Η επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, αύριο, έρχεται σε μια συγκυρία όπου η ελληνογαλλική συνεργασία έχει ήδη αποκτήσει στρατηγικό βάθος. Ιδίως μετά τη συμφωνία του 2021, αλλά πλέον εισέρχεται σε μια φάση στρατηγικής επέκτασης. Που περιλαμβάνει αμοιβαία υποστήριξη, αλλά και νέα εξοπλιστικά προγράμματα υψηλής αξίας και επιχειρησιακής σημασίας.

Rafale: Από την ενίσχυση στην εδραίωση αεροπορικής υπεροχής

Στο επίκεντρο βρίσκονται τα μαχητικά Rafale, τα οποία ήδη αποτελούν τον «πολλαπλασιαστή ισχύος» της Πολεμικής Αεροπορίας, μέχρι την έλευση των αμερικανικών F-35. Το ενδεχόμενο νέας παραγγελίας – είτε για επιπλέον αεροσκάφη είτε για αναβαθμίσεις – δεν αφορά μόνο αριθμούς, αλλά και τη μελλοντική σύνθεση του στόλου της ΠΑ. Κατά πληροφορίες, η γαλλική πλευρά φέρεται να εξετάζει την επαναγορά των παλαιότερων Mirage 2000-5 της Ελλάδας, με στόχο να προωθηθούν στο Ουκρανικό μέτωπο, με αντάλλαγμα την προσφορά πρόσθετων Rafale και ενδεχομένως την αναβάθμισή τους, ή κατ’ ευθείας στο νεώτερο επίπεδο που θα χρησιμοποιεί τα επόμενα χρόνια η Armee de’l Aire (Γαλλική Αεροπορία) όπως είχε αναφέρει προ ημερών το pontiki.gr. Ανεξάρτητα από το ποιες θα είναι οι επιλογές για τα Mirage 2000-5, η επιλογή των πρόσθετων Rafale, εξετάζεται σοβαρά σε ότι αφορά τη διατήρηση ποιοτικής υπεροχής στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, με προηγμένα όπλα και διαλειτουργικότητα με τα υπόλοιπα μέσα.

Barracuda: Η υποθαλάσσια εξίσωση αλλάζει

Η «βαλίτσα» του Μακρόν, όμως, φέρνει και ένα πιο σοβαρό εξοπλιστικό θέμα, στο πλαίσιο τη επέκτασης και αναβάθμισης της ελληνογαλλικής αμυντικής συνεργασίας. Και αυτό αφορά την πιθανή είσοδο των γαλλικών υποβρυχίων κλάσης Barracuda στο ελληνικό οπλοστάσιο. Μια τέτοια κίνηση θα σηματοδοτούσε τον τερματισμό της παραδοσιακής προμηθειακής βάσης του Πολεμικού Ναυτικού σε υποβρύχια (Type 209 και Type 214) από τη Γερμανία, με δύο αποτελέσματα: Τη διεύρυνση της πολυτυπίας αλλά και ένα ποιοτικό άλμα για το Πολεμικό Ναυτικό, μεταφέροντας την Ελλάδα σε μια νέα κατηγορία δυνατοτήτων που περιλαμβάνουν αυξημένη αυτονομία και δυνατότητες στρατηγικής κρούσης, όπως και επιχειρήσεις σε μεγάλο βάθος. Το κόστος, βεβαίως, είναι ιδιαίτερα υψηλό, κάτι που καθιστά το project περισσότερο μεσοπρόθεσμο παρά άμεσο, λόγω δημοσιονομικού περιβάλλοντος. Στην περίπτωση αυτή «μετράει» και η πρόταση που φέρονται να κατεβάσουν οι Γάλλοι κατασκευαστές για συμπαραγωγή των 3 εκ των 4 υποβρυχίων που βρίσκονται στην πρόταση, σε ελληνικά ναυπηγεία. Και εδώ εμφανίζονται υποψηφιότητες όπως τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, που έχει τη τεχνογνωσία από τα προηγμένα γερμανικά υποβρύχια Type 214, αλλά και η METLEN Tecnologies (άλλοτε ΜΕΤΚΑ), η οποία είχε κατασκευάσει όλο το μεταλλικό κύτος των ίδιων υποβρυχίων για την Ελλάδα, αποσπώντας μάλιστα τα εύσημα των γερμανών κατασκευαστών της Krupp Marine Systems.

FDI: Το επόμενο βήμα μετά τον Κίμωνα

Οι φρεγάτες FDI (γνωστές και ως Belharra) αποτελούν ήδη τον πυρήνα της ανανέωσης του στόλου. Με την παράδοση του «Κίμων», την παραλαβή των «Φορμίων» και «Νέαρχος» το προσεχές 12μηνο, και την παραγγελία της τέταρτης φρεγάτας «Θεμιστοκλής» να έχει κλειδώσει, οι Γάλλοι φέρνουν μία ανανεωμένη πρόταση για την ναυπήγηση τριών επιπλέον FDI φρεγατών, και ενίσχυση του οπλισμού των υφιστάμενων. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τις πρώτες που «βγαίνουν» από το ναυπηγείο της Naval Group, τώρα θα προταθεί η διεύρυνση της βιομηχανικής συνεργασίας, με τη συμμετοχή ελληνικών ναυπηγείων και εταιρειών στην αλυσίδα παραγωγής. Και εδώ το MOU της METLEN με την Naval Group, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αναφορικά και με την πρόθεση της κυβέρνησης για επίτευξη του στόχου για 25% συμπαραγωγή για την εγχώρια βιομηχανία.

Η στρατηγική διάσταση: Τα όπλα και το «παζλ» των αποφάσεων

Η επίσκεψη Μακρόν αφορά κάτι βαθύτερο από επιμέρους προμήθειες. Εδραιώνει έναν άξονα Αθήνας–Παρισιού με σαφή γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. Εν πολλοίς μια κοινή αντίληψη για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, αλλά και ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής που ξεπερνά τα στενά όρια του ΝΑΤΟ. Η Γαλλία επιχειρεί να εδραιωθεί ως βασικός αμυντικός εταίρος της Ελλάδας, προσφέροντας όχι μόνο εξοπλισμό αλλά και πολιτική στήριξη. Είναι όμως αυτό επαρκές για να προμηθευτεί η Ελλάδα μερικά από τα ακριβότερα οπλικά συστήματα του κόσμου;

Η ακριβή υπεροχή

Στον πυρήνα αυτής της σχέσης βρίσκονται ήδη συμφωνίες που ξεπερνούν τα 5,5 δισ. ευρώ: περίπου 2,5 δισ. ευρώ για τα 24 μαχητικά Dassault Rafale και πάνω από 3 δισ. ευρώ για τις (πρώτες) τρεις φρεγάτες FDI frigate, μόνο… Όμως η επίσκεψη Μακρόν έρχεται να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: ποιο είναι το επόμενο βήμα;

Τα Rafale έχουν ήδη αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού. Με κόστος που αγγίζει τα 100–120 εκατ. ευρώ ανά μονάδα (ανάλογα με πακέτα υποστήριξης και οπλισμό), αποτελούν μια επένδυση όχι μόνο σε πλατφόρμες αλλά σε επιχειρησιακή φιλοσοφία. Στο τραπέζι βρίσκεται πιθανή αύξηση του στόλου πέραν των 24 αεροσκαφών, η αναβάθμιση σε νεότερα standards (F4) και η επέκταση των όπλων μεγάλης ακτίνας (Meteor, Scalp). Μια νέα παρτίδα 6–12 αεροσκαφών θα μπορούσε να προσθέσει επιπλέον 0,8–1,5 δισ. ευρώ στο συνολικό πακέτο.

Αντίστοιχα, οι φρεγάτες FDI είναι κόμβοι αεράμυνας περιοχής, με δυνατότητες που μέχρι πρόσφατα απουσίαζαν από το ελληνικό ναυτικό δόγμα. Όμως κάθε πλοίο εκτιμάται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, ενώ η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους (με επιπλέον πυραύλους Aster 30 και εξοπλισμό) μπορεί να αυξήσει το συνολικό κόστος κατά μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ακόμη. Από την άλλη πλευρά μια ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, μπορεί να μετατρέψει την αγορά από «δαπάνη» σε επένδυση.

Το πιο φιλόδοξο –και ακριβό– σενάριο αφορά τα υποβρύχια Barracuda. Πρόκειται για πλατφόρμες νέας γενιάς, με εκτιμώμενο κόστος που μπορεί να ξεπεράσει τα 1,5–2 δισ. ευρώ ανά μονάδα, ανάλογα με τη διαμόρφωση. Ένα πρόγραμμα 3 μονάδων θα μπορούσε να αγγίξει ή και να ξεπεράσει τα 5 δισ. ευρώ, μετατρέποντας το σε μία από τις μεγαλύτερες αμυντικές επενδύσεις στην ιστορία της χώρας.

Αν όλα τα παραπάνω προχωρήσουν, το συνολικό «καλάθι» των πιθανών συμφωνιών μπορεί να ξεπεράσει τα 10–12 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ελλάδα θα επενδύσει στην άμυνα – αυτό έχει ήδη απαντηθεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αποτροπής, τις  δημοσιονομικές αντοχές, και στη διατήρηση στρατηγικών επιλογών με πολλαπλούς εταίρους

Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν δεν θα αφήσει πίσω της μόνο δηλώσεις και φωτογραφίες. Θα καθορίσει –σε μεγάλο βαθμό– αν η ελληνογαλλική σχέση θα εξελιχθεί σε μια από τις πιο ισχυρές αμυντικές συνεργασίες στην Ευρώπη, αλλά και εάν οι Έλληνες πολίτες θα πληρώσουν το τίμημα που απαιτεί η ισχύς.

topontiki.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις