Το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση που κατέθεσε καταδικασθείς για σειρά σοβαρών σεξουαλικών αδικημάτων σε βάρος ανηλίκου, κρίνοντας ότι οι βαριές ποινές κάθειρξης που του επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας ήταν αυστηρές αλλά απολύτως αιτιολογημένες και σύμφωνες με τη νομολογία.

Ο εφεσείων είχε κριθεί ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε 17 κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιού, καθώς και αδικήματα σχετιζόμενα με πορνογραφικό υλικό ανηλίκων. Τα περιστατικά τοποθετούνται κυρίως κατά την περίοδο που το θύμα, γεννηθέν το 2006, ήταν ακόμη κάτω των 13 ετών και εργαζόταν ως μαθητευόμενος σε κουρείο που διατηρούσε ο καταδικασθείς. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε τη σχέση εξάρτησης και την ανηλικότητα του παιδιού, προκαλώντας και οργανώνοντας τη συμμετοχή του σε σοβαρά σεξουαλικής φύσεως περιστατικά, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονταν οπτικοακουστικά. Παράλληλα, κρίθηκε ένοχος για κατοχή και διανομή υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και για έκθεση του ανηλίκου σε ακατάλληλο περιεχόμενο.

Για μέρος των κατηγοριών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δέκα ετών και για άλλες συντρέχουσες ποινές δώδεκα ετών. Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς υποστήριξε ότι οι ποινές ήταν έκδηλα υπερβολικές, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, περιορισμένο ρόλο στα αδικήματα και συνεργασία με τις διωκτικές αρχές. Το Εφετείο απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς αυτούς.

Όπως τονίζεται στην απόφαση, η νομολογία αντιμετωπίζει τα εγκλήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών ως ιδιαιτέρως ειδεχθή, λόγω της βαριάς και διαρκούς ψυχικής βλάβης που προκαλούν στα θύματα. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο νόμος προβλέπει ακόμη και ποινή ισόβιας κάθειρξης για τέτοια αδικήματα, γεγονός που καταδεικνύει τη βαρύτητά τους. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ποινές κάθειρξης που επιβλήθηκαν δεν κρίθηκαν δυσανάλογες.

Το Εφετείο απάντησε αναλυτικά και στον ισχυρισμό περί «περιορισμένης εμπλοκής», σημειώνοντας ότι το γεγονός πως δεν υπήρξε άμεση σωματική επαφή του κατηγορουμένου με το θύμα δεν μειώνει τη βαρύτητα της συμμετοχής του. Αντιθέτως, υπογραμμίστηκε ότι ο εφεσείων υπήρξε ο ενορχηστρωτής και οργανωτής των πράξεων, ενεργώντας για ίδιο όφελος και εκμεταλλευόμενος τις ευάλωτες συνθήκες τόσο του ανηλίκου όσο και τρίτων προσώπων που εμπλέκονταν.

Ως προς την επίκληση συνεργασίας με τις αρχές, το Δικαστήριο υιοθέτησε την κρίση του Κακουργιοδικείου ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμβολή στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Αντίθετα, επισημάνθηκαν αντιφατικές ανακριτικές καταθέσεις και μεταγενέστερη συμπεριφορά που έδειχνε απουσία μεταμέλειας και προσπάθεια επηρεασμού μαρτύρων.

Το Εφετείο επανέλαβε ότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί κατ’ εξοχήν αρμοδιότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι παρέμβαση σε δεύτερο βαθμό δικαιολογείται μόνο όταν διαπιστώνεται σφάλμα αρχής ή πασιφανής δυσαναλογία μεταξύ εγκλήματος και ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά επιβαρυντικά και τυχόν μετριαστικά στοιχεία και κινήθηκε εντός των πλαισίων που θέτει η νομολογία.

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι τόσο η δεκαετής όσο και η δωδεκαετής κάθειρξη που επιβλήθηκαν για τις επιμέρους κατηγορίες, αν και αυστηρές, ήταν αναγκαίες και δικαιολογημένες λόγω της φύσης και της σοβαρότητας των αδικημάτων. Ως εκ τούτου, απέρριψε και τους δύο λόγους έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της.\

 

sigmalive.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις