Η έκθεση του ευρωβουλευτή της ΝΔ και πρώην στενού συνεργάτη του Μητσοτάκη Δημήτρη Τσιόδρα για τη χρήση χημικών ουσιών στην Ευρώπη ικανοποιεί τις πολυεθνικές και προκαλεί αντιδράσεις.
Μυστικές συμφωνίες πίσω από κλειστές πόρτες. Διαβουλεύσεις που δεν καταγράφονται στα επίσημα πρακτικά. Email που αποκαλύπτουν περισσότερα από όσα θα ήθελαν οι συντάκτες τους. Και στο επίκεντρο μια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που, πίσω από τεχνικούς όρους και ρυθμιστικές λεπτομέρειες, ανοίγει ένα κρίσιμο πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο μείζον αγαθό της δημόσιας υγείας και τα συμφέροντα μεγάλων βιομηχανικών ομίλων που μεταφράζονται σε δισεκατομμύρια.
Η έκθεση που κατέθεσε τον Ιανουάριο του 2026 ο ευρωβουλευτής της ΝΔ Δημήτρης Τσιόδρας, εξ απορρήτων του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Μαξίμου έως το 2023, αφορά το πώς ρυθμίζεται η χρήση χημικών ουσιών στην Ευρώπη, ακόμη κι αυτών που έχουν χαρακτηριστεί καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή. Κυρίως, επανακαθορίζει τους όρους με τους οποίους αυτές οι ουσίες παραμένουν ή αποσύρονται από την αγορά. Με επεκτάσεις προθεσμιών, χαλάρωση υποχρεώσεων και εισαγωγή πιο «ευέλικτων» κριτηρίων, η έκθεση Τσιόδρα με το πρόσχημα της μη… διατάραξης της αγοράς μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Καίριες αλλαγές που, σύμφωνα με τους επικριτές της, καθυστερούν την απομάκρυνση επικίνδυνων ουσιών και δημιουργούν ευνοϊκότερο πλαίσιο για μεγάλους ομίλους σε καλλυντικά και χημικά.
Από την άλλη ένα email που φέρνει στο φως το Documento αποκαλύπτει όχι μόνο την παρέμβαση της βιομηχανίας στη νομοθετική διαδικασία αλλά και πόσο ευχαριστημένος είναι συγκεκριμένος κολοσσός (Louis Vuitton) με την «εποικοδομητική» και «ισορροπημένη» έκθεση Τσιόδρα.
Όπως φαίνεται, πίσω από τη ρητορική της «απλοποίησης», εξελίσσεται ένα έντονο παρασκήνιο με πολλαπλά συμφέροντα.
Οργανωμένα λόμπι με εκατομμύρια σε δαπάνες, στοχευμένες παρεμβάσεις προς ευρωβουλευτές, συναντήσεις με πολυεθνικές συνθέτουν ένα σκηνικό όπου η νομοθέτηση δεν μοιάζει με δημόσια διαδικασία αλλά με διαπραγμάτευση ισχύος, αποδεικνύοντας ότι η πολιτική καθορίζεται σημαντικά από τα… πολλά λεφτά και επηρεάζεται από την αδιαφανή «πέμπτη εξουσία», τους λομπίστες.
Η μεταρρύθμιση
Τον Ιούλιο του 2025 η Κομισιόν κατέθεσε μια πρόταση που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης. Το λεγόμενο «Omnibus VI», ένα πακέτο αλλαγών στη χημική νομοθεσία, παρουσιάστηκε ως τεχνική απλοποίηση, αλλά γρήγορα αποτέλεσε πεδίο σύγκρουσης για το κατά πόσο η ΕΕ χαλαρώνει τους κανόνες προστασίας της υγείας.
Η πρόταση της Κομισιόν στόχευε στη μείωση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, με εκτιμώμενο όφελος τουλάχιστον 363 εκατ. ευρώ ετησίως. Στην πράξη προέβλεπε αλλαγές στη χρήση χημικών ουσιών στην ΕΕ από προϊόντα καθημερινής χρήσης μέχρι καλλυντικά και λιπάσματα. Συγκεκριμένα, η πρόταση περιλάμβανε απλοποίηση των κανόνων για την επισήμανση επικίνδυνων χημικών, επιτρέποντας ακόμη και τη χρήση ψηφιακών στοιχείων επικοινωνίας αντί για πλήρη φυσική διεύθυνση στις ετικέτες. Παράλληλα, προέβλεπε πιο ευέλικτες διαδικασίες για την κυκλοφορία καλλυντικών στην αγορά, ιδίως για όσα περιέχουν νέες τεχνολογίες, όπως τα νανοϋλικά.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στις λεγόμενες ουσίες CMR (καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, τοξικές για την αναπαραγωγή). Αν και η βασική αρχή της απαγόρευσής τους διατηρείται, η πρόταση επιχειρεί να κάνει πιο σαφείς και πιο εφαρμόσιμες τις διαδικασίες εξαίρεσης, καθώς και τα χρονικά περιθώρια που δίνονται στη βιομηχανία για να προσαρμοστεί. Παράλληλα, εισάγονται αλλαγές και στα λιπάσματα, με στόχο την απλοποίηση των διαδικασιών έγκρισης και τη διευκόλυνση εισαγωγής νέων προϊόντων στην αγορά, ιδιαίτερα εκείνων που βασίζονται σε καινοτόμες τεχνολογίες.
Εξαρχής η αντίδραση ήταν έντονη. Οργανώσεις όπως το Παρατηρητήριο Εταιρικής Επιρροής στην Ευρώπη (Corporate Europe Observatory), η Συμμαχία για την Υγεία και το Περιβάλλον (Health and Environment Alliance), το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (European Environmental Bureau), καθώς και η ClientEarth και η BEUC προειδοποίησαν ότι η «απλοποίηση» ενδέχεται να λειτουργήσει ως πρόσχημα για αποδυνάμωση των κανόνων ασφαλείας. Σε παρεμβάσεις τους έκαναν λόγο για αυξημένο κίνδυνο έκθεσης των καταναλωτών σε επικίνδυνες ουσίες και για μετατόπιση της ισορροπίας υπέρ των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα μπήκε στο μικροσκόπιο η διαδικασία διαμόρφωσης της πρότασης. Σύμφωνα με το Corporate Europe Observatory, η βιομηχανία είχε κυρίαρχη παρουσία στις διαβουλεύσεις, ενώ η συμμετοχή ανεξάρτητων φορέων ήταν περιορισμένη. Αντίστοιχες αναφορές σε διεθνή Μέσα έκαναν λόγο για ισχυρές πιέσεις από τον κλάδο των χημικών και των καλλυντικών για τη χαλάρωση των κανόνων.
Πεδίο σύγκρουσης
Παράλληλα πολιτικές ομάδες όπως οι Σοσιαλιστές και οι Πράσινοι κατηγόρησαν την επιτροπή ότι με την τεχνική μεταρρύθμιση ανοίγει παράθυρο για τη συνέχιση της χρήσης ουσιών με σοβαρούς κινδύνους για την υγεία.
Χαρακτηριστικά ο συμπρόεδρος των Πρασίνων Μπας Εϊκαουτ δήλωσε ότι «η προστασία της υγείας παραμερίζεται προκειμένου να αυξηθούν τα κέρδη της χημικής βιομηχανίας», κατηγορώντας την Κομισιόν ότι αποδυναμώνει τη νομοθεσία, ιδιαίτερα στον τομέα των καλλυντικών, επιτρέποντας τη συνέχιση της χρήσης ουσιών που είχαν προηγουμένως απαγορευτεί λόγω κινδύνων καρκινογένεσης ή τοξικότητας για την αναπαραγωγή.
Η έκθεση Τσιόδρα
Τον Ιανουάριο του 2026 ο Δ. Τσιόδρας, ευρωβουλευτής της ΝΔ, ως εισηγητής της Επιτροπής Περιβάλλοντος (ENVI) κατέθεσε την έκθεσή του για το «Omnibus VI», σε συνεργασία με τον Πολωνό ευρωβουλευτή Πιοτρ Μίλερ, μέλος της ομάδας των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR). Αν και η έκθεση κινείται εντός της βασικής γραμμής της Κομισιόν, σε κρίσιμα σημεία την επαναδιατυπώνει με τρόπο που την καθιστά πιο ευέλικτη στην εφαρμογή – ιδίως ως προς τα χρονικά περιθώρια και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Οι αλλαγές αυτές σε αρκετές περιπτώσεις επηρεάζουν το πώς εφαρμόζεται στην πράξη η νομοθεσία, μετατοπίζοντας το βάρος από την αυστηρή συμμόρφωση προς μια πιο «προσαρμοσμένη» προσέγγιση, η οποία, σύμφωνα με την ίδια τη λογική των ρυθμίσεων, διευκολύνει κυρίως μεγάλους βιομηχανικούς ομίλους που διαθέτουν την κλίμακα και τους πόρους για να αξιοποιήσουν τα μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια και την αυξημένη ευελιξία.
Χρόνος για τη βιομηχανία
Το πιο εμφανές σημείο διαφοροποίησης αφορά τα καλλυντικά προϊόντα που περιέχουν ουσίες CMR (καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, τοξικές για την αναπαραγωγή). Η πρόταση της Κομισιόν προέβλεπε σαφή χρονικά όρια: δώδεκα μήνες για την απόσυρση προϊόντων από την αγορά και 24 μήνες για την πλήρη εξάντληση των αποθεμάτων. Στην έκθεση Τσιόδρα τα όρια αυτά επεκτείνονται σε 18 και 36 μήνες αντίστοιχα!
Η διαφορά δεν είναι απλώς αριθμητική. Στην αιτιολόγηση της τροποποίησης αναφέρεται ρητά η ανάγκη να αποφευχθεί «αδικαιολόγητη διαταραχή της αγοράς» και να δοθεί επαρκής χρόνος στις επιχειρήσεις για να αναπτύξουν εναλλακτικές, να αναδιαμορφώσουν τα προϊόντα και να ολοκληρώσουν τις απαραίτητες δοκιμές, ενώ παράλληλα τονίζεται ότι οι μεγαλύτερες περίοδοι προσαρμογής αντανακλούν καλύτερα τις λειτουργικές ανάγκες των επιχειρήσεων και συμβάλλουν στον περιορισμό διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Αντίστοιχη κατεύθυνση παρατηρείται και αλλού: για παράδειγμα, οι προθεσμίες για την επικαιροποίηση των ετικετών έπειτα από νέα ταξινόμηση κινδύνου επεκτείνονται από έξι σε έως και δεκαοκτώ μήνες. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι οι επιχειρήσεις αποκτούν μεγαλύτερο περιθώριο προσαρμογής, περιορίζοντας το άμεσο κόστος συμμόρφωσης – μια αλλαγή που μπορεί να θεωρηθεί διευκολυντική για την αγορά, αλλά ταυτόχρονα καθυστερεί την πλήρη εφαρμογή των νέων κανόνων.
Λιγότερες πληροφορίες
Ενώ η Κομισιόν είχε ήδη εισαγάγει ορισμένες απλοποιήσεις, η έκθεση Τσιόδρα προχωρά σε περαιτέρω διευρύνσεις. Ενδεικτικά, το όριο κάτω από το οποίο επιτρέπεται μειωμένη επισήμανση αυξάνεται από τα 10 ml στα 75 ml. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερα προϊόντα μπορούν να κυκλοφορούν με λιγότερες πληροφορίες πάνω στη συσκευασία. Το επιχείρημα είναι ότι σε μικρές συσκευασίες ο χώρος είναι περιορισμένος και η πλήρης επισήμανση δεν είναι πάντα πρακτική.
Παράλληλα, προβλέπονται διαφοροποιήσεις για προϊόντα που απευθύνονται αποκλειστικά σε επαγγελματίες χρήστες, με το σκεπτικό ότι διαθέτουν ήδη επαρκή γνώση των κινδύνων. Επιπλέον, ενισχύεται η χρήση ψηφιακών Μέσων για την παροχή πληροφοριών, μειώνοντας την ανάγκη για εκτενή στοιχεία πάνω στο προϊόν. Οι αλλαγές αυτές συνδέονται άμεσα με τη μείωση του διοικητικού βάρους: λιγότερες απαιτήσεις στην ετικέτα σημαίνουν λιγότερες προσαρμογές, χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη ευελιξία στην παραγωγή.
Δύσκολες ισορροπίες
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η αλλαγή στον τρόπο αξιολόγησης των «κατάλληλων εναλλακτικών».
Στην πρόταση της Κομισιόν η βασική αρχή ήταν σαφής: μια εναλλακτική ουσία πρέπει να οδηγεί σε συνολική μείωση του κινδύνου για την υγεία και το περιβάλλον. Στην έκθεση Τσιόδρα το κριτήριο αυτό διατυπώνεται διαφορετικά. Η έμφαση μετατοπίζεται στην ανάγκη η εναλλακτική να είναι ασφαλής, αλλά ταυτόχρονα να έχει την ίδια λειτουργικότητα και απόδοση, να είναι διαθέσιμη σε επαρκείς ποσότητες και να είναι οικονομικά βιώσιμη. Στο κείμενο εισάγονται ρητά παράγοντες όπως το κόστος αναδιαμόρφωσης και οι επιπτώσεις στην παραγωγή. Η αλλαγή αυτή δεν καταργεί την απαίτηση ασφάλειας, αλλά διευρύνει το πλαίσιο αξιολόγησης. Αντί να εστιάζει αποκλειστικά στη μείωση του κινδύνου, ενσωματώνει κριτήρια που σχετίζονται με τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα της παραγωγής. Πρόκειται για μια μετατόπιση που επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ προστασίας της υγείας και πρακτικής εφαρμογής, αλλά ταυτόχρονα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται τι θεωρείται «κατάλληλη» εναλλακτική.
Προκαλεί ερωτήματα
Συνολικά η έκθεση Τσιόδρα δεν ανατρέπει τον πυρήνα της πρότασης της Κομισιόν, αλλά τον επαναπροσδιορίζει με τρόπο που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη λειτουργικότητα της αγοράς και στον χρόνο προσαρμογής των επιχειρήσεων. Η επιμήκυνση των προθεσμιών, η χαλάρωση ορισμένων απαιτήσεων επισήμανσης και η ενσωμάτωση οικονομικών και τεχνικών κριτηρίων στην αξιολόγηση των εναλλακτικών ουσιών συνθέτουν ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο εφαρμογής. Ηδη από την κατάθεση της αρχικής πρότασης της Κομισιόν το 2025 οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και περιβαλλοντικοί φορείς είχαν εκφράσει επιφυλάξεις, προειδοποιώντας ότι η «απλοποίηση» ενδέχεται να οδηγήσει σε αποδυνάμωση της προστασίας της υγείας.
Οι ίδιες ανησυχίες επανέρχονται και στη συνέχεια της διαδικασίας. Σε επιστολή που απεστάλη στις 19 Μαρτίου 2026 προς τα μέλη των επιτροπών ENVI και IMCO, οργανώσεις όπως η Health and Environment Alliance (HEAL) καλούν τους ευρωβουλευτές να διασφαλίσουν ότι οι αλλαγές δεν θα υπονομεύσουν το επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος. Στην επιστολή επισημαίνεται η ανάγκη διατήρησης υψηλών προτύπων ασφάλειας και εκφράζεται ανησυχία ότι ορισμένες προτεινόμενες τροποποιήσεις –ιδίως σε ό,τι αφορά τα χρονοδιαγράμματα και τη χρήση επικίνδυνων ουσιών– ενδέχεται να καθυστερήσουν την απομάκρυνση επιβλαβών χημικών από την αγορά.
Το τελικό «ναι» ή «όχι» σε αυτή την αμφιλεγόμενη στρατηγική θα δοθεί στην ολομέλεια στις 27 Απριλίου, σε μια ψηφοφορία που αναμένεται να καθορίσει το επίπεδο προστασίας της υγείας των Ευρωπαίων πολιτών για τις επόμενες δεκαετίες.
Συνάντηση με πολυεθνικές
Λίγες μόλις ημέρες μετά την κατάθεση της έκθεσής του ο Δ. Τσιόδρας βρέθηκε στο επίκεντρο συνάντησης με εκπροσώπους των μεγαλύτερων πολυεθνικών του κλάδου καλλυντικών, εταιρείες όπως L’Oréal, Estée Lauder, Procter & Gamble, Beiersdorf κι άλλες.
Η χρονική συγκυρία έχει σημασία: η συνάντηση πραγματοποιήθηκε περίπου μία εβδομάδα μετά την παρουσίαση της πρότασής του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε μια περίοδο που η διαμόρφωση της τελικής θέσης βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.
Στην παρέμβασή του ο ευρωβουλευτής της ΝΔ έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη «μείωσης του διοικητικού βάρους και της γραφειοκρατίας», καθώς και τη σημασία ενός πιο προβλέψιμου νομοθετικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις, συνδέοντας ευθέως την απλοποίηση με την ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Τόνισε παράλληλα ότι η απλοποίηση δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως απορρύθμιση, επισημαίνοντας ότι η προστασία της υγείας και των καταναλωτών παραμένουν βασικός στόχος.
Ωστόσο το γεγονός ότι οι ίδιες αυτές εταιρείες συγκαταλέγονται μεταξύ των βασικών αποδεκτών των αλλαγών –ιδίως ως προς τα μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια και τη χαλάρωση ορισμένων υποχρεώσεων– εντάσσει τη συνάντηση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαλόγου μεταξύ θεσμών και βιομηχανίας, το οποίο βρίσκεται ήδη υπό στενή παρακολούθηση
Το αποκαλυπτικό email
Το Documento φέρνει στο φως ένα email που εστάλη στις 30 Ιανουαρίου 2026 σε ευρωβουλευτή ο οποίος είχε εκφράσει διαφωνίες με την έκθεση Τσιόδρα, αποκαλύπτοντας μια χαρακτηριστική περίπτωση παρέμβασης της βιομηχανίας στη νομοθετική διαδικασία. Το μήνυμα προέρχεται από εργαζόμενο του ομίλου Louis Vuitton και αφορά άμεσα το «Omnibus VI», λίγες μόλις ημέρες μετά την κατάθεση της έκθεσης.
Στο email η έκθεση Τσιόδρα παρουσιάζεται ως «εποικοδομητική» και «ισορροπημένη», με τον αποστολέα να επισημαίνει ότι κινείται προς μια κατεύθυνση που λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες του κλάδου. Ταυτόχρονα περιγράφονται αναλυτικά τα προβλήματα που, σύμφωνα με τη βιομηχανία, δημιουργεί το υφιστάμενο πλαίσιο –ιδίως σε σχέση με το άρθρο 15 για τις ουσίες CMR– όπως η δυσκολία εξασφάλισης εξαιρέσεων και τα «μη ρεαλιστικά» χρονοδιαγράμματα προσαρμογής.
Κομβικό στοιχείο αποτελεί η αποστολή συνοδευτικού έκθεσης της Cosmetics Europe, του βασικού φορέα εκπροσώπησης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας καλλυντικών, στο οποίο καταγράφονται συγκεκριμένες προτάσεις τροποποιήσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η περαιτέρω επιμήκυνση των μεταβατικών περιόδων, η ενίσχυση κριτηρίων όπως η οικονομική βιωσιμότητα και η λειτουργικότητα των εναλλακτικών ουσιών, καθώς και η αποσαφήνιση των διαδικασιών εξαίρεσης.
Η αποστολή τέτοιου υλικού, σε συνδυασμό με στοχευμένη επιχειρηματολογία προς ευρωβουλευτές, εντάσσεται σε μια ευρύτερη πρακτική λόμπινγκ εκ μέρους του κλάδου, με στόχο την επιρροή στη διαμόρφωση της τελικής νομοθεσίας. Αν και πρόκειται για θεσμικά κατοχυρωμένη διαδικασία στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο οργανωμένα συμφέροντα επιχειρούν να παρέμβουν σε κρίσιμες φάσεις της νομοθέτησης, ιδίως όταν διακυβεύονται σημαντικά οικονομικά συμφέροντα.
Η απάντηση του Δημήτρη Τσιόδρα
Το Documento επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον Δημήτρη Τσιόδρα προκειμένου να τοποθετηθεί για τις αλλαγές που προτείνει στην έκθεσή του, ιδίως ως προς τις ουσίες CMR, τα χρονικά περιθώρια και τα κριτήρια των «κατάλληλων εναλλακτικών». Αρχικά δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία και στη συνέχεια του εστάλη σχετικό γραπτό μήνυμα. Ο ευρωβουλευτής μάς απάντησε:
«Αδύνατον να απαντήσω αναλυτικά μέχρι τις 17.00 γιατί είμαι στην πτήση για Αθήνα και σε λίγο απογειωνόμαστε. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η προστασία της υγείας είναι βασική προτεραιότητα της πρότασης. Γι’ αυτό ακριβώς απαλείψαμε άρθρα που πιθανόν να δημιουργούσαν προβλήματα αν κάποιες ουσίες έρχονταν σε επαφή με το δέρμα ή εισπνέονταν (route of exposure) και δημιουργήσαμε τρεις κατηγορίες με πολύ αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Να σημειωθεί ότι η πρόταση στην οποία καταλήξαμε ύστερα από διεξοδικές συζητήσεις με κύριο αντικείμενο την προστασία της υγείας και παράλληλα την προώθηση της καινοτομίας έχει πολύ ευρεία υποστήριξη (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, Σοσιαλιστές, Renew, ECR). Κι αυτή η ευρεία στήριξη προέκυψε ακριβώς με τα παραπάνω κριτήρια».
Στη συνέχεια, σε τηλεφωνική επικοινωνία μας πρόσθεσε: «Υπάρχουν κριτήρια ασφάλειας. Για παράδειγμα η αιθανόλη είναι CMR2 καρκινογόνα, αυτό δε σημαίνει ότι απαγορεύουμε να κυκλοφορεί η βότκα, το ουίσκι κ.λπ. γιατί είναι σε ποσότητες που δεν σου δημιουργεί κίνδυνο. Γι’ αυτό υπάρχουν κατηγοριοποιήσεις των προϊόντων. Στη μια προχωράς αμέσως στην απόσυρση, στις άλλες, όπου υπάρχουν απλώς κάποιες υποψίες αλλά έχει κριθεί το προϊόν ασφαλές για να είναι στην αγορά χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, όταν υπάρχει κίνδυνος, το αποσύρεις αμέσως. Υπάρχει και η κατηγορία που δημιουργήσαμε εμείς για να υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη ασφάλεια».
Εκατομμύρια στους διαδρόμους Ευρωβουλής και Κομισιόν
Τα διαθέσιμα στοιχεία από το Μητρώο Διαφάνειας της ΕΕ αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος της επιρροής του κλάδου καλλυντικών στις Βρυξέλλες. Η L’Oréal μόνο για το 2024 δήλωσε δαπάνες για λόμπι που αγγίζουν το 1 εκατ. ευρώ, απασχολώντας παράλληλα έξι εξειδικευμένους λομπίστες με αποκλειστικό αντικείμενο τις ευρωπαϊκές πολιτικές. Την ίδια στιγμή όμιλοι όπως η Louis Vuitton (LVMH) κινούνται σε αντίστοιχα επίπεδα, με δαπάνες που για το 2022 κυμαίνονται μεταξύ 1,25 και 1,5 εκατ. ευρώ.
Η επιρροή αυτή δεν περιορίζεται σε αριθμούς. Τον Νοέμβριο του 2025, λίγους μήνες μετά την πρόταση της Κομισιόν, η L’Oréal πραγματοποίησε διαδοχικές συναντήσεις με ανώτερα στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρουσιάζοντας τις θέσεις της για τις εξελίξεις που επηρεάζουν τον κλάδο καλλυντικών. Στις ίδιες συναντήσεις συμμετείχαν κι άλλοι μεγάλοι παίκτες της χημικής βιομηχανίας, αποτυπώνοντας μια συντονισμένη κινητοποίηση σε κρίσιμη χρονική συγκυρία.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει μια ευρύτερη τάση. Σύμφωνα με ανάλυση της Corporate Europe Observatory (Φεβρουάριος 2025), πάνω από 343 εκατ. ευρώ δαπανώνται ετησίως για λόμπινγκ στις Βρυξέλλες, με τον τομέα των χημικών και καλλυντικών να συγκαταλέγεται στους πιο ενεργούς.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι επαφές, τα email και οι προτάσεις τροποποιήσεων δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Συνθέτουν μια ευρύτερη εικόνα στην οποία τα λόμπι κινούνται μεθοδικά στους διαδρόμους των θεσμών, επιχειρώντας να επηρεάσουν κρίσιμες αποφάσεις – συχνά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, σε μια διαδικασία που, αν και θεσμικά επιτρεπτή, εγείρει ερωτήματα για το πού τελικά χαράσσεται η γραμμή ανάμεσα στη διαβούλευση και την επιρροή.
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις























































