Υπάρχει μια σταθερή επικοινωνιακή τεχνική στην ελληνική πολιτική: όταν ένα σκάνδαλο είναι σοβαρό και αφορά τον τρόπο που ασκείται η εξουσία, προσπαθούν να το μετατρέψουν σε κάτι μικρό, συνηθισμένο και σχεδόν αστείο.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει και στην περίπτωση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αντί η δημόσια συζήτηση να αφορά τη διαχείριση δημόσιου χρήματος, τις παρεμβάσεις πολιτικών σε κρατικούς μηχανισμούς και τις πιθανές ποινικές ευθύνες, μετατοπίζεται σκόπιμα στο αν οι πολιτικοί κάνουν ρουσφέτια για ψηφοφόρους.

Η μετατόπιση αυτή δεν είναι τυχαία. Τα ρουσφέτια παρουσιάζονται ως διαχρονικό φαινόμενο, σχεδόν ως μέρος της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, άρα κάτι που δεν προκαλεί σοκ. Έτσι, ένα ζήτημα κατάχρησης εξουσίας και διαχείρισης δημόσιου χρήματος μετατρέπεται σε «έλα μωρέ, όλοι τα κάνουν». Αυτό όμως δεν είναι υπεράσπιση· είναι κανονικοποίηση της διαφθοράς. Όταν κάτι παρουσιάζεται ως φυσιολογικό, παύει να φαίνεται και ως σκάνδαλο.

Παράλληλα, χρησιμοποιείται συνεχώς και το επιχείρημα ότι «δεν βρέθηκαν χρήματα». Πρόκειται για μια πολύ βολική αλλά και πολύ παραπλανητική ανάγνωση της διαφθοράς. Διότι η πολιτική διαφθορά δεν είναι μόνο ο φάκελος με τα μετρητά. Στη σύγχρονη πολιτική, το ρουσφέτι λειτουργεί ως μορφή έμμεσου χρηματισμού: δεν πληρώνεται ο πολιτικός απαραίτητα σε χρήμα, αλλά σε πολιτική επιρροή, ψήφους, εξαρτήσεις και δίκτυα υποστήριξης.

Όταν ένας πολιτικός παρεμβαίνει για να εγκριθεί μια επιδότηση, να ξεμπλοκάρει μια πληρωμή ή να τακτοποιηθεί μια υπόθεση, δημιουργείται μια σχέση ανταλλαγής. Το δημόσιο χρήμα ή η κρατική εξουσία ανταλλάσσεται με πολιτική στήριξη. Ο εξυπηρετημένος πολίτης γίνεται ψηφοφόρος, υποστηρικτής, μέρος ενός πελατειακού μηχανισμού. Αυτό στην ουσία είναι συναλλαγή, ακόμη κι αν δεν υπάρχει προσωπικός πλουτισμός με την κλασική έννοια.

Το πραγματικό πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αν βρέθηκαν λεφτά σε κάποια τσέπη, αλλά ότι δημόσιοι πόροι και κρατικοί μηχανισμοί χρησιμοποιούνται για πολιτικό όφελος. Το ρουσφέτι δεν είναι απλώς «μια χάρη». Είναι μετατροπή του κράτους σε μηχανισμό εξυπηρέτησης πολιτικών πελατών. Και αυτό συνιστά βαθιά μορφή διαφθοράς, ακόμη κι αν δεν αφήνει τραπεζικά ίχνη.

Γι’ αυτό και το επιχείρημα «δεν βρέθηκαν χρήματα» δεν αποδομεί το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ· αντίθετα δείχνει πόσο παλιά και βολική είναι η αντίληψη για τη διαφθορά. Το πελατειακό κράτος δεν λειτουργεί απαραίτητα με βαλίτσες χρημάτων. Λειτουργεί με ρουσφέτια, εξυπηρετήσεις, επιδοτήσεις και παρεμβάσεις. Δηλαδή με έναν πιο εξελιγμένο, αλλά εξίσου πραγματικό, τρόπο πολιτικής συναλλαγής.

Με αυτόν τον τρόπο χτίζονται ολόκληροι κομματικοί μηχανισμοί. Δημιουργούνται τοπικοί κομματάρχες, δίκτυα εξαρτήσεων και στρατοί ψηφοφόρων που δεν στηρίζουν ένα κόμμα για ιδεολογικούς λόγους, αλλά επειδή υπάρχει μια σχέση εξυπηρέτησης και ανταλλαγής. Σε περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Μακεδονία, όπου διακινούνται μεγάλες αγροτικές επιδοτήσεις, τέτοια δίκτυα μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά εκλογικά αποτελέσματα. Όταν χιλιάδες άνθρωποι αισθάνονται ότι η επιδότηση, η αποζημίωση ή η διευκόλυνση εξαρτάται από έναν τοπικό παράγοντα, έναν «Φραπέ» ή έναν «Χασάπη», τότε δεν μιλάμε απλώς για ρουσφέτια· μιλάμε για μηχανισμό πολιτικής επιρροής.

Το σκάνδαλο είναι αν δημόσιο και κοινοτικό χρήμα χρησιμοποιήθηκε για να χτιστούν κομματικοί μηχανισμοί και να εξαγοραστεί πολιτική στήριξη. Γιατί αν αυτό συνέβη, τότε δεν μιλάμε απλώς για μεμονωμένα ρουσφέτια. Μιλάμε για ένα σύστημα εξουσίας που μετατρέπει το κράτος και τις επιδοτήσεις σε εκλογικό μηχανισμό.

dnews.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις