⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη GoogleΣτις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους γύρισαν οι επιζώντες της τραγωδίας στα Τέμπη, καταθέτοντας όσα έζησαν μέσα στα βαγόνια της μοιραίας αμαξοστοιχίας. Στην 47η συνεδρίαση της δίκης, οι περιγραφές για τη σύγκρουση, τη φωτιά, τους βαρείς τραυματισμούς και την προσπάθεια να σωθούν έφεραν ξανά στο προσκήνιο τον εφιάλτη εκείνης της νύχτας.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του onlarissa.gr, πρώτη κατέθεσε η Ανυσία Λιούρι, η οποία είχε επιβιβαστεί στον σταθμό Λαρίσης και βρισκόταν στο κυλικείο, στη δεξιά πλευρά του βαγονιού. Περιγράφοντας τις τελευταίες στιγμές πριν από τη σύγκρουση, θυμήθηκε τους εργαζόμενους του κυλικείου, έναν άνδρα που καθόταν μπροστά, δύο κορίτσια και την Κλαούντια με τον σύντροφό της.
«Είχα γυρίσει στο παράθυρο και κοιτούσα στο σκοτάδι. Φορούσα ακουστικά. Είδα μια λάμψη να πλησιάζει κατά πάνω μου, ήταν αντικατοπτρισμός. Έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα μια δυνατή ώθηση προς τα κάτω», ανέφερε.
Όπως περιέγραψε, εκείνη τη στιγμή το βαγόνι αναποδογύρισε και η ίδια βρέθηκε έξω από αυτό. «Πέρασα μέσα από σπασμένο τζάμι ή λαμαρίνα που άνοιξε και βρέθηκα εκτός. Έσπασε όλο το σώμα μου», είπε χαρακτηριστικά.
Η μάρτυρας αναφέρθηκε στα τραύματα που υπέστη, περιγράφοντας εγκαύματα, χημικά εγκαύματα και κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. «Είδα πως υπήρχε φλόγα. Η φωτιά ήταν πάνω από το κεφάλι μου. Είχαν γεμίσει μαυρίλα τα χέρια μου», κατέθεσε.
«Θυμάμαι πως ένας άντρας με τράβηξε από εκεί, αλλιώς θα είχα πεθάνει. Κάποιοι άλλοι μετά από ένα δεκάλεπτο μου έδωσαν τις πρώτες βοήθειες μέχρι να έρθει ασθενοφόρο. Αισθανόμουν τη θερμότητα. Αμέσως έπιασε φωτιά το βαγόνι», ανέφερε.
Απαντώντας σε ερωτήσεις των συνηγόρων, πρόσθεσε ότι ένιωθε τα εγκαύματα στα πόδια ακόμη και όταν βρισκόταν στον αέρα, ενώ το ασθενοφόρο έφτασε, όπως είπε, σχεδόν 45 λεπτά αργότερα.
«Φοβόμουν πως έχω πεθάνει» – Η διαφυγή από το παράθυρο
Ο Ευάγγελος Τσαλός, ο οποίος επέβαινε στο τέταρτο βαγόνι, περιέγραψε το ισχυρό τράνταγμα της σύγκρουσης και την προσπάθειά του να βγει από το τρένο μαζί με άλλους επιβάτες.
«Ένιωσα ένα μεγάλο τράνταγμα και πετάγομαι μπρος πίσω. Έπεφταν πράγματα γύρω μου. Πολλά γυαλιά. Ήταν πάρα πολύ έντονο. Δεν ένιωσα φρενάρισμα. Φοβόμουν πως έχω πεθάνει», είπε.
Όπως κατέθεσε, είδε στα αριστερά του μια έντονη λάμψη και φωτιά, ενώ φώναξε το όνομα της αδελφής του και της φίλης του, με τις οποίες ταξίδευε, για να διαπιστώσει αν ήταν καλά.
Αναζητώντας έξοδο από την αντίθετη πλευρά της φωτιάς, κινήθηκε στον διάδρομο, πήρε ένα σφυρί και έσπασε το παράθυρο. «Καθαρίσαμε τα θραύσματα με μια βαλίτσα και από εκεί πηδήξαμε περίπου 10 άτομα. Ήταν 2 μέτρα το ύψος», περιέγραψε.
Οι επιβάτες κατευθύνθηκαν προς τα χωράφια και προσπάθησαν να ζητήσουν βοήθεια, τηλεφωνώντας επανειλημμένα στην πυροσβεστική, ακόμη και από διαφορετικά κινητά τηλέφωνα. Όπως είπε, παρέμειναν στο σημείο για περίπου δύο ώρες.
Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν άκουσε έκρηξη, αλλά μεταλλικούς ήχους κατά τη σύγκρουση και είδε τη φωτιά δίπλα τους.
«Κατά τη σύγκρουση άκουσα μέταλλα να σέρνονται, δεν μπορώ να πω ότι άκουσα έκρηξη. Η φωτιά ήταν δίπλα μας», ανέφερε. Πρόσθεσε ότι είχε αίματα στο χέρι, ενώ άλλος επιβάτης είχε τραυματιστεί στον ώμο. Στο στόμα, στα μάτια και στη μύτη τους είχαν μπει θραύσματα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και σε έναν βαριά τραυματισμένο επιβάτη, τον οποίο προσπάθησαν να κρατήσουν σε επαφή μιλώντας του, μέχρι να τον παραδώσουν στους αστυνομικούς.
Κλείνοντας την κατάθεσή του, μίλησε για την οσμή που αντιλήφθηκαν μετά τη σύγκρουση. «Υπήρχε οσμή. Καιγόμουν στα ρουθούνια μου. Όταν μας έφεραν τα πράγματα μέσα από το βαγόνι ήταν μια μυρωδιά που δεν έμοιαζε με τίποτα», είπε.
«Είχα κομμένο πόδι – Στο κυλικείο είχε μυρωδιά υγραερίου»
Από τις πιο δύσκολες στιγμές της συνεδρίασης ήταν η κατάθεση της Ντίνας Μαγδαλιανίδη, επιβάτιδας του δεύτερου βαγονιού, η οποία περιέγραψε τον βαρύ τραυματισμό της και τις στιγμές που ακολούθησαν τη σύγκρουση.
Αρχικά αναφέρθηκε στην επιβίβασή της και στη θέση που είχε βρει στο τρένο, ενώ θυμήθηκε ότι στη Λάρισα ανέβηκε στο βαγόνι η κυρία Χλωρού. Είχε επίσης στείλει μήνυμα στη μητέρα της για την καθυστέρηση του δρομολογίου.
«Δεν έκατσα στο κυλικείο γιατί είχε μια μυρωδιά υγραερίου και έφυγα. Πήγα στη θέση μου», κατέθεσε.
Για τη στιγμή της σύγκρουσης περιέγραψε ότι χτύπησε το κεφάλι της μπροστά και πίσω, ενώ το πόδι της παγιδεύτηκε στη βαλίτσα της. Έχασε τις αισθήσεις της και όταν συνήλθε διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να κινηθεί.
«Θυμάμαι να φωνάζω “πονάω” και να λέω σε τρία άτομα το ονοματεπώνυμό μου. Είχα κομμένο πόδι. Είχε κοπεί. Ήμουν κάτω από μια λίμνη αίματος», είπε.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, κάποιοι από τους επιβάτες τής έδεσαν το πόδι με λουρί τσάντας, προσπαθώντας να σταματήσουν την αιμορραγία, προτού μεταφερθεί στο νοσοκομείο.
«Μετά το χειρουργείο δεν ξύπνησα. Κάποια στιγμή ξύπνησα ουρλιάζοντας στον πόνο. Όταν η αδελφή μου μου είπε “όλα καλά”, της είπα θυμάμαι ένα τρένο να καίγεται», ανέφερε.
«Τη στιγμή της σύγκρουσης άκουσα ένα πολύ δυνατό ήχο. Άκουσα φωνές ενώ ήμουν μέσα στο βαγόνι από πίσω μου. Φωνάζανε βοήθεια. Θυμάμαι πως είχε καπνό. Η φωτιά ήταν στα δεξιά», κατέθεσε.
«Επικράτησε πανικός, έμπαιναν καπνοί στο βαγόνι»
Την εικόνα που επικράτησε στο έκτο βαγόνι περιέγραψε ο Βασίλειος Βραχνής. Όπως είπε, είχε προηγηθεί στάση διάρκειας περίπου 45 λεπτών στο Παλαιοφάρσαλο, ενώ το τρένο σταμάτησε και στη Λάρισα. Δεν θυμόταν, ωστόσο, αν είχε μεσολαβήσει άλλη στάση μέχρι τη σύγκρουση.
Ο ίδιος καθόταν με κλειστά μάτια και αντίθετα από τη φορά του τρένου, όταν εκτινάχθηκε προς τα εμπρός.
«Αναβόσβησαν τα φώτα. Πετάγονταν οι βαλίτσες από πάνω. Για κάποια δευτερόλεπτα κοίταξα έξω και αντιλήφθηκα πως θα πάρει κλίση το δικό μας βαγόνι και θα πεθάνουμε. Ευτυχώς σταμάτησε», ανέφερε.
Στη συνέχεια, όπως περιέγραψε, επικράτησε πανικός, καθώς καπνοί άρχισαν να μπαίνουν στο βαγόνι. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και οι επιβάτες βγήκαν στις γραμμές, λίγο πριν από το τούνελ.
«Είχε απόλυτο σκοτάδι. Βοηθήσαμε κάποιους να κατέβουν και εκεί κατάλαβα τι έχει συμβεί. Είδα τις φωτιές μπροστά μου, άκουσα κάποιους να φωνάζουν βοήθεια. Έβλεπα φωτιές στα μπροστά βαγόνια», είπε.
Αφού βεβαιώθηκαν ότι είχαν απομακρυνθεί όλοι από το βαγόνι, κινήθηκαν προς το τούνελ, χρησιμοποιώντας τους φακούς των κινητών τους για να βλέπουν μέσα στο σκοτάδι. Βοήθησαν επιβάτες να ανέβουν σε ένα μικρό ύψωμα και στη συνέχεια έφτασαν στον παράδρομο.
Ο Βραχνής κατέθεσε ότι περπάτησαν προς τα μπροστινά βαγόνια, όπου η φωτιά εξακολουθούσε να καίει. «Ήταν 23.51. Ακόμη δεν είχε έρθει κανένας», ανέφερε.
newsbreak.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις



















































