Ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και το Σύνταγμα: Μια λεπτή ισορροπία

Η μόνη δυνατότητα μονομερούς αποδέσμευσης κράτους μέλους από ενωσιακό νομοθέτημα, έστω και στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας, παραμένει η αποχώρησή του από την ΕΕ εν συνόλω.

Ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα διαχρονικό, αλλά ιδιαίτερα οξυμένο ερώτημα: πώς συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο όταν τέμνονται σε κρίσιμους τομείς, όπως η ποινική δίωξη.

Στην ελληνική έννομη τάξη, η συζήτηση έχει προσλάβει έντονα χαρακτηριστικά, ιδίως υπό το βάρος κυβερνητικών τοποθετήσεων που υπαινίσσονται υπέρβαση αρμοδιοτήτων εκ μέρους του ενωσιακού θεσμού.

Στο επίκεντρο αναδεικνύονται δύο κρίσιμα ερωτήματα: αφενός σε ποιον ανήκει η αρμοδιότητα ανανέωσης της θητείας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων και, αφετέρου, αν δύναται η Ελλάδα να μεταβάλει μονομερώς τους όρους συμμετοχής της ή ακόμη και να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνολικά.

Κωνσταντίνα Γεωργάκη, Διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης

Ως προς πρώτο ζήτημα, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 ορίζει ότι οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς προτείνονται από τα κράτη μέλη, ενώ ο διορισμός τους πραγματοποιείται για πενταετή ανανεώσιμη θητεία από το Κολλέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, ως συλλογικού οργάνου, κατόπιν εισήγησης της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως. Ενόσω ο Κανονισμός δεν ρυθμίζει ρητά ποια είναι η διαδικασία ανανέωσης θητείας, το κενό αυτό καλύπτεται από την υπ’ αριθμ. 015/2025 απόφαση του Κολλεγίου, ως αρμόδιας αρχής διορισμού, περί συνθηκών απασχόλησης των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων. Σύμφωνα με αυτήν, η απόφαση ανανέωσης θητείας λαμβάνεται από το Κολλέγιο, κατόπιν πρότασης της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως και με τη συναίνεση του ενδιαφερομένου.

 

Στον αντίποδα, το ελληνικό δίκαιο – ιδίως το άρθρο 90 του Συντάγματος και ο ν. 4786/2021 –αναθέτει στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο την αρμοδιότητα πρότασης υποψηφίων προς διορισμό. Ωστόσο, τυχόν ερμηνευτική επέκταση της αρμοδιότητας αυτής και στο στάδιο ανανέωσης της θητείας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων δημιουργεί σύγκρουση με το ανωτέρω ενωσιακό πλαίσιο, η οποία, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), αλλά και των ημεδαπών δικαστηρίων, δεν μπορεί να επιλυθεί υπέρ του εθνικού δικαίου — ακόμη και σε επίπεδο Συντάγματος — λόγω της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου.

Κατά συνέπεια, η επίκληση εθνικών διατάξεων προς αμφισβήτηση αποφάσεων του Κολλεγίου στερείται νομικού ερείσματος. Εφόσον οι εθνικές αρχές θεωρούν ότι το Κολλέγιο υπερέβη την αρμοδιότητά του, ο ενδεδειγμένος δρόμος δεν είναι η μονομερής άρνηση εφαρμογής της απόφασής του, αλλά η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), με το τελευταίο να έχει σε κάθε περίπτωση τον τελικό λόγο ως προς την ερμηνεία και το κύρος της σχετικής ενωσιακής πράξης.

 

Ένα δεύτερο ερώτημα αφορά στη δυνατότητα μονομερούς αποχώρησης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με εθνική νομοθετική πρωτοβουλία. Η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει συσταθεί στο πλαίσιο διαδικασίας ενισχυμένης συνεργασίας εντός της ΕΕ, με τη συμμετοχή κρατών μελών σε αυτήν να συνιστά ένταξη σε έναν δεσμευτικό ενωσιακό θεσμό.

Δεδομένου ότι οι ενωσιακές Συνθήκες δεν προβλέπουν δυνατότητα αποχώρησης από διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας και η τελευταία θεσμοθετείται βάσει εγκριτικής απόφασης του Συμβουλίου της ΕΕ, οι διαθέσιμες επιλογές αποδέσμευσης είναι περιορισμένες και θεσμικά σύνθετες: είτε τροποποίηση του σχετικού νομοθετήματος είτε συνολική κατάργησή του, μόνο κατόπιν συμφωνίας των εμπλεκόμενων κρατών μελών και του Συμβουλίου.

Η μόνη δυνατότητα μονομερούς αποδέσμευσης κράτους μέλους από ενωσιακό νομοθέτημα, έστω και στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας, παραμένει η αποχώρησή του από την ΕΕ εν συνόλω.

Το συμπέρασμα είναι διττό και σαφές: αφενός, σε περίπτωση σύγκρουσης, οι κανόνες του ενωσιακού δικαίου που διέπουν τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπερισχύουν κάθε αντίθετης εθνικής ρύθμισης, ακόμη και σε συνταγματικό επίπεδο· αφετέρου, δεν υφίσταται δυνατότητα μονομερούς αποχώρησης από τον θεσμό με αμιγώς εθνική νομοθετική πρωτοβουλία. Υπό τα δεδομένα αυτά, καθίσταται επιβεβλημένη η ερμηνεία και η εφαρμογή των σχετικών εθνικών κανόνων κατά τρόπο σύμφωνο με το ενωσιακό δίκαιο, ώστε να προλαμβάνονται και να αποφεύγονται πολυεπίπεδες νομικές συγκρούσεις που δύνανται να φέρουν τη Χώρα μας αντιμέτωπη με ενωσιακές συνέπειες.

Κωνταντίνα Γεωργάκη

* Η Κωνσταντίνα Γεωργάκη είναι Διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και Επίκουρη Καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

in.gr

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αν σας άρεσε το άρθρο

Κάνετε Like