Κυβέρνηση Μητσοτάκη: η «νέα κανονικότητα» θεσμικής παραβατικότητας, κυνισμού, υπονόμευσης της δημοκρατίας

Η χειρότερη κληρονομιά που θα αφήσει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η «κανονικοποίηση» της περιφρόνησης στους θεσμούς και της αυθαιρεσίας της εξουσίας.

«Ανταποκρινόμαστε στην επιθυμία που πολλοί αποκαλούν ‘νέα κανονικότητα’. Την εννοούμε, όμως, ως πρόοδο κι όχι ως επιστροφή σε παλαιές παθογένειες. Δεν θα μετρηθούμε με τους αντιπάλους μας. Αλλά με τα προβλήματα και τις ανάγκες της κοινωνίας.»

Με αυτό τον τρόπο παρουσίασε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τη στοχοθεσία της κυβέρνησής του στις 20 Ιουλίου 2019 κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων. Και είναι αλήθεια ότι αυτή η αναφορά στη «νέα κανονικότητα», ανταποκρινόταν σε μια πραγματική κοινωνική ανάγκη, καθώς οι πολίτες επιθυμούσαν, πάνω από όλα, τα πράγματα να επιστρέψουν σε μια κανονική συνθήκη, ύστερα από μια δύσκολη δεκαετία, που χαρακτηρίστηκε από το τραύμα μιας χωρίς προηγούμενο κοινωνικής και οικονομικής κρίσης και τη δύσκολη έξοδο από τα μνημόνια, που πέτυχε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Βεβαίως ο προσεκτικός αναγνώστης της ομιλίας του πρωθυπουργού τότε θα διαπίστωνε ότι από αυτή απουσιάζει η αναφορά στο κράτος δικαίου (υπήρχε μόνο μια αναφορά στην «ανεξάρτητη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, και την προστασία του πολίτη»), αν και υπήρχε η εξαγγελία του «επιτελικού κράτους». Όμως, εκείνη τη στιγμή δεν φαινόταν ότι αυτή η απουσία ήταν μάλλον εσκεμμένη. Σε τελική ανάλυση, πώς θα μπορούσε να υπάρξει «νέα κανονικότητα», χωρίς έμφαση και στο κράτος δικαίου;

Τα χρόνια που ακολούθησαν έδειξαν όμως ότι η απουσία της αναφοράς στο κράτος δικαίου ήταν απολύτως συνειδητή. Όντως ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έφερε το κράτος δικαίου, αλλά το «επιτελικό κράτος».

Άλλωστε, εκείνο το καλοκαίρι του 2019 ήταν που η ΕΥΠ μεταφέρθηκε στην αρμοδιότητα του ίδιου του πρωθυπουργού και που ψηφίστηκε και ο νόμος για το «επιτελικό κράτος», που συμπεριέλαβε στην αρμοδιότητα της Προεδρίας της Κυβέρνησης και την ΕΥΠ, ενώ το ίδιο καλοκαίρι μπορούσε κανείς να διαβάσει πλήθος δημοσιευμάτων για τον ιδιαίτερα αναβαθμισμένο ρόλο που είχε ο ανιψιός του πρωθυπουργού Γρηγόρης Δημητριάδης, ο οποίος είχε αναλάβει καθήκοντα γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού. Μάλιστα, είχε προκαλέσει εντύπωση ότι το ίδιο διάστημα είχε ψηφιστεί τροπολογία για να μην είναι απαραίτητη η κατοχή πτυχίου από τον Διοικητή της ΕΥΠ, γιατί διαφορετικά θα υπήρχε πρόβλημα με την προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού που ήταν ο Παναγιώτης Κοντολέων, ο οποίος προερχόταν από τον χώρο των ιδιωτικών εταιρειών ασφάλειας και δεν διέθετε πανεπιστημιακό πτυχίο.

 

Θα χρειαστεί να περάσουν μερικά χρόνια και να φτάσουμε στο 2022 για να αρχίσουμε να κατανοούμε γιατί ο πρωθυπουργός μίλησε για επιτελικό κράτος αλλά όχι για κράτος δικαίου. Και σήμερα πλέον γνωρίζουμε τι συνέβη. Σε πρώτη φάση το Μέγαρο Μαξίμου, δηλαδή ο μηχανισμός γύρω από τον πρωθυπουργό και με τον Γρηγόρη Δημητριάδη σε κεντρικό ρόλο, φαίνεται ότι θέλησε να αξιοποιήσει τις «νόμιμες επισυνδέσεις» της ΕΥΠ ως μηχανισμό ελέγχου και παρακολούθησης υπουργών, δικαστικών, ανώτατων αξιωματικών, πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων. Σε δεύτερη φάση φαίνεται ότι η μέθοδος δεν φάνηκε επαρκής γιατί υπάρχουν τεχνικά όρια στις νόμιμες επισυνδέσεις και μέσα από γνωριμίες με τους ανθρώπους της Intellexa επιλέχτηκε το Predator, το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό, αναζητήθηκαν τρόποι να καλυφθεί (και να συγκαλυφθεί) η δαπάνη και στήθηκε και ένας παράλληλος μηχανισμός μέσα στην ΕΥΠ, το περιβόητο ΚΕΤΥΑΚ, για να γίνονται αυτές οι παρακολουθήσεις.

 

Μέχρις ότου αποκαλύφθηκε ακριβώς τι γινόταν, χάρη στη δημοσιογραφική έρευνα και χάρη στην επιμονή ορισμένων θυμάτων, όπως του σημερινού αρχηγού του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη. Και παρότι αρχικά ο πρωθυπουργός μίλησε για σκιά στη δημοκρατία και για σκάνδαλο, ενώ απέπεμψε Κοντολέοντα και Δημητριάδη, σύντομα κυριάρχησε η γραμμή «δεν υπήρξε τίποτε το αντιθεσμικό», με αποκορύφωμα το «πόρισμα Ζήση» και τη θεωρία ότι επρόκειτο για… «ιδιωτική υπόθεση».

Και βέβαια θα είναι η δίκη της υπόθεσης στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, που τελικά θα κάνει την πραγματική έρευνα και θα υπογραμμίσει όλα τα στοιχεία που παραπέμπουν στην κυβερνητική ευθύνη, σε κορυφαίο επίπεδο, για αυτή την υπόθεση, που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα στο κράτος δικαίου στη χώρα μας.

Όμως, δεν ήταν μόνο η υπόθεση των υποκλοπών. Όπως όλοι γνωρίζουμε την ίδια περίπου περίοδο στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ανακάλυπταν ότι μπορούσαν να κάνουν δηλώσεις βοσκοτόπων στον ΟΠΕΚΕΠΕ που αναφέρονταν σε πολύ περισσότερα ζώα από όσα πραγματικά είχαν και άρα πολύ μεγαλύτερες ενισχύσεις. Γύρω από αυτό στήθηκε ένας ολόκληρος κομματικός μηχανισμός με έμφαση σε περιοχές όπου η Νέα Δημοκρατία ήθελε να αλλάξει τον εκλογικό συσχετισμό, ενώ παράλληλα βουλευτές γνώριζαν πού να απευθυνθούν εάν ήθελαν να ικανοποιηθεί «χεράτα» κάποιο αίτημα ψηφοφόρων τους.

Το αποτέλεσμα ήταν η χώρα να βρεθεί στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και οι δικογραφίες να φτάνουν στη Βουλή η μία μετά την άλλη και να διακυβεύεται συνολικά το καθεστώς των ευρωπαϊκών ενισχύσεων στη χώρα μας. Την ίδια ώρα η κυβέρνηση αρνείται ότι έχει πολιτική ευθύνη, αποδίδει τα πάντα στις «διαχρονικές παθογένειες» και κατηγορεί, ουσιαστικά, τους Ευρωπαίους Εισαγγελείς για πολιτικές παρεμβάσεις, επιλέγοντας τον δρόμο μιας παρωδίας εξεταστικής επιτροπής.

Και βέβαια υπάρχει πάντα η τραγωδία των Τεμπών. Προφανώς εδώ οι πολιτικές ευθύνες της κυβερνήσεις δεν αφορούν μόνο το κράτος δικαίου αφού στον πυρήνα της τραγωδίας ήταν μια πολιτική που δεν φρόντισε να γίνουν έγκαιρα τα αναγκαία έργα που θα απέτρεπαν το ενδεχόμενο δύο τρένα να κινούνται αντίθετα στα «τυφλά» στην ίδια γραμμή με μεγάλη ταχύτητα. Όμως, ακόμη και στη διερεύνηση της υπόθεσης είναι εμφανές ότι πρυτάνευσε στην κυβέρνηση η λογική να μην αποκαλυφθούν οι ευθύνες της. Το πρωί της επόμενης μέρας με πρακτικές «μονταζιέρας» έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί η τραγωδία ως «ατομικό λάθος και μόνο», το βιαστικό «μπάζωμα» του χώρου, με κυβερνητική απόφαση, υπονόμευσε τη δυνατότητα διερεύνησης όλων των στοιχείων, και θα χρειαστεί τεράστια κατακραυγή για να παραπεμφθεί ο αρμόδιος υπουργός Κ. Καραμανλής – και αυτός πάλι στον τόνο «αθώος είναι, αλλά σας κάνουμε τη χάρη να δεχτούμε την παραπομπή του».

Όλα αυτά έχουν οδηγήσει στο παράδοξο να έχουμε μια κυβέρνηση που επιμένει να παρουσιάζει όλα τα άλλα κόμματα ότι θέλουν την χειραγώγηση και εργαλειοποίηση των θεσμών, την ώρα που έχει ήδη τον μεγαλύτερο αριθμό υποδίκων ή ποινικά ελεγχόμενων υπουργών, βουλευτών και στελεχών σε σχέση με όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις, που χρεώνεται την πρωτοφανή πολιτική επιλογή παρακολούθησης υπουργών, δικαστικών και ανώτατων αξιωματικών, που αντιμετώπισε τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις ως προεκλογικό εργαλείο, και που εξακολουθεί να μην έχει αναλάβει πραγματικά την ευθύνη για μια τραγωδία που παραμένει ανοιχτή πληγή στην ελληνική κοινωνία.

Μια κυβέρνηση που όχι μόνο αρνείται να παραδεχτεί ότι έχει επιδείξει αντιθεσμική συμπεριφορά, αλλά ταυτόχρονα αξιοποιεί τη δημόσια δαπάνη και «φίλους επιχειρηματίες» για να διαμορφώσει ένα μηντιακό οικοσύστημα που προσπαθεί να αναπαράγει τη «μαγική εικόνα» ότι όλα στη χώρα πάνε καλά και δεν υπάρχουν σκάνδαλα.

Μια κυβέρνηση που εργαλειοποίησε την ίδια την ψήφο των πολιτών θεωρώντας ότι το ποσοστό που πήρε αποτελούσε και «απαλλακτικό βούλευμα» για την παραβατικότητά της.

Μια κυβέρνηση που ακόμη και σήμερα, που δημοσκοπικά κινείται χαμηλά και είναι απολύτως βέβαιο ότι ακόμη και εάν η Νέα Δημοκρατία είναι πρώτο κόμμα σίγουρα θα είναι μακριά από κάθε ενδεχόμενο αυτοδυναμίας, συμπεριφέρεται ως εάν να είναι το μόνο κόμμα, η μόνη παράταξη που δικαιούται να κυβερνήσει, εξαγγέλλοντας μάλιστα και συνταγματική αναθεώρηση χωρίς να έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε συναίνεση.

Μια κυβέρνηση που ακόμη και έναν θεσμό όπως του Προέδρου της Δημοκρατίας κατάφερε να τον μετατρέψει σε κομματική προέκταση οδηγώντας στο να έχουμε έναν ΠτΔ που στα μάτια της κοινωνίας παραμένει ένα κομματικό στέλεχος της κυβερνητικής παράταξης.

Την ίδια ώρα μια ματιά στο δημόσιο λόγο και τη συμπεριφορά των υπουργών αυτής της κυβέρνησης κάθε άλλο παρά σεβασμό στους θεσμούς δείχνει. Από τους υπουργούς που δεν έχουν πρόβλημα, παρότι υποτίθεται μέλη της παράταξης των «Μένουμε Ευρώπη», να κατηγορούν τον θεσμό του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, μέχρι τον υφυπουργό που παρότι αποδείχτηκε ότι είχε στο παρελθόν θέσεις που απαιτούσαν πτυχίο που αυτός δεν είχε, βγαίνει και περίπου λέει «σιγά τι έγινε…».

Όλα αυτά δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή η χώρα μας αντιμετωπίζει μια πραγματική κρίση θεσμών που στο κέντρο της έχει την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Γιατί δεν είναι μόνο ότι η ίδια η κυβέρνηση είναι παραβατική, αλλά ο τρόπος που στέλνει αυτό το μήνυμα στο σύνολο του κρατικού τομέα. Γιατί είναι μια κυβέρνηση που στους δικαστές λέει «προσέξτε πώς κινείστε γιατί σας ‘ακούμε’», στις διωκτικές αρχές προσπαθεί να περάσει το μήνυμα «μην ξεχνάτε για ποιους δουλεύετε», στους μηχανισμούς που διαχειρίζονται δημόσια και ευρωπαϊκή δαπάνη υπογραμμίζει ότι πέραν των τυπικών και ουσιαστικών κριτηρίων, υπάρχουν και τα κομματικά (που είναι και τα πιο σημαντικά). Γιατί είναι μια κυβέρνηση που περνάει στους πολίτες το μήνυμα ότι το κράτος είναι απλώς ένα τρόπαιο στα χέρια της εκάστοτε κυβέρνησης. Γιατί είναι μια κυβέρνηση που ζητάει από τους δημοσίους λειτουργούς να μην έχουν ηθικό ανάστημα απέναντι στην πολιτική εξουσία.

Το ίδιο το γεγονός ότι η κυβέρνηση αρνείται να παραδεχτεί την ευθύνη της για οτιδήποτε, δεν αποτελεί αναγκαστική πολιτική άμυνα, αλλά μέρος της προσπάθειας εμπέδωσης του κυνισμού σε κάθε όψη της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, της προσπάθειας οι πολίτες να απεμπολήσουν κάθε εμπιστοσύνη στους θεσμούς και απλώς να προσπαθούν να τα έχουν καλά με την εκάστοτε εξουσία. Και με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη υπονομεύει τον ίδιο τον ηθικό πυρήνα που επιτρέπει στη δημοκρατία να λειτουργεί πραγματικά.

Γιατί δημοκρατία δεν είναι η τυπική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που για άλλη μια φορά θα επιτρέψει στον πρωθυπουργό να μιλήσει με αλαζονεία, να ειρωνευτεί πολιτικούς αντιπάλους, να απαξιώσει στοιχεία αδιαμφισβήτητα και πραγματικά γεγονότα. Δημοκρατία είναι η διακυβέρνηση που μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες, στις επιδιώξεις, αλλά και στο κοινό περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας. Κάτι που σε κανέναν βαθμό δεν ισχύει για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

in.gr

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αν σας άρεσε το άρθρο

Κάνετε Like