Η επίσημη δημοσιοποίηση των στοιχείων της Eurostat για τη διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο ανάγλυφο —και ταυτόχρονα δραματικό— τρόπο μια βαθιά διαρθρωτική στρέβλωση της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα κατέκτησε για άλλη μια φορά την αρνητική «πρωτιά» ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη, αποδεικνύοντας ότι το success story της εγχώριας ανάπτυξης βασίζεται σε ένα μοντέλο εξαντλητικής απασχόλησης και χαμηλής αμοιβής.

Την ίδια ώρα, η σύγκριση αυτών των δεδομένων με τους δείκτες κερδοφορίας των επιχειρηματικών κλάδων και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, συνθέτει το σκηνικό μιας πρωτοφανούς εισοδηματικής ασυμμετρίας.

Η «πρωτιά» της εξάντλησης σε αριθμούς

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα ηλικίας 20 έως 64 ετών (συνυπολογίζοντας τόσο την πλήρη όσο και τη μερική απασχόληση στην κύρια εργασία τους) δούλεψαν κατά μέσο όρο 39,6 ώρες την εβδομάδα.

Η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι χαοτική. Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην κορυφή, αφήνοντας πίσω της χώρες με παραδοσιακά «σκληρά» ωράρια, όπως τη Ρουμανία που ακολουθεί με 39,3 ώρες και την Πολωνία με 39,1 ώρες. Την ίδια στιγμή, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος των 27 κρατών-μελών βρίσκεται στις 36,1 ώρες, ενώ στον αντίποδα, οι εργαζόμενοι στην Ολλανδία δουλεύουν μόλις 32,2 ώρες την εβδομάδα.

Ο Έλληνας εργαζόμενος δουλεύει σχεδόν 3,5 ώρες περισσότερο την εβδομάδα από τον μέσο Ευρωπαίο και 7,5 ώρες περισσότερο από έναν Ολλανδό. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο Έλληνας χαρίζει σχεδόν έναν επιπλέον μήνα εργασίας τον χρόνο σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.

Το παράδοξο: Περισσότερη δουλειά, λιγότερα λεφτά

Αν ίσχυε ο κανόνας της αγοράς ότι η αυξημένη απασχόληση και οι περισσότερες ώρες εργασίας φέρνουν και καλύτερες αμοιβές, οι Έλληνες θα έπρεπε να βρίσκονται στην κορυφή των ευρωπαϊκών μισθών. Συμβαίνει όμως το ακριβώς αντίθετο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για την αγοραστική δύναμη και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεπερνώντας οριακά μόνο τη Βουλγαρία.

Η αγοραστική δύναμη του μέσου ελληνικού μισθού υποχωρεί σταθερά λόγω του πληθωρισμού της απληστίας (greedflation). Από το 2019, οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν καταγράψει συνολική άνοδο κερδών κατά 42%, την ώρα που στην υπόλοιπη Ε.Ε. οι μισθοί αυξήθηκαν διπλάσια σε σχέση με τα εταιρικά κέρδη.

Η καθήλωση των βασικών και των μέσων αμοιβών, σε συνδυασμό με την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων (όπως η θεσμοθέτηση της εξαήμερης εργασίας), αναγκάζει τους εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερο απλώς και μόνο για να καλύψουν τις βασικές βιοποριστικές τους ανάγκες, καθώς το κόστος ζωής ξεπερνά τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις.

Σαρωτική κερδοφορία σε όλους τους κλάδους

Η εικόνα της εργασιακής εξάντλησης και των χαμηλών αμοιβών γίνεται ακόμη πιο προκλητική αν κοιτάξει κανείς τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Οι εισηγμένες εταιρείες σημείωσαν ιστορικό ρεκόρ, με τα καθαρά τους κέρδη να αγγίζουν τα 12,1 δισ. ευρώ και τις διανομές μερισμάτων προς τους μετόχους να φτάνουν τα 6,1 δισ. ευρώ — το υψηλότερο επίπεδο από το 2007.

Σύμφωνα με τις πρόσφατες μελέτες της ICAP CRIF και των κλαδικών ινστιτούτων, η έκρηξη των κερδών αφορά οριζόντια σχεδόν όλο το φάσμα της αγοράς:

  • Τραπεζικός Τομέας: Τα συστημικά ιδρύματα της χώρας καταγράφουν κερδοφορία-μαμούθ που αγγίζει ιστορικά υψηλά, τροφοδοτούμενη από την τεράστια ψαλίδα ανάμεσα στα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων και τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, καθώς και από τις σταθερές εισπράξεις από προμήθειες συναλλαγών.
  • Ενέργεια και Διύλιση: Ο ενεργειακός κλάδος και οι μεγάλες δυνάμεις της εγχώριας διύλισης συνεχίζουν να καταγράφουν εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις, κεφαλαιοποιώντας τις διεθνείς συγκυρίες και διατηρώντας ισχυρά περιθώρια κερδοφορίας και υψηλά EBITDA που ενισχύουν τα συνολικά μεγέθη της αγοράς.
  • Λιανεμπόριο και Τρόφιμα (FMCG): Παρά την πίεση των καταναλωτών, 3 στις 4 επιχειρήσεις του κλάδου των σούπερ μάρκετ και των ταχυκίνητων αγαθών παρουσιάζουν ισχυρή κερδοφορία, με εταιρείες-ορόσημα στα γαλακτοκομικά (όπως η Κρι-Κρι) να καταγράφουν άνοδο μικτού κέρδους πάνω από 62% στις αρχές του έτους.
  • Υπηρεσίες και Τηλεπικοινωνίες: Ο ευρύτερος τομέας των υπηρεσιών, με αιχμή τις τηλεπικοινωνίες, τις τεχνικές υπηρεσίες και τις εταιρείες συμμετοχών, συγκεντρώνει τη μερίδα του λέοντος στα συνολικά λειτουργικά κέρδη της αγοράς, αγγίζοντας το 37,7%.
  • Κατασκευές και Υλικά: Οι μεγάλες τεχνικές εταιρείες και οι βιομηχανίες δομικών υλικών (ακόμη και κλάδοι όπως τα χρώματα, με μελέτες του ΙΟΒΕ να δείχνουν ετήσιες αυξήσεις καθαρών κερδών άνω του 32%) κινούνται με υψηλές ταχύτητες, τροφοδοτούμενες από το real estate και τα έργα υποδομών.
  • Ασφαλιστικός Κλάδος: Κατέγραψε την εντυπωσιακότερη ποσοστιαία αύξηση κερδοφορίας, η οποία ξεπέρασε το 61%, εκμεταλλευόμενος τη στροφή προς την ιδιωτική ασφάλιση υγείας και περιουσίας.

Μοντέλο «φθηνής ανάπτυξης» και ασυδοσίας

Η σύγκριση των τριών αυτών μεγεθών (ώρες εργασίας, μισθοί, επιχειρηματικά κέρδη) αποδομεί πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα για μια «θωρακισμένη» και δίκαιη οικονομία.

Η Ελλάδα δεν γίνεται ανταγωνιστική επειδή επενδύει στην καινοτομία ή στην τεχνολογία υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά επειδή συντηρεί ένα μοντέλο «φθηνής ανάπτυξης». Οι 500 πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις της χώρας συγκεντρώνουν πάνω από το 81% των συνολικών προ φόρων κερδών ολόκληρης της αγοράς.

Οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε αναλώσιμο υλικό μιας αγοράς που ζητά όλο και περισσότερα, προσφέροντας όλο και λιγότερα. Αν αυτή η ασυμμετρία δεν εξισορροπηθεί με ουσιαστικές αυξήσεις μισθών και αυστηρούς ελέγχους, η πρωτιά της Ελλάδας στις ώρες απασχόλησης δεν θα είναι τίποτα άλλο από το σήμα κατατεθέν μιας κοινωνίας σε διαρκή φτωχοποίηση.

topontiki.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις