πολιτική λόγους, με αποτέλεσμα, πολύ συχνά, τα κόμματα να τρέχουν να «μαζεύουν τα σπασμένα» από τις πολιτικές «αστοχίες» των διάφορων προσωπικοτήτων που στρατολόγησαν, αντιμετωπίζοντας την πολιτική με όρους καθαρά επικοινωνιακούς και επιφανειακούς.

Σε αυτό το φόντο είναι που μπορούμε να κατανοήσουμε και φαινόμενα όπως ο πολιτικός σχηματισμός που περίπου έχει εξαγγείλει η Μαρία Καρυστιανού. Καταρχάς, ας σημειωθεί ότι είναι καλό ότι τον εξαγγέλλει τώρα, γιατί έτσι δίνεται η δυνατότητα να κριθεί έγκαιρα για τις πολιτικές της θέσεις. Δηλαδή, θα κριθεί για το πώς ένα αίτημα «κάθαρσης», που μπορεί να αγγίζει το θυμικό μιας κοινωνίας που επιθυμεί δικαιοσύνη, αλλά δεν συνοδεύεται από κανένα σαφές σχέδιο για το πώς η χώρα μπορεί να κυβερνηθεί σε μια προοδευτική κατεύθυνση: με συγκεκριμένες απαντήσεις για την οικονομία, την εργασία, την υγεία, το κράτος, την παιδεία, την εξωτερική πολιτική, μπορεί όντως να προσφέρει εγγύηση ότι αυτό το αίτημα δικαιοσύνης θα γίνει πράξη.

Ιδίως όταν συνδυάζεται με μια συλλήβδην επίθεση στο σύνολο του πολιτικού προσωπικού, στο όνομα μιας λογικής «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», που μπορεί να έλκει ένα πλατύ φάσμα πολιτών, από την άκρα δεξιά έως ανθρώπους που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στον προοδευτικό χώρο, αλλά στην πράξη -και αυτό έχει αποδειχτεί, γιατί και άλλοι επένδυσαν στη μεταπολιτική και στο τέλος των ιδεολογιών- δεν αποτελεί εναλλακτική προοπτική για τη χώρα.

 

Γιατί κρίσιμα πράγματα καλό είναι να λέγονται με τη σαφήνεια που τους αναλογεί. Το αίτημα δικαιοσύνης για τα αδικοχαμένα θύματα των Τεμπών είναι πραγματικό και επιτακτικό. Όμως, δεν απαιτεί μόνο τιμωρία των ενόχων, αλλά και εκείνες τις αλλαγές στο κράτος και τους θεσμούς που δεν θα επιτρέψουν ξανά μια τέτοια κρατική ανευθυνότητα. Γι’ αυτό και δεν αρκεί η «κάθαρση» – όπως κάποτε δεν αρκούσε το να αποφασίσουμε και επισήμως, ακόμη και με την ενδεχόμενη βούλα του ΟΗΕ, ότι το ελληνικό χρέος ήταν επονείδιστο για να λυθεί το πρόβλημα του πώς το κράτος θα πλήρωνε μισθούς δασκάλων και γιατρών. Εάν θέλουμε να μιλήσουμε για αυτά που έχει ανάγκη η κοινωνία, δηλαδή καλύτερους μισθούς, υποδομές που να μην καταρρέουν, προστασία της αγροτιάς, καλύτερα σχολεία και νοσοκομεία, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, τότε πρέπει να μιλήσουμε για βαθιά πολιτική και κοινωνική αλλαγή.

Πάνω από όλα η επένδυση στην «αντιπολιτική» δεν πρόκειται να επιλύσει το πραγματικό δημοκρατικό πρόβλημα στη χώρα, αυτό που διαρκώς μας υπενθυμίζουν τα φιλοκυβερνητικά «πιστόλια»: το γεγονός, δηλαδή, ότι στη χώρα μας αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο ένα «θεσμικό» κόμμα εξουσίας (έστω και με μειοψηφική απήχηση και νομιμοποίηση), η Νέα Δημοκρατία – πιο σωστά ό,τι έχει απομείνει από αυτήν – την ώρα που το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ, απέχει από το να αποτελεί απειλή, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδιαρθρωθεί, το ΚΚΕ δεν θεωρεί ώριμες τις συνθήκες για σοβαρή διεκδίκηση της διακυβέρνησης και τα υπόλοιπα κόμματα απλώς διεκδικούν να «καρπωθούν» μέρος της δυσαρέσκειας για να ενισχύσουν το πολιτικό τους κεφάλαιο.

 

Κατανοώ ότι αυτή τη στιγμή το ζήτημα αυτό τίθεται με πραγματικούς όρους στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Ο τρόπος που ο Νίκος Ανδρουλάκης οργώνει τη χώρα για να δώσει το στίγμα μια αντιπολιτευτικής παρουσίας – παρά τη συστηματική υπονόμευση από το εσωτερικό του ίδιου του κόμματός του – σε αυτή την ανάγκη απαντά. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας κινείται πιο ενεργητικά για την πανελλαδική δικτύωση και διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού σχηματισμού με ορίζοντα την εμφάνιση με σαφείς θέσεις και πρόγραμμα στη ΔΕΘ, παραπέμπει στη διπλή επίγνωση της ανάγκης για μια εναλλακτική πολιτική πρόταση διακυβέρνησης, αλλά και στην ανάγκη αυτή να εμφανιστεί αφού το τοπίο έχει κάπως αποσαφηνιστεί, άρα αφού έχουν φανεί τα όρια των προτάσεων «αντιπολιτικής».

Από την άλλη μεριά, ο υπαρκτός κατακερματισμός, η δυσπιστία από όλους και προς όλους, η απουσία στην κοινωνία εκείνης της πολιτικοποίησης που θα πίεζε και τους πολιτικούς σχηματισμούς, αποτελούν πραγματικές δυσκολίες. Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια διεργασία που δεν μπορούμε να τη σκεφτούμε ούτε με όρους «αυτοδιάλυσης» σχηματισμών που υπάρχουν, έχουν οργανωτική υπόσταση, μηχανισμό, παρουσία, ούτε, βεβαίως, αθροίσματος. Ούτε η διάλυση, ούτε η συγκόλληση μπορούν να διαμορφώσουν πραγματική συσπείρωση, προγραμματική παραγωγή, και κυρίως πρόταση διακυβέρνησης. Χρειάζονται πρωτότυποι δρόμοι, ωριμότητα και ευθύνη. Και πίεση από τον ίδιο τον κόσμο που αγωνιά για μια διαφορετική πορεία της χώρας.

Γιατί πολύ απλά μια κοινωνία πολλαπλά απογοητευμένη, πικραμένη, κουρασμένη και φοβισμένη, που συχνά το μόνο που θέλει είναι απλώς ένα αίσθημα ασφάλειας, μια κοινωνία μειωμένων προσδοκιών, έχει ανάγκη μια αντιπολίτευση και μια εναλλακτική πρόταση… μεγάλων προσδοκιών.

Από την απάντηση σε αυτήν την πρόκληση δεν θα κριθεί απλώς το μέλλον της χώρας. Θα κριθεί το εάν θα έχει μέλλον…

 

in.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις