Υπάρχει μια φράση που επαναλαμβάνεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια σε αμερικανικά και ευρωπαϊκά στρατηγικά fora όταν η συζήτηση φτάνει στην Ελλάδα και την Τουρκία: «Σε περίπτωση κρίσης, η Ελλάδα πιθανότατα θα χρειαστεί να διαχειριστεί μόνη της την πρώτη φάση». Είναι μια ψυχρή, σχεδόν κυνική προσέγγιση της διεθνούς πραγματικότητας. Και ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί τόσο μεγάλη ανησυχία στην Αθήνα.

Το διακύβευμα δεν είναι αν οι ΗΠΑ ή η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούν νομικά σωστές τις ελληνικές θέσεις στο Αιγαίο. Σχεδόν κανείς στη Δύση δεν αμφισβητεί σοβαρά το νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η Ελλάδα μέσω του Δικαίου της Θάλασσας. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
μέχρι ποιο σημείο οι δυτικοί σύμμαχοι είναι διατεθειμένοι να συγκρουστούν με την Τουρκία για χάρη της Ελλάδας. Και εδώ η απάντηση γίνεται εξαιρετικά σύνθετη.

Αν η Άγκυρα προχωρήσει στη θεσμοθέτηση του νέου πλαισίου εφαρμογής της “Γαλάζιας Πατρίδας”, οι πρώτες αντιδράσεις από ΗΠΑ και ΕΕ πιθανότατα θα είναι προσεκτικές, διπλωματικές και γεμάτες εκκλήσεις για «αποφυγή έντασης». Κατ’ αρχήν για τις ΗΠΑ, η Τουρκία αντιμετωπίζεται από μεγάλο μέρος του αμερικανικού στρατηγικού συστήματος ως «δύσκολος αλλά αναγκαίος σύμμαχος».

Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Η Άγκυρα ελέγχει τα Στενά, διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ, παίζει ρόλο στη Μαύρη Θάλασσα, στη Συρία, στον Καύκασο, στη Λιβύη και πλέον διεισδύει βαθιά στην αμυντική βιομηχανία της Δύσης μέσω drones, πυραύλων και ναυπηγικών προγραμμάτων. Και αυτό προκαλεί ένα εύλογο ερώτημα…

Μήπως άργησε η Ελλάδα να δει τη «Γαλάζια Πατρίδα» ως στρατηγική απειλή;

Ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα που καταγράφονται σε αμερικανικά, γαλλικά και ισραηλινά think tanks είναι ότι η Αθήνα αντιμετώπισε για μεγάλο διάστημα τη «Γαλάζια Πατρίδα» περισσότερο ως επιθετική ρητορική εσωτερικής κατανάλωσης της Τουρκίας και λιγότερο ως ένα μακροχρόνιο, συνεκτικό γεωπολιτικό δόγμα αναθεώρησης του status quo στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Αναλυτές του Atlantic Council, του CSIS και του French Institute of International Relations (IFRI) έχουν επισημάνει επανειλημμένα ότι η Άγκυρα δεν λειτουργεί «σπασμωδικά», αλλά ακολουθεί σταθερή στρατηγική κλιμάκωσης επί σχεδόν δύο δεκαετίες: πρώτα με θεωρητικό δόγμα, μετά με χάρτες, κατόπιν με NAVTEX, έπειτα με γεωτρήσεις, στη συνέχεια με το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τώρα με προσπάθεια θεσμικής-νομοθετικής κατοχύρωσης νέων «γκρίζων» θαλάσσιων ζωνών.

Το βασικό πρόβλημα για την Ελλάδα, σύμφωνα με τις περισσότερες δυτικές αναλύσεις, είναι ότι η τουρκική στρατηγική δημιουργεί «τετελεσμένα χαμηλής έντασης» χωρίς να περνά εύκολα το κατώφλι ενός πολέμου. Δηλαδή, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατοπίσει σταδιακά την πραγματικότητα στο πεδίο χωρίς να προκαλεί πάντα άμεση στρατιωτική αντίδραση από τη Δύση. Δηλαδή ένα μοντέλο όπου η Τουρκία θα εμφανίζεται ως συνδιαχειριστής περιοχών που μέχρι σήμερα θεωρούνταν αυτονόητα ελληνικής κυριαρχίας ή δικαιοδοσίας.

Πότε θεωρούν τα think tanks ότι αυξάνεται ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου;

Οι περισσότερες δυτικές αναλύσεις συγκλίνουν σε κάτι εξαιρετικά σοβαρό: ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι ο «σχεδιασμένος πόλεμος», αλλά το ατύχημα μέσα σε συνθήκες συνεχούς πίεσης. Σύμφωνα με αναλύσεις του RAND Corporation και του Carnegie Europe, η περίοδος αμέσως μετά την ψήφιση της τουρκικής νομοθεσίας θα είναι η πιο επικίνδυνη, διότι: η Άγκυρα θα θελήσει να «δοκιμάσει» τις ελληνικές αντιδράσεις, ενώ η Αθήνα θα πιεστεί να αποδείξει ότι δεν αποδέχεται τετελεσμένα. Και κατά τους ίδιους η Ουάσιγκτον πιθανότατα θα επιχειρήσει αρχικά να αποτρέψει κλιμάκωση χωρίς να πάρει σαφή θέση.

Οι αναλυτές των οργανισμών αυτών θεωρούν ότι το πιο πιθανό θερμό επεισόδιο δεν θα μοιάζει με γενικευμένο πόλεμο, αλλά με σύγκρουση πλοίων (όπως στη γνωστή επακουμβιση), παρενόχληση αεροσκαφών ΄(όπως συμβαίνει καθημερινά εδώ και εβδομάδες), εμπλοκή ειδικών δυνάμεων σε μικρονήσιδα (όπως στα Ίμια), επεισόδιο γύρω από ερευνητικό/γεωτρύπανο, ή και ακόμη με την οριοθέτηση αλιευτικών ζωνών.

Το παράθυρο αυξημένου κινδύνου εκτιμάται από αρκετούς κύκλους ότι θα ανοίξει μέσα στους επόμενους 12–24 μήνες.

«Η Ελλάδα θα είναι μόνη της» — μύθος ή πραγματικότητα;

Αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή συζήτηση που γίνεται σήμερα σε δυτικά στρατηγικά fora. Η πραγματικότητα είναι ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Ε.Ε. επιθυμούν ελληνοτουρκική σύγκρουση. Όμως άλλο πράγμα η διπλωματική στήριξη και άλλο η άμεση στρατιωτική ανταπόκριση. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι σε περίπτωση κρίσης οι ΗΠΑ θα πιέσουν κυρίως για αποκλιμάκωση, ενώ η Ε.Ε. θα εκδώσει πολιτικές δηλώσεις (τύπου Φον Ντερ Λάιεν). Όμως  η επιχειρησιακή διαχείριση θα πέσει σχεδόν αποκλειστικά στην Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη. Σημαίνει όμως ότι η Δύση βλέπει το Αιγαίο περισσότερο ως κρίση προς «διαχείριση» και λιγότερο ως πεδίο όπου θα συγκρουστεί άμεσα με την Τουρκία.

Πώς μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη η τουρκική στρατηγική μετά την ψήφιση του νόμου

Το πιθανότερο σενάριο που περιγράφουν διεθνείς αναλυτές δεν είναι μια ξαφνική στρατιωτική ένταση στρατιωτικής μορφής, αλλά μια πολυεπίπεδη πίεση στο πεδίο. Για παράδειγμα, όπως επισημαίνουν, η Άγκυρα θα μπορούσε να επιχειρήσει αυξημένες περιπολίες του τουρκικού ναυτικού και της ακτοφυλακής πέραν των 6 ν.μ., αποστολή ερευνητικών σκαφών σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας, διεκδίκηση αρμοδιοτήτων έρευνας και διάσωσης (κάτι που ήδη κάνει), αμφισβήτηση ελληνικών δικαιωμάτων σε FIR και θαλάσσιες ζώνες, δημιουργία «γκρίζων» operational zones για αλιεία, ενέργεια ή ναυσιπλοΐα, ή ακόμη και συνοδεία πολιτικών ή ενεργειακών αποστολών από στρατιωτικά μέσα.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Τουρκία φαίνεται να επιχειρεί να επιβάλει de facto συνθήκες «διαμοιρασμένης κυριαρχίας» χωρίς επίσημη πολεμική σύγκρουση. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα της Αθήνας:αν αντιδράσει δυναμικά, κινδυνεύει με κλιμάκωση.
Αν δεν αντιδράσει, κινδυνεύει να παγιωθούν νέα δεδομένα.

Οι περισσότεροι σοβαροί ξένοι αναλυτές πιστεύουν ότι σε περίπτωση “γκρίζας” κρίσης στο Αιγαίο, οι ΗΠΑ θα κινηθούν κυρίως ως δύναμη αποκλιμάκωσης — όχι ως δύναμη επιβολής υπέρ της Αθήνας.Και αυτό ακριβώς γεννά τον μεγάλο ελληνικό φόβο:ότι η πίεση για «συμβιβασμό» μπορεί τελικά να οδηγήσει σε έμμεση νομιμοποίηση τουρκικών τετελεσμένων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ακόμη πιο περίπλοκη περίπτωση. Θεωρητικά, η Ελλάδα διαθέτει το ισχυρότερο δυνατό επιχείρημα: τα ελληνικά σύνορα είναι ευρωπαϊκά σύνορα. Στην πράξη όμως, η Ευρώπη παραμένει εξαιρετικά διχασμένη απέναντι στην Τουρκία.

Η Γερμανία βλέπει την Άγκυρα κυρίως μέσα από το πρίσμα της οικονομίας, της μεταναστευτικής διαχείρισης και της βιομηχανικής συνεργασίας (ιδιαίτερα μετά την παραγγελία των Eurofighter).
Η Ιταλία επενδύει όλο και περισσότερο στις σχέσεις με την τουρκική βιομηχανία και τη Μεσόγειο.
Η Ισπανία έχει ισχυρούς τραπεζικούς και αμυντικούς δεσμούς με την Τουρκία (με αποκορύφωμα τη συνεργασία για τη ναυπήγηση του ελικοπτεροφόρου Anadolou), ενώ ακόμη και η Γαλλία, που παραμένει η πιο κοντινή στρατηγικά προς την Ελλάδα, δύσκολα θα επιθυμούσε στρατιωτική κλιμάκωση μέσα στο ΝΑΤΟ.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ανατροπή της εποχής μας, όπως και το ερώτημα εάν όντως θα είμαστε μόνοι…

topontiki.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις