Η κυβέρνηση υπερηφανεύεται για το ρυθμό ανάπτυξης. Όμως, η χώρα υποχωρεί σε όρους πραγματικής ευημερίας, όπως επιβεβαιώνει (και) η έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Αξιολογώντας με όρους μιας «οικονομίας της αξιοπρέπειας» επαναφέρει επιτακτικά το ερώτημα: θέλουμε ανάπτυξη δεικτών ή ανάπτυξη που βελτιώνει τις ζωές των ανθρώπων;
«Η Ελλάδα έχει από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη». Αυτή είναι ίσως η δήλωση που έχει επαναλάβει τις περισσότερες φορές ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν αναφέρεται στην κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.
Φαινομενικά έχει δίκιο. Η χώρα μας έχει υψηλότερο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ σε σχέση με αρκετές άλλες χώρες της Ευρωζώνης, καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος ωστόσο μειώθηκε κυρίως λόγω της στασιμότητας των μεγάλων οικονομιών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία).
Όμως, πέραν αυτού του δείκτη η κατάσταση της πραγματικής οικονομίας, αυτή που αφορά το πώς εργάζεται και ζει η κοινωνική πλειονότητα είναι διαφορετική.
Και ως προς αυτό είναι αποκαλυπτικά τα στοιχεία που περιλαμβάνει η «Ενδιάμεση Έκθεση» για την ελληνική οικονομία που μόλις έδωσε στη δημοσιότητα το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ.
Καταρχάς υπάρχουν αρκετές χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εντός και εκτός Ευρωζώνης, που έχουν υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης αυτή τη στιγμή, ιδίως στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Στην πραγματικότητα η χώρα μας έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης κυρίως εάν συγκριθεί με τη στασιμότητα των «μεγάλων» οικονομιών της Ευρωζώνης, την ώρα που άλλες χώρες, που αποτελούν και τους πιο άμεσους «ανταγωνιστές» μας έχουν σαφώς υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Έπειτα διατηρείται ένα χάσμα στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ. Ως αποτέλεσμα η απόκλιση ανάμεσα στο πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη παραμένει μεγάλη και μειώθηκε ελάχιστα στα χρόνια που κυβερνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ το 2019 μας χώριζε ένα χάσμα 15.010 ευρώ και το 2024 η απόκλιση παραμένει περίπου στις 14.600 ευρώ.
Εάν τώρα δούμε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) αυτό ανέβηκε από 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019 σε 68,5% το 2024. Όμως, την ίδια ώρα άλλες χώρες βελτίωσαν τη θέση τους περισσότερο. Αυτή τη στιγμή η η Ελλάδα υπολείπεται χωρών όπως η Τσεχία (90,6%), η Λιθουανία (87,5%), η Εσθονία (79,0%) και η Πολωνία (78,4%), ενώ συγκρίνεται κυρίως με τη Λετονία (68,4%). Ακόμη και η Ρουμανία (77%), που κάποτε τη βλέπαμε ως παράδειγμα «μετακομμουνιστικής φτώχειας», είναι σαφώς σε υψηλότερη θέση από την Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή σε όρους πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης η χώρα μας ξεπερνά μόνο τη Βουλγαρία (65,9%). Όμως, ακόμη και έτσι η έκθεση σημειώνει ότι την περίοδο 2019-2024 η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις 3 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 11 ποσοστιαίων μονάδων της Βουλγαρίας, πράγμα που δείχνει ότι εκεί η δυναμική της σύγκλισης είναι ισχυρότερη.
Ακόμη χειρότερες είναι οι επιδόσεις ως προς τις αποδοχές των εργαζομένων με όρους αγοραστικής δύναμης. Όπως σημειώνει η Έκθεση το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην ΕΕ), ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμη χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην ΕΕ). Δηλαδή, σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, η χώρα μας διαρκώς υποχωρεί από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μάλιστα, η έκθεση παραθέτει και ειδικότερα στοιχεία: το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 20,4. Αυτό αποτυπώνεται και κατά κλάδους. Πάντα σύμφωνα με την έκθεση του επιστημονικού ινστιτούτου της ΓΣΕΕ, το 2024 στους κλάδους της Βιομηχανίας (πλην Κατασκευών) το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,4. Επίσης, το ίδιο έτος στις υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της Περιφέρειας.
Όλα αυτά αποτυπώνονται και σε μια σειρά από κοινωνικούς δείκτες που παραθέτει η έκθεση και που δείχνουν ότι μπορεί να έχει υπάρξει βελτίωση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, όμως η χώρα μας εξακολουθεί να υπολείπεται σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά και χώρες που δεν τις θεωρούμε «πλούσιες» σε σχέση με το ποσοστό των μισθωτών που βρίσκονται σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης.
Την ίδια στιγμή η έκθεση αποδομεί το κυβερνητικό αφήγημα για μια ανάπτυξη που καθοδηγείται από τις επενδύσεις. Και αυτό γιατί καταδεικνύει ότι μπορεί μεν να αυξήθηκαν οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ, όμως δεν έχουμε το είδος επενδύσεων που εγγυώνται μια μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική. Και αυτό γιατί, όπως σημειώνει η Έκθεση, το μερίδιο των επενδύσεων σε κατοικίες ως προς το σύνολο των επενδύσεων αυξήθηκε από 7,1% το 2019 σε 19,0% το 2025, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειώνονται από 26,8% σε 21,3% και σε τεχνολογία, πληροφορική και επικοινωνία από 9,3% σε 8,0%. Με τέτοιες επενδύσεις δεν πρόκειται να αποκτήσουμε μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική, δεν πρόκειται να έχουμε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας και δεν πρόκειται να δούμε να δημιουργούνται καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης.
Όλα αυτά δείχνουν τα πραγματικά όρια της «ανάπτυξης» που έφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι κυβερνήσεις του. Όρια που θα φανούν ακόμη περισσότερο με την ολοκλήρωση της απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, πόρων που αντιμετωπίστηκαν πολύ περισσότερο ως ζεστό χρήμα παρά ως εργαλείο παραγωγικής αναδιάρθρωσης της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι και η ίδια η κυβέρνηση έχει παραδεχτεί υποχώρηση και του ονομαστικού ρυθμού ανάπτυξης από το 2027.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε την εξουσία το 2019 σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή συνθήκη. Τα μνημόνια είχαν ολοκληρωθεί, η αγωνία για το χρέος είχε υποχωρήσει, η Ευρώπη δεν έβλεπε πια την Ελλάδα ως κακομαθημένο παιδί. Μπορεί να υπήρξε η περιπέτεια της πανδημίας, αλλά ακολούθησε το Ταμείο Ανάκαμψης που έδωσε πολύ σημαντικούς επιπλέον πόρους. Είχε τη δυνατότητα ο Πρωθυπουργός να αξιοποιήσει αυτό το διάστημα και αυτούς τους πόρους για να βάλει τη χώρα σε μια τροχιά ανάπτυξης με προοπτική και σε κατεύθυνση σύγκλισης με την Ευρώπη.
Αντί για αυτό, όμως, προέκρινε την απλή επίτευξη ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ, κυρίως μέσω της κατανάλωσης, την εύκολη λύση του real estate και του τουρισμού, και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων ως χρηματοδοτικής ένεσης και όχι ως εργαλείου μετασχηματισμού. Και σήμερα μετράμε τα αποτελέσματα αυτών των επιλογών: μια χώρα που αποκλίνει από την υπόλοιπη Ευρώπη και που βλέπει χώρες των Βαλκανίων να έχουν καλύτερες οικονομικές επιδόσεις, μια χώρα όλο και πιο άνιση, μια χώρα μειωμένων προσδοκιών και ενός μέλλοντος όπου η ρητορική περί «αναβάθμισης» θα συγκρούεται με μια πραγματικότητα υποβάθμισης. Μια χώρα που θα υπερηφανεύεται ότι έχει τον επικεφαλής του Eurogroup, αλλά θα δυσκολεύεται να ξεκολλήσει από τις τελευταίες θέσεις ως προς την αγοραστική δύναμη των μισθωτών της και θα παραμένει εντός μιας κρίσης κόστους ζωής. Μια χώρα που έχει πολλούς λόγους να είναι δυσαρεστημένη και τελικά το εάν και ποιο μέλλον θα έχει θα εξαρτηθεί από το εάν θα αλλάξουν τα πράγματα.
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις





















































