Η αιφνιδιαστική κίνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να κλείσει όπως-όπως την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, την οποία κρατούσε επί 20 ημέρες στα συρτάρια του γραφείου του, χωρίς να έχει διατάξει ουδεμία έρευνα, εκτός από τη θύελλα αντιδράσεων που προκαλεί, γεννά και ερωτήματα τα οποία χρήζουν απαντήσεων.
Αν και πολλοί θεωρούσαν προδιαγεγραμμένη την εκ νέου αρχειοθέτηση της υπόθεσης η οποία είχε ήδη δημιουργήσει ισχυρό πονοκέφαλο στην κυβέρνηση, ιδιαίτερα μετά τις δηλώσεις του ιδρυτή της Ιntellexa Ταλ Ντίλιαν ότι δεν θα παραμείνει σιωπηλός, όπως στη δίκη αλλά και ότι δεν σκοπεύει να γίνει το εξιλαστήριο θύμα, εν τούτοις η απόφαση του κ. Τζαβέλα ξάφνιασε με τον τρόπο που επέλεξε να γράψει ο ίδιος τους τίτλους τέλους. Παραβλέποντας την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας που με το διατακτικό της, δρομολογούσε νέο γύρο έρευνας τόσο για το αδίκημα της κατασκοπείας όσο και για την ενδεχόμενη εμπλοκή 9 προσώπων, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όχι μόνο δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα και δεν αναζήτησε κανένα στοιχείο, αλλά πέταξε στο κάλαθο των αχρήστων όλο το αποδεικτικό υλικό από την πολύμηνη διαδικασία.
Μονόδρομος η διενέργεια έρευνας μετά τη δικαστική απόφαση
Είχε όμως τη δικονομική ευχέρεια να προχωρήσει μόνος του ο ανώτατος εισαγγελικός στην απόφαση της αρχειοθέτησης; Ή ήταν μονόδρομος η διενέργεια έρευνας που ο κ. Τζαβέλλας επέλεξε, για δικούς του λόγους να μην ακολουθήσει;
«Όταν υπάρχει δικαστική απόφαση που συνιστά δικαιοδοτική κρίση, σύμφωνα με την οποία όσα προέκυψαν από τη δίκη είναι νεότερα στοιχεία, ο εισαγγελέας οφείλει να επανεκκινήσει την προκαταρκτική εξέταση. Ακόμη και αν τα νέα αυτά στοιχεία, μετά την έρευνα, δεν στοιχειοθετήσουν επαρκείς ενδείξεις άσκησης ποινικής δίωξης. Σε κάθε περίπτωση ο εισαγγελέας είναι υποχρεωμένος να διενεργήσει έρευνα» τονίζουν δικαστικές πηγές που θεωρούν πως η σχετική παραγγελία που υπήρχε στο διατακτικό της απόφασης του δικαστηρίου, τον περασμένο Φεβρουάριο, δεν άφηνε κανένα περιθώριο στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να αυτενεργήσει, παραβιάζοντας τους δικονομικούς κανόνες και προσθέτουν: «Δεν ήταν στην κρίση του εισαγγελέα, εφόσον τα νεότερα στοιχεία είχαν ήδη κριθεί ως τέτοια, να τα επανακρίνει για να το βεβαιώσει και ο ίδιος». Και αυτό γιατί πρόκειται για αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από δίκη και οι δικαστικές αποφάσεις ανατρέπονται μόνο με απόφαση του ανώτερου δικαστηρίου. «Η ιεραρχία υφίσταταται μεταξύ των εισαγγελικών λειτουργών και όχι έναντι των δικαστικών αποφάσεων» επισημαίνουν χαρακτηριστικά δικαστικοί κύκλοι.
Στο σημείο αυτό εστιάζεται η σφοδρή κριτική που ασκείται από το νομικό κόσμο στον κ. Τζαβέλλα, καθώς του καταλογίζεται ευθέως ότι επιχείρησε έναν δικονομικό «ακροβατισμό» προκειμένου να κλείσει άμεσα την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Χωρίς χρονοτριβή. Χωρίς να μπει στον κόπο καν να καλέσει μάρτυρες ή να απευθυνθεί σε κάποια από τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες. Αυτό που έκανε ωστόσο ήταν να αφήσει να περάσουν άπρακτες 20 ημέρες, γνωρίζοντας καλά πως το «φάντασμα» της παραγραφής πλανάται πάνω από την υπόθεση, η οποία έχει αποτιμηθεί ως πλημμεληματικού χαρακτήρα. 8 πλημμελήματα παραγράφηκαν την ίδια ημέρα που έθετε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου την υπόθεση στο αρχείο, όπως τόνισε ο Ζαχαρίας Κεσσές, δικηγόρος του Θανάση Κουκάκη ο οποίος υπενθύμισε πως η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου του δημοσιογράφου , είχε την υπογραφή του κ. Τζαβέλλα , ως αναπληρωτή εποπτεύοντα της ΕΥΠ την επίμαχη περίοδο.
Ο δρόμος για την αρχειοθέτηση
Η πορεία της υπόθεσης των υποκλοπών προς την αρχειοθέτηση, είχε ως αφετηρία την Εισαγγελία Πρωτοδικών η οποία κράτησε ένα μόνο σκέλος της υπόθεσης και διαβίβασε το κύριο μέρος της στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Θα μπορούσε να είχε πράξει διαφορετικά; Ασφαλώς, θα μπορούσε να διενεργήσει η Εισαγγελία την έρευνα, απαντούν νομικές πηγές που σημειώνουν με νόημα πως κανείς δεν μπορεί να ξέρει, σε μία τέτοια περίπτωση, ποια θα ήταν η τύχη της υπόθεσης.
Και τώρα τι;
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα που δημιούργησε η αρχειοθέτηση της υπόθεσης από τον κ. Τζαβέλλα. Ήδη από την περασμένη Παρασκευή, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει πληροφορηθεί πως τίποτα δεν τελείωσε, καθώς αναμένονται και νέες μηνύσεις. Στις 11 Δεκεμβρίου έχει επίσης προσδιοριστεί να ξεκινήσει η δίκη σε δεύτερο βαθμό των τεσσάρων κατηγορουμένων επιχειρηματιών από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας οι οποίοι κινδυνεύουν αυτή τη φορά να οδηγηθούν ακόμη και στη φυλακή. Ουδείς μπορεί να προβλέψει ποιο θα είναι το αποτέλεσμα και αυτής της δίκης και πολύ περισσότερο να προεξοφλήσει τη στάση που θα τηρήσουν τα μέλη του δικαστηρίου, με δεδομένα τα διθυραμβικά σχόλια της κοινής γνώμης προς τους συναδέλφους τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
«Επειδή η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών κακώς μπήκε στο αρχείο, εύκολα μπορεί να ανασυρθεί. Ακόμη κι αν κάποιες πράξεις παραγραφούν. Η κατασκοπεία όμως δεν θα έχει παραγραφεί…», τόνιζαν στο dnews εισαγγελικές πηγές με μακρά εμπειρία και γνώση των τεκταινομένων διαχρονικά στη Δικαιοσύνη.
dnews.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις























































