Ή αλλιώς η προδιαγεγραμμένη ματαιότητα των ρεπορτάζ για τα κορονοπάρτι στα κλαμπ και στα νησιά και τα διπλά μηνύματα της κυβέρνησης.

«Πάρτι του κορονοϊού σε κορονοπάρτι στην παραλιακή». «Τα κορονοπάρτι συνεχίζονται σαν να μην υπάρχει αύριο». Είναι κάποιοι από τους τίτλους σχετικών ρεπορτάζ που, αφού επιτελέσουν το, τηλεοπτικό τους καθήκον επί 2-3 καταγγελτικά λεπτά, καθημερινά, εδώ και μερικούς μήνες, μετά περνούν και ξαναπερνούν σε κρόουλ. Μάλλον μάταια.

Το ίδιο και το περιεχόμενο αυτών των ρεπορτάζ που διανθίζονται, κατά κανόνα, με τις δηλώσεις 2-3 παιδιών τα οποία «δίνουν» τους υπόλοιπους ή και τον εαυτό τους: «ήταν εκεί 1000 άτομα, ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς μάσκες». Ή «ευτυχώς, εγώ δεν πήγα». Ή οι πιο τολμηροί «ναι ήμουν κι εγώ εκεί».

Μου κάνει εντύπωση λοιπόν αυτή η μάταιη επιμονή των καναλιών. Δεν έχουν παιδιά όλοι αυτοί που ετοιμάζουν τα ρεπορτάζ; Δεν ήταν οι ίδιοι έφηβοι; Πότε πείσθηκε ένας έφηβος απλά και εύκολα από οποιαδήποτε επιχείρηση ενοχοποίησης ή έξωθεν επιβολής; Από πότε μπροστά σε τέτοιες απόπειρες οι έφηβοι νυν και αεί δεν αντιδρούν ακολουθώντας την απολύτως αντίθετη οδό από την «σώφρονα» και «ενδεδειγμένη»; Κι όμως. Απαιτούμε από 20ρηδες να ανταποκρίνονται ως 50ρηδες με υποκείμενα νοσήματα. Με προσοχή, φόβο, αίσθημα αυτοσυντήρησης και καθήκοντος κι ενσυναίσθηση: όλα αυτά σίγουρα δεν περιγράφουν την εφηβεία που έχει κι ένα επιπλέον χαρακτηριστικό. Την αίσθηση του «άτρωτου».

Όχι. Η ενοχοποίηση της νέας γενιάς, δια της καλλιέργειας φοβίας στους γονείς τους ουσιαστικά (γιατί στους ίδιους αποκλείεται να πιάσει, άσε που κατά κανόνα οι νέες ηλικίες ούτε βλέπουν, ούτε ακούν ειδήσεις) έχει αποτύχει παταγωδώς. Κι έχει καταντήσει να επαναλαμβάνεται σαν ρεπορταζιακή «λούπα» που τείνει να γίνει κι αυτή μηντιακό στερεότυπο όπως εκείνες οι τόσο… δημοφιλείς κι ανέμπνευστες φράσεις του τύπου «πύρινη λαίλαπα σάρωσε» ή «η τραγωδία χτύπησε την κοινότητα». Φράσεις που κάποτε είχαν εφευρεθεί για να αποσπάσουν την προσοχή και τώρα λόγω κατάχρησης πετυχαίνουν να ισοπεδώσουν την είδηση. Με δυό λόγια; Η συνταγή του καταραμένου «κορονοπάρτι» δεν πιάνει, όσο κι αν λουπάρει.

Και δεν πιάνει όχι μόνον γιατί έχει γίνει κατάχρηση. Δεν πιάνει και για δύο ακόμα βασικότερους λόγους. Ο ένας είναι ότι οι 20ρηδες που ενοχοποιούνται πέρασαν τη μακρύτερη και σκληρότερη καραντίνα της Ευρώπης. Ήταν σχεδόν ενάμιση χρόνο μέσα. Τώρα που μπορούν να κυκλοφορήσουν, δε μαζεύονται με τίποτα. Ούτε με την αυταρχική πατριαρχική αγωγή της δεκαετίας του 50. Ούτε με τον Χρυσοχοϊδη με τη ζωστήρα. Και μιλάω εκ πείρας. Όσοι στην παρέα είμαστε γονείς παιδιών τέτοιας ηλικίας, βλέπουμε τα παιδιά μας από σπανίως μέχρι καθόλου αυτό το καλοκαίρι, καθώς εκείνα βιάζονται να αναπληρώσουν σε εμπειρίες, έρωτες, ξενύχτια και παρέες ό,τι στερήθηκαν. Τις λίγες, ελάχιστες, στιγμές που διασταυρωνόμαστε, αγωνιούν μόνο για ένα πράγμα: «θα μας ξανακλείσουν μέσα, μαμά;» Οι νουθεσίες μας, καταλήγουν να φάνε τα μούτρα τους σε αδιάφορα μειδιάματα ή συχνότερα στο ηχογραφημένο μήνυμα «ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο».

Οπότε; “Τι να κάνει κι η κυβέρνηση;”, θα πείτε.. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να αποφύγει τα διπλά μηνύματα. Δεν μπορεί να πασχίζει να πείσει χάριν του τουρισμού ότι είμαστε covid-free, να ανοίγει διάπλατη την πόρτα των νησιών και να επιτρέπει το κλάμπινγκ-γιατί αλλιώς βέβαια τι θα κάνουν οι νεαρότεροι ξένοι επισκέπτες στις διακοπές τους; Και την ίδια στιγμή να προσπαθεί να πείσει τους «ιθαγενείς» να μην κάνουν ό,τι κάνουν κι οι τουρίστες. Επίσης δεν μπορεί να μεταθέτει την ευθύνη της, ιατρικά ενδεδειγμένης, λειτουργίας ενός κλαμπ, στον ιδιοκτήτη του. Από τη στιγμή που ένα κλαμπ θ ανοίξει, θ ανοίξει και με dj και με ποτά και με ορθίους. Είναι λογικά αδύνατον ένα κλαμπ της παραλιακής να λειτουργήσει ξαφνικά με όρους καφενείου στου Ζωγράφου. Και είναι λογικά αδύνατον ο ιδιοκτήτης ενός κλαμπ να επιτύχει στην (επιβαρυντική για την τσέπη του) νουθεσία ό,τι δεν πετυχαίνουμε οι γονείς.

Εδώ όμως συμβαίνει το παράλογο. Να δίνεται το πράσινο φως για τη λειτουργία των κλαμπ αλλά να εξοργιζόμαστε επειδή λειτουργούν ως αυτό που είναι: κλαμπ. Οπότε ή δεν τα ανοίγεις καθόλου με όποιο κόστος θα έχει αυτό για τον τουρισμό, φροντίζοντας να αποζημιώσεις φυσικά τους ιδιοκτήτες. Ή αυτό ακριβώς που γίνεται και τώρα θα συνεχίσει να γίνεται. (Και το ξέρεις).

Όσο για τους νέους ανθρώπους που -όσοι τουλάχιστον δεν είναι ήρωες του Λουντέμη- δεν κάνουν και τίποτα περισσότερο απ΄ό,τι τους υπαγορεύει η μη αναστρέψιμη παρόρμηση της ηλικίας τους, η τηλεοπτική καλλιέργεια ενοχών έχει μία και μόνη χρησιμότητα που επί της ουσίας δεν τους αφορά: την αποενοχοποίηση της κυβέρνησης σε μία δημόσια εικόνα που θέλει διακαώς να δηλώσει «εμείς κάνουμε το καθήκον μας, οι άλλοι φταίτε».

Ίσως πολύ αποτελεσματικότερο να είναι το νηφάλιο και τρυφερό ύφος της Αθηνάς Λινού π.χ. που τη θυμάμαι κάποιους μήνες πριν να λέει «οι νέοι είναι νέοι. Δεν θα ακούσουν. Ο μόνος τρόπος είναι να τους ενημερώσουμε σωστά και με κατανόηση». Κι ασφαλώς απέχει πολύ από αυτό, το ξινό και τάχα σαστισμένο τηλεοπτικό ύφος παρουσιαστών που «σοκάρονται» κάθε απόγευμα επειδή 20χρονα «συνωστίζονται» στα κλαμπ, στα παγκάκια, στις πλατείες και όπου μπορούν να φλερτάρουν, να χορέψουν και να κάνουν πλάκα μεταξύ τους.

Ναταλί Χατζηαντωνίου

news247.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις