Και όμως κ. Μητσοτάκη το «εντιμόμετρο» μπορεί να κρίνει ακόμη και τις εκλογές

Η διαφθορά στη χώρα μας δεν είναι ενδημική. Υποκινούμενη είναι από την κυβέρνηση Μητσοτάκη που την προωθεί συστηματικά. Και οι πολίτες αυτό το αντιλαμβάνονται

Ήδη η κυβέρνηση προσπαθεί να αποσείσει τις όποιες ευθύνες της για το σκάνδαλο που σταδιακά αποκαλύπτεται σε σχέση με τις πολεοδομίες και το οποίο αφορούσε την απόσπαση σημαντικών ποσών για να διευκολύνεται η έκδοση αδειών κ.λπ. Μπορεί να παραιτήθηκαν ήδη γενικοί γραμματείς υπουργείων για έμμεση εμπλοκή στο σκάνδαλο, ωστόσο η κυβέρνηση επιμένει ότι σε τελική ανάλυση το ίδιο το γεγονός ότι αυτές οι αποκαλύψεις έγιναν επί των ημερών της, αποκαλύπτει την διάθεσή της να αντιμετωπίζει το πρόβλημα και όχι εμπλοκή της. Ακόμη περισσότερο, επιμένει ότι όλα αυτά απλώς αποκαλύπτουν το «διαχρονικό» πρόβλημα με το «βαθύ κράτος» και το πώς η γραφειοκρατία επιτρέπει σε ανθρώπους να εκμεταλλεύονται τη θέση που έχουν και να εκβιάζουν τον πολίτη.

Μόνο που τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Καταρχάς, αφήνοντας έξω το συγκεκριμένο σκάνδαλο, η κυβέρνηση αυτή ήδη χρεώνεται το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ που αφορά τη διασπάθιση ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων, με σαφείς ενδείξεις κεντρικού κυβερνητικού συντονισμού της όλης υπόθεσης, την τραγωδία στα Τέμπη και όλη την προσπάθεια συγκάλυψης των πραγματικών κυβερνητικών ευθυνών, αλλά και ένα εντυπωσιακό φάσμα αναθέσεων, συχνά απευθείας, ιδίως σε σχέση με το Ταμείο Ανάκαμψης και τα κονδύλια του, που συχνά περνούν «κάτω από το ραντάρ» μέχρι που ξαφνικά π.χ. βλέπεις μια επιχείρηση, που μέχρι πολύ πρόσφατα ουσιαστικά δεν υπήρχε, να εξελίσσεται στο απόλυτο οικονομικό success story, να ετοιμάζεται να μπει στο Χρηματιστήριο και να σχεδιάζει την αγορά μηντιακού ομίλου για να τον στρέψει σε φιλοκυβερνητική κατεύθυνση. Μόνο τον αριθμό των στελεχών της κυβέρνησης που έχουν ερευνηθεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κοιτάξει κανείς, αντιλαμβάνεται την έκταση του προβλήματος.

Έπειτα, υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος. Η κυβέρνηση αυτή έχει συγκεκριμένη ιδεολογία που αφορά τη διευκόλυνση με κάθε τρόπο των επενδύσεων. Μάλιστα, πολύ συχνά έχει μια ρητορική που υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα ορισμένες θεσμικές προβλέψεις για την προστασία του περιβάλλοντος ή της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι εμπόδια στην «ανάπτυξη». Όμως, την ίδια στιγμή ξέρει ότι μόνο ως ένα βαθμό μπορεί να παρέμβει θεσμικά στο πλαίσιο που ισχύει, γιατί θα υπάρξει γενική κατακραυγή. Δεν μπορεί για παράδειγμα να βγει και να πει ότι θα καταργήσει τη νομοθεσία για ορισμένες κατηγορίες διατηρητέων – ή δυνάμει διατηρητέων – κτιρίων.

Τι μπορεί να κάνει; Να πιέσει κατά το δυνατόν τους αρμόδιους φορείς να επιταχύνουν τις σχετικές διαδικασίες ή να «δώσει γραμμή» στους υπηρεσιακούς παράγοντες. Με τον ίδιο τρόπο, επί της ουσίας μπορεί να «κατευθύνει» και διάφορες αναθέσεις, ιδίως απευθείας, ή να προσαρμόσει τους όρους ενός διαγωνισμού. Και εδώ τα πρόσωπα κλειδιά είναι οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων και οι ανώτεροι υπάλληλοι που εμπλέκονται στις σχετικές διαδικασίες. Οι πρώτοι είναι ούτως ή άλλως κάτοχοι «πολιτικών θέσεων», ενώ οι δεύτεροι σε μεγάλο βαθμό πηγαίνουν σε θέσεις ευθύνης με πολιτική απόφαση.

Μέχρι εδώ, θα μπορούσε κάποιος από την κυβέρνηση να υποστηρίξει ότι «έκαναν τη δουλειά τους». Δηλαδή, διευκόλυναν επενδύσεις, αύξησαν την απορροφητικότητα, στήριξαν επιχειρήσεις και ότι τέλος πάντων αυτό θα πει διακυβέρνηση.

Μόνο που βεβαίως αυτό που δεν λένε από την κυβέρνηση είναι ότι εάν π.χ. έχει στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός, με κυβερνητική επίγνωση -αν όχι και συντονισμό- που αναλάμβανε π.χ. την κατανομή των επιδοτήσεων με κριτήριο τις κομματικές επιδόσεις σε συγκεκριμένες περιοχές, δεν είναι ακριβώς προσπάθεια για παραγωγή αποτελεσματικότερου κυβερνητικού έργου, έστω και παρακάμπτοντας μερικούς κανόνες. Όμως, ξέρω ότι και εδώ η κυβερνητική απάντηση είναι «κεντρικά δεν είχαμε ευθύνη, και σε τελική ανάλυση πήγαμε τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και η υπόθεση τελείωσε, άρα δεν θα έχουμε ξανά τέτοια φαινόμενα».

 

Ωστόσο, αυτό που δεν ομολογεί η κυβέρνηση είναι ότι φτιάχνοντας η ίδια ένα πλαίσιο διακυβέρνησης που ουσιαστικά ζητούσε από τους υπηρεσιακούς παράγοντες διαρκώς να επιταχύνουν διαδικασίες και να διευκολύνουν «επενδύσεις», αντί να τους ζητά την πιο αυστηρή τήρηση των κανόνων και της νομοθεσίας, στην πράξη διαμόρφωνε ένα πεδίο ευνοϊκό για την εμφάνιση φαινομένων διαφθοράς.

Προσθέστε σε αυτό και κάτι πιο δομικό τα τελευταία χρόνια στα συστημικά κόμματα. Και αυτό είναι ότι πια θεωρείται παρωχημένη η λογική ότι «από την πολιτική πρέπει να φεύγεις πιο φτωχός σε σχέση με όταν μπήκες». Αντιθέτως, θεωρείται αυτονόητο ότι η προσφορά στην παράταξη ή την πατρίδα πρέπει να ανταμείβεται. Και προφανώς τα κόμματα περιμένουν από όσους ευνοήθηκαν από τις πολιτικές τους να εκφράσουν ανάλογα και την «ευγνωμοσύνη τους», ιδίως εάν αναλογιστούμε και το κόστος των εκλογών. Προφανώς ποτέ δεν θα βγει ένας μηχανισμός να πει «πλουτίστε παράνομα». Όμως, αυτό γεννά τον υπαρκτό πειρασμό να σκεφτεί ο άλλος «κάνω που κάνω καλά τη δουλειά μου και διευκολύνω επενδύσεις, όπως με πιέζει η πολιτική ηγεσία. Έχω και απέναντί μου τον άλλο που για να κάνει τη δουλειά του έχει προϋπολογίσει και γρηγορόσημο. Γιατί να μην πάρω το κάτι τις μου;»

 

Και αυτό μας φέρνει στην ουσία του προβλήματος. Μια κυβέρνηση που είδε το κράτος ως τρόπαιο, που είχε εξαρχής σαφή ατζέντα να διευκολύνει όχι την επιχειρηματικότητα γενικά, αλλά συγκεκριμένες επενδύσεις και επιχειρήσεις, που με τη σειρά τους θα την στήριζαν, μια κυβέρνηση που προσπάθησε να φτιάξει δικά της επιχειρηματικά «οικοσυστήματα» σε διάφορους κλάδους, που χρεώνεται μεγάλα και πραγματικά σκάνδαλα για τα οποία είναι αντιμέτωπη και με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αντικειμενικά στο τέλος θα συμβάλει στο να γίνει η διαφθορά ενδημική. Γιατί θα έχει ήδη δώσει τον κεντρικό τόνο σε αυτή την κατεύθυνση.

Θα μου πείτε: και σε τελική ανάλυση όλα αυτά τι αφορούν τον πολίτη που αυτό που τον νοιάζει είναι να μπορεί να τα βγάλει πέρα κάθε μήνα αντιμέτωπος με την έκρηξη ακρίβειας, που τον απασχολεί εάν το παιδί του θα περάσει σε πανεπιστημιακή σχολή στην πόλη όπου κατοικεί, γιατί χρήματα για δεύτερο σπίτι δεν υπάρχουν, που αγωνιά για το εάν η επιχείρηση που με τα χίλια ζόρια έφτιαξε θα μπορέσει να αντέξει;

Τον αφορούν για πάρα πολλούς λόγους. Καταρχάς, γιατί όταν ευνοείται κάποιος επειδή απλώς έχει κομματικές διασυνδέσεις ή – ακόμη χειρότερα – ήταν διατεθειμένος να δείξει την ευγνωμοσύνη του εκεί που πρέπει, αυτό σημαίνει ότι δεν ευνοείται κάποιος άλλος που μπορεί να προσέφερε καλύτερες υπηρεσίες ή ότι προχωρούν έργα ή παρεμβάσεις που δεν έχουν καλό σχεδιασμό. Έπειτα, γιατί αυτό σημαίνει αντικειμενικά διασπάθιση πόρων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν πολύ καλύτερα. Και βέβαια γιατί όταν γενικεύεται ένα τέτοιο κλίμα παύει το κράτος να λειτουργεί υπέρ των πολιτών, γιατί δεν το αισθάνονται πλέον ως αρωγό σε δύσκολες στιγμές.

Γι’ αυτόν τον λόγο και σε αντίθεση με την επένδυση της κυβέρνησης στο ότι οι πολίτες έχουν γίνει πια κυνικοί, ολοένα και περισσότερο βλέπει κανείς τη διαφθορά να είναι ένα πρόβλημα που οι πολίτες ολοένα και περισσότερο αναφέρουν στις δημοσκοπήσεις.

Γιατί οι πολίτες καταλαβαίνουν ότι από ένα σημείο και μετά η διαφθορά γίνεται καθοριστική παράμετρος μιας βαθιάς κοινωνικής αδικίας και επιτείνει τις κοινωνικές ανισότητες. Γιατί όταν ο πολίτης διαπιστώνει ότι ως προς την κρατική διαχείριση πάντα θα ευνοείται αυτός που έχει καλή σχέση με την κυβερνητική παράταξη, ή αυτός που είναι διατεθειμένος να πληρώσει και το όποιο «γρηγορόσημο», τότε προφανώς και αισθάνεται αδικημένος. Ακόμη χειρότερα αισθάνεται μια βαθιά, ταξική σχεδόν, διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε όσους έχουν και σε όσους δεν έχουν «άκρες».

Και βεβαίως δεν ισχύει ότι αυτά είναι φαινόμενα που συμβαίνουν διαχρονικά. Γιατί όποια γνώμη και εάν έχει κανείς για τη διακυβέρνηση ανάμεσα στο 2015 και το 2019, το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν την κατηγόρησε για διαφθορά. Και η εντιμότητα μπορεί να μην μπορεί από μόνη της να πληρώσει το νοίκι, όμως μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι πόροι που μπορεί να υπάρχουν για να  βρεθεί σε καλύτερη μοίρα αυτός που δυσκολεύεται να πληρώσει το νοίκι δεν θα πάνε χαμένοι.

Αυτό είναι κάτι που οι πολίτες το αντιλαμβάνονται ολοένα και περισσότερο και γι’ αυτό, σε πείσμα των κυβερνητικών προσδοκιών, θα ψηφίσουν και με βάση το ποιος είναι πιο έντιμος.

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

in.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις