Υπάρχει ένα λεπτό αλλά κρίσιμο όριο ανάμεσα στη θεσμική παρουσία ενός υπουργού και στη συνειδητή όξυνση της έντασης. Όταν οι δημόσιες επισκέψεις σε χώρους υψηλής κοινωνικής φόρτισης μετατρέπονται σε σκηνές αντιπαράθεσης με κάμερες, μικρόφωνα και ζωντανή μετάδοση στα κοινωνικά δίκτυα, τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς επικοινωνιακό. Γίνεται ζήτημα ευθύνης.
Κάθε πολιτικός έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται το έργο του. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να μετατρέπει την αστυνομική συνοδεία σε αναλώσιμη «ασπίδα» πολιτικής σύγκρουσης.
Οι αστυνομικοί δεν είναι ντεκόρ πολιτικής αντιπαράθεσης
Σε κάθε επεισόδιο έντασης, εκείνοι που στέκονται πρώτοι απέναντι στο πλήθος δεν είναι οι υπουργοί. Είναι οι αστυνομικοί. Δεν επιλέγουν ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο ούτε το ύφος της παρουσίας. Εκτελούν εντολές. Όταν η πολιτική σκηνή φορτίζεται συνειδητά —όταν η παρουσία δεν έχει χαρακτήρα διαλόγου αλλά αντιπαράθεσης— τότε η πίεση μεταφέρεται απευθείας στο επιχειρησιακό πεδίο. Και το επιχειρησιακό πεδίο έχει ονόματα, πρόσωπα και οικογένειες.
Η στοχοποίηση των ενστόλων στην Ελλάδα δεν είναι θεωρητική έννοια. Η ιστορία έχει δείξει ότι σε περιόδους πόλωσης, οι αστυνομικοί αντιμετωπίστηκαν όχι ως εργαζόμενοι αλλά ως σύμβολα. Και τα «σύμβολα» γίνονται στόχοι.
Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας
Η πολιτική ηγεσία οφείλει να γνωρίζει ότι κάθε δημόσια εμφάνιση σε συνθήκες έντασης έχει κόστος. Όχι μόνο πολιτικό — αλλά και επιχειρησιακό. Όταν η αντιπαράθεση κλιμακώνεται μπροστά σε κάμερες, όταν η σύγκρουση μετατρέπεται σε περιεχόμενο για τα κοινωνικά δίκτυα, όταν η ένταση γίνεται εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης, τότε οι αστυνομικοί μετατρέπονται σε γραμμή άμυνας μιας στρατηγικής που δεν σχεδίασαν οι ίδιοι.
Η ασφάλεια δεν είναι σκηνικό. Είναι πραγματικός κίνδυνος.
Το αόρατο ρίσκο
Ο αστυνομικός που στέκεται δίπλα σε έναν υπουργό σε μια φορτισμένη συγκέντρωση δεν είναι πολιτικό πρόσωπο. Δεν έχει δημόσιο βήμα. Δεν μπορεί να απαντήσει. Δεν μπορεί να αποχωρήσει. Είναι εκεί επειδή το κράτος του το ζήτησε. Και όμως, αν η ένταση ξεφύγει, αν η στοχοποίηση γενικευτεί, αν η οργή εκτονωθεί βίαια, εκείνος θα είναι ο πρώτος αποδέκτης.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ένας πολιτικός έχει το δικαίωμα να εμφανίζεται όπου θέλει. Το ερώτημα είναι αν έχει τη σύνεση να σταθμίζει τις συνέπειες της παρουσίας του.
Η διαφορά ανάμεσα στη θεσμική παρουσία και την πρόκληση
Η θεσμική παρουσία επιδιώκει αποκλιμάκωση. Η πρόκληση επιδιώκει σύγκρουση. Η πρώτη μειώνει τον κίνδυνο. Η δεύτερη τον μεταφέρει. Και όταν ο κίνδυνος μεταφέρεται, δεν βαραίνει εκείνον που έχει την πολιτική ασυλία και τη δημόσια προβολή. Βαραίνει τον ένστολο που θα βρεθεί ανάμεσα στην οργή και στην εντολή.
Μια δύσκολη αλλά αναγκαία παραδοχή
Σε μια δημοκρατία, η πολιτική σύγκρουση είναι θεμιτή. Η εργαλειοποίηση όμως της έντασης δεν είναι. Ιδίως όταν το τίμημα το πληρώνουν άνθρωποι που δεν συμμετέχουν στη διαμόρφωση της στρατηγικής. Οι αστυνομικοί δεν μπορεί να λειτουργούν ως φόντο πολιτικής αντεπίθεσης. Δεν μπορεί να αποτελούν τη «γραμμή πυρός» μιας επικοινωνιακής μάχης.
Αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για ασφάλεια, τότε η πρώτη πράξη ευθύνης είναι απλή: Καμία πολιτική σκοπιμότητα δεν αξίζει περισσότερο από την ασφάλεια εκείνων που καλούνται να την προστατεύσουν.
Άγγελος Αγραφιώτης
Σύμβουλος Διαχείρισης Κρίσεων
Πολιτευτής ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις























































