Η δεύτερη δικογραφία για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αν και δεν αιφνιδίασε το Μέγαρο Μαξίμου, προσθέτει έναν ακόμη βαρύ πονοκέφαλο στην κυβέρνηση και τη φέρνει ξανά σε καθεστώς έντονης πολιτικής πίεσης.

Έρχεται τη στιγμή που η πρώτη φάση της υπόθεσης είχε ήδη προκαλέσει παραιτήσεις, είχε τραυματίσει το κυβερνητικό αφήγημα περί θεσμικής επάρκειας και είχε αφήσει σαφές πολιτικό αποτύπωμα. Τώρα, όμως, η πίεση γίνεται πιο συγκεκριμένη και πιο άμεση καθώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζητεί την άρση ασυλίας 11 εν ενεργεία βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, ενώ παράλληλα διαβιβάζει στοιχεία για δύο πρώην μέλη της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, στο πλαίσιο του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Το θέμα, συνεπώς, μετατρέπεται σε μια πολύ σοβαρή υπόθεση που απαιτεί γρήγορες πολιτικές αποφάσεις.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ανάμεσα στα πρόσωπα για τα οποία ζητείται άρση ασυλίας περιλαμβάνονται ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας, ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Κεφαλογιάννης και ο υφυπουργός Υγείας Δημήτρης Βαρτζόπουλος. Στην ίδια λίστα φέρεται να βρίσκεται και ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας Κώστας Σκρέκας, μαζί με ακόμη οκτώ βουλευτές του κόμματος.

Παράλληλα, στη Βουλή διαβιβάζονται στοιχεία που αφορούν τον πρώην υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Σπήλιο Λιβανό και την πρώην υφυπουργό Φωτεινή Αραμπατζή, εξέλιξη που ανοίγει και ένα δεύτερο, πιο σύνθετο μέτωπο, αυτό των κοινοβουλευτικών χειρισμών για το αν η κυβέρνηση θα δεχτεί το αίτημα της αντιπολίτευσης για σύσταση προανακριτικής επιτροπής.

Η επίσημη κυβερνητική γραμμή, όπως αποτυπώθηκε και από τη φράση του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι πρόκειται για «σοβαρή εξέλιξη», φορτίζει την όλη υπόθεση και κράτα ανοιχτή οποιαδήποτε εξέλιξη.

Η διατύπωση ότι «θα αξιολογηθεί κάθε περίπτωση ξεχωριστά» δείχνει την ανάγκη το Μαξίμου να κερδίσει πολιτικό χρόνο έως ότου φθάσει επισήμως ο φάκελος στη Βουλή και αποσαφηνιστεί ποιο είναι το ακριβές βάρος των στοιχείων για κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο. Ωστόσο, γίνεται πλέον ορατό ότι στο κυβερνητικό επιτελείο προεξοφλούν πως δεν μπορούν να αφήσουν την υπόθεση να «σέρνεται» για πολύ.

Ακριβώς γι’ αυτό και από χθες φούντωσαν τα σενάρια για έναν γρήγορο ανασχηματισμό. Μόλις επιβεβαιωθεί από τη διαβίβαση της δικογραφίας η εμπλοκή των εν ενεργεία υπουργών και του υφυπουργού, θα τεθούν εκτός κυβερνητικού σχήματος, κατά το μοντέλο που ακολουθήθηκε και στην πρώτη δικογραφία.

Ο πρωθυπουργός έχει αποφασίσει να προχωρήσει σε έναν «ανασχηματισμό-εξπρές», προκειμένου να στείλει μήνυμα άμεσης αντίδρασης και να αποτρέψει την εντύπωση ότι ανέχεται μια παρατεταμένη σκιά πάνω από το κυβερνητικό σχήμα. Το μόνο ανοιχτό ερώτημα είναι αν η παρέμβαση θα περιοριστεί στα απολύτως αναγκαία ή αν θα αξιοποιηθεί ως αφορμή για ευρύτερο φρεσκάρισμα.

Το βάρος, όμως εκτός από κυβερνητικό είναι και κομματικό. Η περίπτωση του Κώστα Σκρέκα έχει ξεχωριστή σημασία, ακριβώς επειδή δεν είναι απλώς ένας βουλευτής, αλλά ο γραμματέας του κυβερνώντος κόμματος, δηλαδή το πρόσωπο που εκφράζει την οργανωτική συνοχή και τον κομματικό συντονισμό. Αν η εμπλοκή του αποδειχθεί ουσιαστική, τότε το πρόβλημα μεταφέρεται ευθέως και στην Πειραιώς.

Το ενδεχόμενο αντικατάστασής του θεωρείται πολύ πιθανό, πολύ περισσότερο καθώς το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας θα γίνει τον Μάιο και ούτως ή άλλως συνδέεται και με την εκλογή νέας πολιτικής επιτροπής και, στη συνέχεια, νέου γραμματέα.

Όσον αφορά το θέμα που θα θέσει σήμερα ο Νίκος Ανδρουλάκης στην τοποθέτησή του στη Βουλή ότι η κυβέρνηση δεν έχει τη δεδηλωμένη επειδή 11 βουλευτές της θα ελέγχονται από τη δικαιοσύνη το Μαξίμου δεν βλέπει κανένα σενάριο πρόωρων εκλογών και επιμένει ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν αμφισβητείται. Με απλά λόγια ναι στον ανασχηματισμό, όχι στον εκλογικό συναγερμό.

Όμως είναι βέβαιο ότι η εμπλοκή των 11 βουλευτών ανοίγει μία συζήτηση για τη συμμετοχή τους στα ψηφοδέλτια εάν μέχρι την ώρα που θα προκηρυχθούν οι εκλογές δεν έχουν καθαρίσει δικαστικά από αυτή την εμπλοκή. Σε κάθε περίπτωση οι τελικές αποφάσεις για όσους περιλαμβάνονται στη δικογραφία θα ληφθούν με βάση το περιεχόμενο των στοιχείων, τη σοβαρότητα της υπόθεσης και του αδικήματος και την εξέλιξη των δικαστικών διαδικασιών.

Το Μαξίμου γνωρίζει ασφαλώς ότι η δικογραφία δεν θα ακυρωθεί με έναν ανασχηματισμό και με αποφάσεις για μη συμμετοχή βουλευτών στα ψηφοδέλτια, όμως αυτά μπορούν να λειτουργήσουν ως σήμα ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της στιγμής και προσπαθεί να περιορίσει τη φθορά πριν αυτή αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται, έτσι, μπροστά σε μια δύσκολη αλλά μάλλον αναπόφευκτη απόφαση.

Να προχωρήσει ταυτόχρονα σε στοχευμένες κινήσεις στο κυβερνητικό σχήμα και στο κομματικό οργανόγραμμα, επιχειρώντας να ανακόψει μια υπόθεση που εξελίσσεται σε σταθερή πηγή αποσταθεροποίησης. Και αυτό, αυτή τη στιγμή, μοιάζει να είναι η μόνη ενεργητική απάντηση που έχει στα χέρια του.

topontiki.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις