Όλο και περισσότεροι ηλικιωμένοι στρέφονται στη συγκατοίκηση για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στο δυσβάσταχτο κόστος ζωής με τις πενιχρές συντάξεις τους.
Αν και η συζήτηση για την κρίση στην αγορά κατοικίας εστιάζεται (όχι άδικα) στους νέους, καθώς εκτός των άλλων αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη δημιουργία οικογένειας, το ίδιο σκληρή είναι η στεγαστική πραγματικότητα και για τους μεγαλύτερους. Για τον λόγο αυτό ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φέρνουν σε επαφή συμπολίτες μας, άτομα της τρίτης ηλικίας, που αναζητούν συγκάτοικο. Οπως λέει στο Documento η 93χρονη Ξακουστή Φρ. (η συνομιλήτριά μας θέλησε να αναφέρουμε μόνο το όνομά της): «Ο κύριος παράγοντας για να συγκατοικήσω με κάποιον συνομήλικο είναι κυρίως η παρέα, η συντροφιά». Ομως, όπως αποκαλύπτεται στο ρεπορτάζ, δεν είναι μόνο αισθήματα όπως η μοναξιά που οδηγούν τα μεγαλύτερα μέλη της κοινωνίας μας στην αναζήτηση συγκατοίκου αλλά και το δυσβάσταχτο κόστος ζωής. Ο κόμπος μεγαλώνει αν λάβει κανείς υπόψη ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ηλιος, η πλειονότητα των κύριων συντάξεων δεν ξεπερνά τα 839, 89 ευρώ και αφορά περίπου 2,8 εκατ. απόμαχους της εργασίας.
Την ίδια ώρα (Ινστιτούτο Eteron):
Το 79,2% των ενοικιαστών/τριών επιβαρύνεται υπερβολικά από τις στεγαστικές δαπάνες, έναντι του 21,15% των ιδιοκτητών.
Ο ενοικιαζόμενος τομέας συγκεντρώνει μεγάλα ποσοστά επισφάλειας, καθώς στεγάζει μεγάλο μέρος ευάλωτων και οικονομικά αδύναμων ομάδων του πληθυσμού.
Tέλος, έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ αναφέρει μεταξύ άλλων:
Το 60,6% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί και περιορίζει τις δαπάνες του.
Επτά στα δέκα νοικοκυριά επηρεάζονται σημαντικά από τις αυξήσεις στα τρόφιμα.
Στο σύνολο των νοικοκυριών το μηνιαίο εισόδημα επαρκεί μεσοσταθμικά για 23 μέρες.
Φτώχεια και μοναξιά
Τα παραπάνω δεν αποτελούν στείρα, λογιστικού τύπου ευρήματα, αλλά τη στατιστική αποτύπωση της πραγματικότητας που βιώνει ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, με τα πιο ευάλωτα μέλη της να μένουν απροστάτευτα, βιώνοντας τη στεγαστική κρίση και την ακρίβεια με όρους που προσβάλλουν και αμφισβητούν την ίδια τους την ύπαρξη και την αξιοπρέπεια. Υπερβολή; Δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε: Πώς αισθάνεται ένας άνθρωπος που δούλεψε για δεκαετίες και τώρα είτε δεν έχει να πληρώσει τα έξοδα του σπιτιού του είτε αναγκάζεται να παραχωρήσει το ιδιόκτητο σπίτι στα νεότερα μέλη της οικογένειάς του, καταφεύγοντας στη «λύση» του ενοικίου και καταβάλλοντας, στην καλύτερη, το μισό της σύνταξής του; Σε αυτή την περίπτωση, λένε οι άνθρωποι με τους οποίους συνομίλησε το Documento, η συγκατοίκηση ή η εργασία στα γεράματα φαντάζει η μόνη λύση. «Γιατί νομίζετε, κάθε λίγο και λιγάκι, μαθαίνουμε για νεκρούς εργάτε, 65-70 χρόνων πάνω στις σκαλωσιές των οικοδομών;»
Για την Ξακουστή Φρ. η μοιρασιά των εξόδων είναι σημαντικό κίνητρο ώστε να αναζητήσει συγκάτοικο, ακόμη και μέσω των κοινωνικών δικτύων. Αναμφίβολα το να μην είναι μόνη της, να περνά την ώρα πιο ευχάριστα, «τώρα που φτάνει προς το τέλος», όπως λέει χαρακτηριστικά, είναι ζωτικής σημασίας για εκείνη, ωστόσο η εξοικονόμηση χρημάτων είναι ακόμη ισχυρότερο κίνητρο. Φυσικά πάντα για να τα δώσει στα εγγόνια της. Με τα λόγια της: «Η συγκατοίκηση θα με βοηθούσε στα πάγια έξοδα του σπιτιού, ειδικά αφού έχω χαμηλή σύνταξη. Ετσι, θα μπορούσα να εξοικονομήσω κάποια χρήματα, να τα δώσω στα εγγόνια μου. Θέλω να τα βοηθήσω, να μπορώ κι εγώ σαν γιαγιά να τους δώσω κάτι. Φαντάσου ότι αυτό το κάνω έτσι και αλλιώς, παρότι δεν παίρνω πολλά. Καμιά φορά όμως σκέφτομαι: Οχι, δεν είμαι ευχαριστημένη από τη σύνταξή μου, αλλά από το ολότελα… καλή είναι και αυτή. Το ξέρω, η κατάσταση για μας είναι δύσκολη. Ειδικά έπειτα από τόσα χρόνια δουλειάς. Ομως, για πες μου, τι άλλο μπορώ να κάνω πια στα 93 μου χρόνια;».
Πολύ λίγα, πολύ αργά
Λίγο πριν από την εκπνοή του 2025 ο πρωθυπουργός εξήγγειλε έκτακτα μέτρα για το στεγαστικό πρόβλημα (αντίστοιχα και η Κομισιόν, καθώς στις Βρυξέλλες θεωρούν ότι για να λυθεί το πρόβλημα σε πανευρωπαϊκή κλίμακα χρειάζονται άλλες 650.000 κατοικίες ετησίως και οικοδόμηση περισσότερων, πιο αποδοτικών και βιώσιμων κατοικιών) που θα στοχεύουν στη αύξηση της προσφοράς, ώστε να συγκρατηθούν οι τιμές. Ετσι, ανάμεσα σε άλλα ανακοινώθηκε το πρόγραμμα επιδότησης ανακαινίσεων παλαιών (έως τις 31/12/1990) σπιτιών και ανάπτυξης της κοινωνικής κατοικίας.
Το έργο θα μπει μπροστά (μετά και την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων με την Κομισιόν για τις ανακαινίσεις) με κονδύλια του ΕΣΠΑ. Η επιδότηση θα φτάνει έως 300 ευρώ ανά τ.μ. για κατοικίες έως 120 τ.μ, ενώ θα υπάρχουν εισοδηματικά κριτήρια, με πρόβλεψη για προσαύξηση σε τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες. Θα καταφέρει το νέο πρόγραμμα να ανακαινιστούν 15.000-20.000 κατοικίες που είναι ο στόχος; Αρκεί ως βοήθεια σε όσους δυσκολεύονται είτε να βρουν είτε να νοικιάσουν χωρίς να χρεοκοπήσουν ένα σπίτι της προκοπής; Αγνωστο. Πάντως το γεγονός ότι σύμφωνα με πληροφορίες η εν λόγω πρωτοβουλία (το «μεγαλύτερο πρόγραμμα ανακαίνισης» λένε στο υπουργείο Οικονομικών) προβάλλεται ως συνέχεια της «επιτυχίας» της επιστροφής ενός ενοικίου ίσως είναι ενδεικτικό της προχειρότητας και της επιδερμικότητας που επιδεικνύει η κυβέρνηση πάνω στο θέμα. Εκτός αυτού, είναι δυσβάσταχτο όλο το υπόλοιπο πλαίσιο της ζωής για έναν συνταξιούχο (όπως και για την πλειονότητα των κοινωνικών ομάδων) που πλέον τέτοια μέτρα φαντάζουν σταγόνα στον ωκεανό.
Οπως λέει στο Documento ο Αριστοτέλης Κάντας, πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης: «Οι συνταξιούχοι αναστενάζουν, όπως και όλη η ελληνική κοινωνία. Με τις πενιχρές συντάξεις που παίρνουμε, μεσοσταθμικά μένουν στην καλύτερη περίπτωση περίπου 700 ευρώ καθαρά για να βγει ο μήνας». Ο πρόεδρος των συνταξιούχων φέρνει ως παράδειγμα τον ίδιο και τη γυναίκα του που κάθε μήνα υπολογίζουν τι πρέπει να πληρώσουν πρώτα και τι στο τέλος. Οπως λέει, τότε διαπιστώνει ότι υποχρεούται να καταβάλει χρήματα για τα εξής: τέλη κυκλοφορίας, δόση ΕΝΦΙΑ, φόρο μισθωτών υπηρεσιών, φως, νερό, τηλέφωνο…
Τι μένει για τα εγγόνια;
Στο τέλος «μας μένουν περίπου 200 ευρώ στην άκρη για να έχουμε να φάμε για 30 ημέρες. Κάντε παρακαλώ τη διαίρεση και πείτε μου τι μένει. Δεν μιλώ φυσικά για ένδυση ή για φάρμακα. Ολα αυτά ενώ δεν έχω νοίκι να πληρώσω. Φανταστείτε λοιπόν ένα ζευγάρι συνταξιούχων που πρέπει να πληρώνει 400 ή και 600 ευρώ για μια γκαρσονιέρα ή για ένα μικρό δυάρι». Αναλυτές της αγοράς κατοικίας με τους οποίους συνομίλησε τα Documento αναφέρουν ότι ειδικά οι συνταξιούχοι κουβαλούν αυτή την κατάσταση «μέσα τους, σαν στίγμα, δεν μιλάνε, δεν λένε τι συμβαίνει, γιατί ντρέπονται και γιατί δεν έχουν πολλά περιθώρια επιλογών».
Η ανάλυση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ από το Πανελλαδικό Κτηματομεσιτικό Δίκτυο E-Real Estates δείχνει δραματική μεταβολή των μισθωμάτων. Μετά τη σημαντική υποχώρηση την περίοδο 2012-2017 (κατά 25%), οι τιμές άρχισαν να ανεβαίνουν ετησίως από το 2018 κατά 8,4%, 10% το 2019, 5,8-6,7% το 2020, το 2021 ήταν κοντά στο 7%, ενώ το 2023 «έκλεισε» με νέα μεσοσταθμική αύξηση της τάξης του 6-10%. «Φτάσαμε ξανά σε δύσκολες εποχές, τότε που ερχόμασταν από την Αθήνα φοιτητές για να σπουδάσουμε και μέναμε όλοι μαζί για να μοιραζόμαστε τα έξοδα του ενοικίου, του φαγητού κ.λπ.» λέει ο Αρ. Κάντας. Και συνεχίζει: «Αισθάνομαι ειλικρινά θλίψη για όλα αυτά. Που έχουμε φτάσει σε ένα σημείο της ζωής μας, ύστερα από 40 χρόνια δουλειάς, και βλέπουμε 400.000 συναδέλφους συνταξιούχους να αναγκάζονται να εργάζονται για να τα βολέψουν. Που έρχονται τα παιδάκια να πουν τα κάλαντα και βρίσκουν κλειστές τις πόρτες. Η περιβόητη 13η σύνταξη που παίρναμε πήγαινε όλοι στα παιδιά και τα εγγόνια μας. Τώρα, αν έχεις τρία ή τέσσερα εγγόνια, για πες μου, τι μένει να τους δώσεις για τις γιορτές σε όλα; Ακόμη και τον καφέ πια στο καφενείο σκέφτεσαι να τον παραγγείλεις. Γι’ αυτό και βλέπετε ότι τα καφενεία είναι γεμάτα τις πρώτες ημέρες του μήνα και μετά δεν πατά ψυχή».
Η στέγη ως δικαίωμα
Το Documento επικοινώνησε με τον Θεμιστοκλή Μπάκα, πρόεδρο του Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates, επιχειρώντας να διερευνήσει περαιτέρω τη γενεσιουργό αιτία του φαινομένου. Σύμφωνα με τον Θεμ. Μπάκα, τα στοιχεία (Eurostat) αποτυπώνουν με ωμό τρόπο μια σκληρή πραγματικότητα. Στη χώρα μας το 55% των πολιτών άνω των 65 ετών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για το κόστος στέγασης, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανέρχεται μόλις στο 20,7%. «Πρόκειται» τονίζει «για μια απόκλιση που δεν είναι απλώς στατιστική, είναι βαθιά κοινωνική και αποκαλύπτει το μέγεθος της στεγαστικής κρίσης που βιώνουν οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας».
Οι συνταξιούχοι αποτελούν πια μία από τις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες στο ζήτημα της κατοικίας, συνεχίζει. Και εξηγεί ότι ο λόγος που αυτό συμβαίνει είναι ότι τα εισοδήματά τους έχουν συρρικνωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, την ώρα που οι βασικές υποχρεώσεις παραμένουν ίδιες ή αυξάνονται λόγω της ακρίβειας στο σύνολο του κόστους ζωής. Παράλληλα, σημειώνει ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις παλαιών μισθωτηρίων συμβολαίων που έχουν καταγράψει αυξήσεις 40% ή και 45%, καθιστώντας την παραμονή στην ίδια κατοικία οικονομικά αδύνατη.
«Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί ηλικιωμένοι αναζητούν πλέον συγκάτοικο μέσω social media όχι ως επιλογή κοινωνικότητας αλλά ως λύση ανάγκης, προκειμένου να μειώσουν τα έξοδα στέγασης ή απλώς να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν» σημειώνει. Παρακάτω προχωρά στη διαπίστωση ότι σε άλλες περιπτώσεις συνταξιούχοι έχουν παραχωρήσει την κύρια κατοικία τους στα παιδιά τους για να στεγαστούν οικογένειες που αδυνατούν να βρουν προσιτή λύση, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να αναγκάζονται να επιστρέψουν στην αγορά ενοικίασης, συχνά χωρίς καμία ουσιαστική προστασία.
Είμαστε πια πρωταθλητές
Η Ελλάδα παραμένει πρωταθλήτρια στο κόστος στέγασης στην ΕΕ, χωρίς ουσιαστικό απόθεμα κοινωνικών ή προσιτών κατοικιών. Μέχρι πρότινος τα περισσότερα μέτρα που υιοθετούνταν συνδέονταν με δανειοδότηση και ίδια κεφάλαια, αποκλείοντας όσους δεν είχαν πρόσβαση σε αυτά. Μπορεί τώρα η κυβέρνηση να μιλά για επιδότηση, όχι για δάνειο, ωστόσο αυτή θα καλύπτει έως και το 90% και όχι το σύνολο. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Θεμ. Μπάκα: «Οπως επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι πολιτικές επιδότησης ενοικίων ή στεγαστικών δανείων, όταν δεν συνοδεύονται από αύξηση της προσφοράς κατοικιών, οξύνουν το πρόβλημα οδηγώντας σε περαιτέρω αύξηση τιμών».
Θα υπάρξουν τέτοιες πρωτοβουλίες από την κυβέρνηση; Αγνωστο. Σίγουρα πάντως η στεγαστική κρίση της τρίτης ηλικίας δεν αποτελεί περιθωριακό θέμα, αλλά ζήτημα κοινωνικής συνοχής, αξιοπρέπειας και δικαιοσύνης, που σύμφωνα με τον Θεμ. Μπάκα «απαιτεί πολιτικές που να βλέπουν τη στέγη ως κοινωνικό δικαίωμα, όχι ως προνόμιο».
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις























































