Είναι βαρίδι πλέον και θα κληθεί να «διευκολύνει την κυβέρνηση». Όταν χάνει η ομάδα φεύγει ο προπονητής όχι ο πρόεδρος.

Μόλις στις 10 Φεβρουαρίου η στήλη σημείωνε: «Η σιωπή της Μενδώνη στο σκάνδαλο Λιγνάδη δεν είναι συναλλαγή με το Μέγαρο Μαξίμου. Είναι ισορροπία τρόμου».

Αποδείχθηκε, με όσα είπε στη συνέντευξή της: ήταν μια ανατριχιαστική χορογραφία ανάμεσα στη θεσούλα της, τον πρώην προστατευόμενό της και τον προϊστάμενό της. Τελικά έβλαψε και τις τρείς πλευρές.

Όπως σχολίασε ο Αντώνης Καφετζόπουλος «έδειξε το απεχθές πρόσωπο που πολιτικάντη που προσπαθεί πάση θυσία να σώσει το δέρμα του». Το είχε λανσάρει άλλωστε με τη διαβόητη γκριμάτσα για τον Ξαρχάκο.

Ως υπουργός η Μενδώνη τυλίχθηκε εξ αρχής σ ένα τοξικό νέφος με πολιτικά, δημοσιογραφικά, διοικητικά και προσωπικά στοιχεία. Καθορίζουν τη συμπεριφορά της και στην πτώση της.

Δεν θέλει να τη φανταστεί γιατί έχει κουλτούρα μανδαρίνου που επιβιώνει – και όχι πολιτικού που αναλαμβάνει ευθύνης. Έτσι εκστόμισε το προκλητικό: «Πώς γίνεται να υπάρχει πολιτική ευθύνη όταν δεν γνωρίζαμε;».

Στην πολιτική η ευθύνη είναι αντικειμενική. Η υποκειμενική είναι δουλειά του εισαγγελέα. Ο πολιτικός δεν χρειάζεται να γνωρίζει. Ούτε καν να μετέχει.

Ότι συμβαίνει στο χώρο ευθύνης του τον συμπαρασύρει πολιτικά. Και η μόνη αξιοπρεπής διέξοδος είναι η παραίτηση.
Δεν θέλει να χάσει τη θέση της λόγω κάποιου για τον οποίο λέει: «Δικός μου προσωπικός φίλος δεν υπήρξε ποτέ». Μπορεί να είναι κι έτσι.

Αλλά ο διορισμός του φέρει την υπογραφή της. Ο ισχυρισμός περί διαγωνισμού είναι ψευδής. Με διαγωνισμό ο Λιγνάδης δεν είχε τύχη, κυρίως απέναντι στον σπουδαίο Σωτήρη Χατζάκη.

Άρα όταν λέει «εμείς γνωρίζουμε τον καλλιτέχνη και όχι την προσωπική του ζωή», πάλι εκτεθειμένη είναι.

Αυτή τον προσέλαβε, αυτή τον χρεώνεται. Αν από αλλού της επιβλήθηκε, οφείλει να το πει. Δεν είναι το διαπραγματευτικό χαρτί της- όπως φαίνεται να νομίζει.

Δεν ήταν υποχρεωμένη να γνωρίζει τις αποτροπιαστικές πράξεις κανενός. Ίσως τα εννοούσε όσα είπε στον Σκουρολιάκο, για «την ικανότητα και ο ήθος» του Λιγνάδη.

Αλλά η ερώτηση της «ποιος θα ήταν τόσο αφελής ώστε να τον τοποθετήσει αν γνώριζε;» περιέχει και την απάντηση: όποιος δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Από αυτή την άποψη η σπουδή να πει το ίδιο και για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι παρακινδυνευμένη: δεν ήξερε από χθες τον Λιγνάδη, αλλά δεν ήξερε από χθες ούτε τον Πρωθυπουργό, ώστε να ξέρει πως ούτε αυτός τον ήξερε- αλλά δεν το λέει ο ίδιος.

Εξάλλου οι πρωθυπουργοί δεν είναι καλαμιές στον κάμπο. Η κάνουν και αυτοί ρουσφέτια. Πάντως και να τον ήξερε ο Κυριάκος, δεν ήταν και υποχρεωμένος να γνωρίζει τα υπόλοιπα. Απλώς ισχύουν και σε αυτή την περίπτωση τα περί αντικείμενα ευθύνης.

Αλλά ας μην τρελαθούμε: διαγωνισμός δεν έγινε, η Μενδώνη δεν είχε λόγο να προτιμήσει έναν άγνωστό της- πως στο διάολο πήρε τη θέση;

Η κυρία αράδιασε ψέματα, δικαιολογίες, ανακρίβειες και ανήθικους υπαινιγμούς για άλλους – τον ΣΥΡΙΖΑ, την Κονιόρδου, τη Ζορμπά, τον Γεωργουσόπουλο, προηγούμενες διοικήσεις Εθνικού.

Για να πείσει ότι υπάρχει γάτα, αλλά όχι και ζημιά. Απλώς η ίδια εξαπατήθηκε από τον όφι, που αποδείχθηκε εν τέλει «ένας επικίνδυνος άνθρωπος».

Άδικος κόπος. Στην πολιτική ο καθένας έχει το τέλος που του αξίζει. Η – εξωκοινοβουλευτική- Μενδώνη δεν πρόκειται να επιβιώσει στο μαγαζί που είχε κράτος και βασίλειο για χρόνια.

Είναι βαρίδι πλέον και θα κληθεί να «διευκολύνει την κυβέρνηση». Όταν χάνει η ομάδα φεύγει ο προπονητής όχι ο πρόεδρος.
Απλώς ότι θα γίνει στο εξής, όσους και αν συμπεριλάβει, δεν θα είναι πολιτική εξέλιξη. Θα είναι κάθαρση.

ieidiseis.gr

  ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ EUROKINISSI