⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη GoogleΗ απόκτηση έξι F-35 από την Τουρκία δεν πρόκειται να ανατρέψει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο, θα μπορούσε, όμως, να προκαλέσει κάτι πολύ χειρότερο, αποκαλύπτει ειδικός στο Κογκρέσο των ΗΠΑ.
Οταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι η Τουρκία ενδέχεται να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, το αμερικανικό Κογκρέσο ζήτησε την αρωγή ειδικών ως προς το ζήτημα και τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια εξέλιξη, πρωτίστως δε του δρα Σινάν Τζιντί, του τουρκικής καταγωγής ανώτερου ερευνητή και διευθυντή του Προγράμματος για την Τουρκία στο Foundation for Defense of Democracies, στην Ουάσιγκτον (φωτογραφία αρχείου, επάνω, από U.S. Air Force/Capt. Kip Sumner/Handout via Reuters).
Ο δρ Τζιντί ειδικεύεται στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, διδάσκει στο Georgetown University, καθώς και Εθνική Ασφάλεια στο Marine Corps University.
Ειδικός στο Κογκρέσο των ΗΠΑ εντοπίζει τον μεσοπρόθεσμο κίνδυνο για την Ελλάδα, την Κύπρο και την ευρύτερη περιοχή
Ερντογάν, αριστερά, και Τραμπ κατά την τελευταία συνάντησή τους στην Αγκυρα, στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ (φωτογραφία Reuters/Umit Bektas)
Τα όσα είπε εκεί, αλλά και όσα αναφέρει στον κυπριακό «Φιλελεύθερο», ξεκαθαρίζουν την εικόνα ως προς το τι ενδέχεται να γίνει και τι όχι, αλλά είναι κάθε άλλο παρά καθησυχαστικά για το τι έπεται εάν η Τουρκία επιστρέψει στο πρόγραμμα.
Η απόκτηση έξι F-35, λέει, δεν πρόκειται από μόνη της να ανατρέψει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα μπορούσε, ωστόσο, να προκαλέσει κάτι πολύ χειρότερο.
Κάνοντας μια αναδρομή στα γεγονότα που επανέφεραν στην επικαιρότητα το θέμα της απόκτησης των F-35 από την Τουρκία, ο ακαδημαϊκός εξηγεί ότι στο επίκεντρο της συζήτησης δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκην η δημιουργία ενός μεγάλου τουρκικού στόλου F-35, αλλά τα έξι αεροσκάφη τα οποία η Αγκυρα έχει ήδη πληρώσει και παραμένουν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά την εκτίμηση του δρα Τζιντί, η παράδοσή τους δεν θα άλλαζε από μόνη της τη στρατιωτική ισορροπία με την Ελλάδα.
«Μια χώρα που αποκτά έξι F-35 δεν ανατρέπει τη στρατηγική ισορροπία», επισημαίνει, διευκρινίζοντας ότι οι πραγματικές συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης θα γίνονταν αισθητές σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου.
Η σημασία των έξι αεροσκαφών, επισημαίνει, βρίσκεται κυρίως στην τεχνολογία στην οποία θα αποκτούσε πρόσβαση η Τουρκία.
Ο ίδιος δεν θεωρεί βέβαιο ότι η Αγκυρα εξακολουθεί να επιδιώκει την αγορά περίπου 100 F-35, όπως προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός της.
Πιθανότερο είναι να ενδιαφέρεται πρωτίστως για την παραλαβή των αεροσκαφών που έχει ήδη πληρώσει.
Η μάχη για τους κινητήρες
Η απόκτησή τους, προσθέτει, θα επέτρεπε στην τουρκική αμυντική βιομηχανία να μελετήσει σε βάθος τα εξαρτήματα, τα συστήματα και τις τεχνολογικές δυνατότητές τους.
«Αυτό πιστεύω ότι θέλει πραγματικά η Τουρκία», τονίζει. «Θέλει τα έξι αεροσκάφη που έχει πληρώσει, ώστε να κατανοήσει τα εξαρτήματα και την πολυπλοκότητα των κινητήρων τους».
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζει τον μεσοπρόθεσμο κίνδυνο για την Ελλάδα, την Κύπρο και την ευρύτερη περιοχή.
Η τεχνογνωσία που θα αποκτούσε η Αγκυρα θα μπορούσε να επιταχύνει την ανάπτυξη εγχώριου τουρκικού κινητήρα και, κατ’ επέκταση, την εξέλιξη του μαχητικού KAAN.
Η Τουρκία θα μπορούσε έτσι να κατασκευάσει ένα μαχητικό πέμπτης γενιάς χωρίς να εξαρτάται από αμερικανικά ή ευρωπαϊκά εξαρτήματα και γραμμές παραγωγής.
Παράλληλα, η Αγκυρα επιδιώκει την προμήθεια περίπου 80 αμερικανικών κινητήρων F110, μέσω συμφωνίας ύψους περίπου 700 εκατομμυρίων δολαρίων.

Το τουρκικό μαχητικό KAAN (φωτογραφία από thearabweekly.com)
Οι συγκεκριμένοι κινητήρες δεν χρησιμοποιούνται στα F-35, αλλά σε μαχητικά τέταρτης γενιάς, όπως τα F-16.
Η Τουρκία θέλει να τους τοποθετήσει στην πρώτη γενιά των KAAN, μέχρι να αποκτήσει τη δυνατότητα να παράγει δικό της κινητήρα.
Με δικά της μαχητικά έως το 2030
Η φιλοδοξία της δεν περιορίζεται στην ενίσχυση της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Στόχος είναι το KAAN να εξαχθεί και σε τρίτες χώρες, όπως η Αίγυπτος και η Ινδονησία, ενώ έχουν ήδη εμφανιστεί σενάρια συμπαραγωγής με το Κάιρο.
Σύμφωνα με τον Τζιντί, η Αγκυρα επιδιώκει να είναι σε θέση να κατασκευάζει το μαχητικό χωρίς κρίσιμα ξένα εξαρτήματα μεταξύ 2030 και 2032.
«Εκεί βρίσκεται ο στρατηγικός υπολογισμός της Τουρκίας: στην πλήρη ανεξαρτησία από τη Δύση», τονίζει.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στην Αγκυρα να μην επηρεάζεται πλέον στον ίδιο βαθμό από αμερικανικούς ή ευρωπαϊκούς περιορισμούς στις εξαγωγές, στις παραδόσεις ανταλλακτικών και στην πρόσβαση σε κρίσιμη στρατιωτική τεχνολογία.
Πέρα από τη στρατιωτική διάσταση, η πιθανή παράδοση των F-35 θα έστελνε, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα εξαιρετικά ανησυχητικό πολιτικό μήνυμα.
Θα έδειχνε ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει τους S-400 ως το μοναδικό πρόβλημα στις σχέσεις με την Τουρκία, παραβλέποντας μια σειρά από άλλες σοβαρές ενστάσεις.
Μεταξύ αυτών, ο ειδικός καταγράφει τις στενές σχέσεις της Αγκυρας με κινεζικές εταιρείες τηλεπικοινωνιών.
Η παρουσία κινεζικής τεχνολογίας στις τουρκικές υποδομές θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ευαίσθητα δεδομένα και τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας των F-35.
Ανάλογες ανησυχίες είχαν, άλλωστε, συμβάλει στο πάγωμα της πώλησης των αεροσκαφών στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η απειλητική στάση της Αγκυρας
Στις αμερικανικές επιφυλάξεις, σημειώνει, προστίθενται η υποστήριξη της Τουρκίας προς τη Χαμάς, η απειλητική συμπεριφορά της απέναντι σε άλλους συμμάχους των ΗΠΑ και οι αναθεωρητικές της επιδιώξεις έναντι της Ελλάδας, του Ισραήλ και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Επομένως, συμπεραίνει, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη έξι τουρκικών F-35. Είναι το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να δώσουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην εμπορική πώληση στρατιωτικής τεχνολογίας παρά στην προστασία του σημαντικότερου αεροπορικού τους συστήματος και στην ασφάλεια των συμμάχων που το χρησιμοποιούν.
Το τελευταίο σοβαρό ανάχωμα παραμένει το Κογκρέσο. Ο ειδικός προβλέπει ότι οποιαδήποτε απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να προχωρήσει στην παράδοση θα προκαλούσε έντονη αντίδραση από διακομματική ομάδα γερουσιαστών και βουλευτών.

Το Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον όπου στεγάζεται το Κογκρέσο (φωτογραφία Reuters/Kevin Lamarque)
Πιθανότερη εξέλιξη θα ήταν η αποστολή διακομματικής επιστολής και η κατάθεση ψηφίσματος αποδοκιμασίας.
Ο Τραμπ, ωστόσο, θα μπορούσε να ασκήσει βέτο. Με τα σημερινά δεδομένα, εξηγεί, δεν θεωρείται βέβαιο ότι οι αντίπαλοι της μεταφοράς θα συγκέντρωναν την αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται για να το ανατρέψουν.
Η απομάκρυνση των S-400 θα έθετε, συνεπώς, την αμερικανική κυβέρνηση σε σαφώς ισχυρότερη θέση για να προχωρήσει.
Ο πραγματικός κίνδυνος, καταλήγει ο καθηγητής, δεν βρίσκεται τόσο στα έξι αεροσκάφη όσο σε αυτό που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην Τουρκία να πετύχει μέσα στα επόμενα χρόνια.
Το Κογκρέσο έχει ήδη καταγράψει, τονίζει, σε προηγούμενες επιστολές προς τον πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών, το σύνολο των ανησυχιών στις οποίες η Αγκυρα θα πρέπει να απαντήσει πριν εγκριθεί οποιαδήποτε μεταφορά αεροσκαφών.
Και κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν έχει γίνει. Ούτε και πρόκειται.
Καμία εγγύηση
«Μια στρατηγικά αυτόνομη Τουρκία μπορεί να ακούγεται πολύ καλή ιδέα στα χαρτιά», παρατηρεί και σημειώνει ότι σύμβουλοι του Τραμπ, όπως ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, μπορεί να υποστηρίζουν ότι η ενίσχυση της Αγκυρας ενδυναμώνει έναν σημαντικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ.
Αυτό, όμως, υπογραμμίζει, δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι θα αναχαιτιστεί η στρατιωτικοποιημένη, επιθετική και αναθεωρητική συμπεριφορά του Ερντογάν και του καθεστώτος του — συμπεριφορά την οποία, όπως λέει, «δεν κάνουν ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύψουν».
Ακριβώς αυτό προσπαθούν να εξηγήσουν στον Τραμπ Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο.
Το ερώτημα, κατά τον καθηγητή Τζιντί, είναι τι θα συμβεί εάν, μέσα σε δύο, τρία ή πέντε χρόνια, μια Τουρκία εξοπλισμένη με μαχητικά πέμπτης γενιάς εμπλακεί σε μεγάλης κλίμακας περιφερειακή σύγκρουση, η οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε αποτραπεί.
Γι’ αυτό θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον οφείλει να διατηρήσει την πίεση προς την Αγκυρα, να απαιτήσει λογοδοσία και να πιστοποιεί, μέσω του Κογκρέσου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, βήμα προς βήμα, ότι η Τουρκία εγκαταλείπει πράγματι την επιθετική της συμπεριφορά.
Διαφορετικά, καταλήγει, η αμερικανική πολιτική κινδυνεύει να δημιουργήσει σήμερα ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για το αύριο.
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις




















































