⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google

Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.

➕ Προσθήκη στη Google

Η «Πατριωτική Εισφορά» που ανακοίνωσε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη άνοιξε μια συζήτηση που στην Ελλάδα μόλις αρχίζει, αλλά στην Ευρώπη διεξάγεται εδώ και χρόνια: πόσο μπορεί πραγματικά να αποδώσει ένας φόρος στον μεγάλο πλούτο;

Ας προσπεράσουμε, για χάρη της ουσιαστικής συζήτησης τις γκάφες των επιτελών της ΕΛΑΣ, όπως αυτή του Γιώργου Παππά που θεωρεί ότι πρέπει να ανοίξουν και οι… θυρίδες με τα κοσμήματα, τα μετρητά και τα… διαβατήρια του Τζέισον Μπορν, και ας δούμε τα πραγματικά όρια και τις αντοχές αυτής της συζήτησης.

Η ΕΛ.Α.Σ. υπολογίζει ότι ένας ετήσιος φόρος 1% στην καθαρή περιουσία του πλουσιότερου 1% των Ελλήνων μπορεί να αποφέρει περίπου 2,02 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Η κυβέρνηση, διά του Άκη Σκέρτσου, απάντησε ότι οι αριθμοί «δεν βγαίνουν» και υπολόγισε τα δυνητικά έσοδα σε μόλις 145 εκατ. ευρώ. Μόνο που ο συγκεκριμένος υπολογισμός έγινε επί των δηλωθέντων εισοδημάτων περίπου 67.000 φορολογουμένων, ενώ η πρόταση Τσίπρα αφορά καθαρή περιουσία. Είναι δύο εντελώς διαφορετικές φορολογικές βάσεις.

Το ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει ένα τρίτο σημείο αναφοράς, πολύ πιο χρήσιμο για να αξιολογηθούν και οι δύο ισχυρισμοί.

Τον περασμένο Απρίλιο δημοσιεύθηκε μια ογκώδης μελέτη που εκπονήθηκε για τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με αντικείμενο ακριβώς τη φορολόγηση του πλούτου, της καθαρής περιουσίας και των κεφαλαίων. Δύο τόμοι, διεθνείς συγκρίσεις και επτά αναλυτικές μελέτες περιπτώσεων χωρών που εφαρμόζουν ή εφάρμοσαν τέτοιους φόρους.

Και τα συμπεράσματά της προσγειώνουν αρκετά τη συζήτηση:

1. Οι φόροι περιουσίας δεν αποδίδουν ποτέ όσο υπόσχονται. Σε καμία χώρα δεν ξεπέρασαν το 2% των συνολικών εσόδων (γράφημα 1 πιο κάτω).

2. Το κενό ανάμεσα στη θεωρία και το ταμείο έχει όνομα. Απαλλαγή επιχειρηματικών περιουσιακών στοιχείων, έκπτωση κύριας κατοικίας, αντικειμενικές αξίες, οροφή στο εισόδημα. Στη Γαλλία το πλουσιότερο 0,001% πλήρωνε τελικά 0,1% αντί για 1,5%. Η μελέτη είναι σαφής: τα 2,02 δισ. είναι το πάνω όριο χωρίς καμία απαλλαγή. Ρεαλιστικό εύρος για την Ελλάδα: 0,5-1,0 δισ., και όχι πριν το 2028 (γράφημα 2).

3. Δεν είναι (φόρος) Ζικμάν: Ο Ζικμάν προτείνει 2% στους >100 εκατ. Για την Ελλάδα: 13 δισεκατομμυριούχοι, λίγες εκατοντάδες centi-εκατομμυριούχοι, έσοδο 1 δισ. Η ΕΛΑΣ βάζει κατώφλι 1 εκατ., δηλαδή 85.000 άτομα, περιουσιολόγιο, ορκωτούς εκτιμητές και exit tax, για το ίδιο περίπου έσοδο. Ένας περίπλοκος διο9ικητικός μηχανισμός, χωρίς να αποδίδει τα ανάλογα.

Στην έκθεση του περασμένου Μαρτίου η Κομισιόν κατέληξε σε μία εκτίμηση που αποτυπώνεται στον παρακάτω πίνακα. Τι δείχνει για την Ελλάδα; Ότι εάν φορολογηθούν οι 13 δισεκατομμυριούχοι (τόσους έχει η χώρα) και κάποιοι “υπέρ”-εκατομμυριούχοι, που είναι σαφώς πιο εύκολο να εντοπιστούν από τους 85.000 υπόχρεους που λέει η ΕΛ.ΑΣ. και τους επιβληθεί συντελεστής 3% τότε είναι δυνατόν να φτάσουν τα έσοδα σρο 1,9 δισ. ευρώ. Παρουσιάζει και εναλλακτικό σενάριο με 1%, που οδηγεί σε έσοδα 700 εκατ. ευρώ. Αλλά η ΕΛΑΣ δεν λέει αυτό, δεν περιορίζεται στο συγκεκριμένο πεδίο που εντοπίζει και παρουσιάζει η Κομισιόν για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πώς έβγαλε η ΕΛ.Α.Σ. τα 2,02 δισ.

Ο υπολογισμός της ΕΛ.Α.Σ. είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά απλός. Με βάση στοιχεία της World Inequality Database, εκτιμά ότι το πλουσιότερο 1% στην Ελλάδα κατέχει περίπου 201,6 δισ. ευρώ καθαρής περιουσίας.

Στη συνέχεια γίνεται ουσιαστικά μία πράξη:

201,6 δισ. × 1% = 2,016 δισ. ευρώ.

Στρογγυλοποιημένα, 2,02 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Μαθηματικά είναι σωστό. Φορολογικά, όμως, είναι το πιο αισιόδοξο δυνατό σενάριο. Για να εισπραχθούν πράγματι 2,02 δισ. θα πρέπει σχεδόν ολόκληρη η εκτιμώμενη περιουσία των συγκεκριμένων φορολογουμένων να εντοπιστεί και να αποτιμηθεί σωστά, να μην υπάρχουν ουσιαστικές απαλλαγές ή εκπτώσεις, να μην υπάρξει σημαντική φορολογική προσαρμογή ή μεταφορά περιουσίας και ο φόρος να εισπράττεται σχεδόν στο ακέραιο.

Και εδώ ακριβώς η διεθνής εμπειρία γίνεται αποκαλυπτική.

Από το 0,19% της Ισπανίας στο 1,19% της Ελβετίας

Οι πραγματικές εισπράξεις από φόρους καθαρής περιουσίας είναι συνήθως πολύ χαμηλότερες από τους θεωρητικούς συντελεστές.

Στην Ισπανία, τα έσοδα από τον σχετικό φόρο αντιστοιχούσαν το 2022 στο 0,19% του ΑΕΠ, στη Νορβηγία περίπου στο 0,47%, ενώ η Ελβετία αποτελεί τη μεγάλη εξαίρεση, με απόδοση 1,19% του ΑΕΠ.

Η ελληνική πρόταση των 2,02 δισ. ευρώ αντιστοιχεί περίπου στο 0,82% του ελληνικού ΑΕΠ που χρησιμοποιείται ως βάση στον υπολογισμό μας. Δηλαδή προϋποθέτει μια εισπρακτική επίδοση αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη που καταγράφουν χώρες με μακρά εμπειρία τέτοιων φόρων και πλησιάζει περισσότερο την εξαιρετική περίπτωση της Ελβετίας.

Μόνο που ούτε η Ελβετία αποτελεί εύκολα συγκρίσιμο παράδειγμα. Ο φόρος εφαρμόζεται σε πολύ ευρύτερη βάση και το συνολικό φορολογικό της σύστημα είναι διαφορετικό – μεταξύ άλλων, δεν φορολογεί με τον ίδιο τρόπο τις κεφαλαιακές υπεραξίες από κινητά περιουσιακά στοιχεία. Η ίδια η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία επισημαίνει αυτή την ιδιαιτερότητα.

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης της Επιτροπής είναι πιο γενικό: οι φόροι πλούτου που εξετάστηκαν δεν υπήρξαν σημαντική πηγή δημοσίων εσόδων και η απόδοσή τους επηρεάζεται καθοριστικά από τις απαλλαγές, τις φορολογικές ελαφρύνσεις, την ελλιπή συμμόρφωση και τη συμπεριφορά των ίδιων των φορολογουμένων.

Το γαλλικό μάθημα: Από το 1,5% στο… 0,1%

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Γαλλία και ο παλαιός Impôt de solidarité sur la fortune (ISF).

Ο φόρος είχε προοδευτική κλίμακα που έφθανε έως το 1,5%. Στην πράξη, όμως, οι απαλλαγές επαγγελματικής περιουσίας και κυρίως το πλαφόν που συνέδεε τη συνολική φορολογική επιβάρυνση με το εισόδημα περιόριζαν δραματικά την πραγματική επιβάρυνση των πλουσιότερων.

Σύμφωνα με τη France Stratégie, για το πλουσιότερο 0,001% ο πραγματικός συντελεστής του ISF έπεφτε τελικά περίπου στο 0,1% της συνολικής περιουσίας, παρότι ο ονομαστικός ανώτατος συντελεστής ήταν 1,5%. Μόνο το πλαφόν είχε δημοσιονομικό κόστος περίπου 2 δισ. ευρώ.

Αυτό είναι και το βασικό πρόβλημα που κρύβεται πίσω από την απλή πράξη της ΕΛ.Α.Σ.: άλλο ο ονομαστικός συντελεστής και άλλο ο effective tax rate που τελικά καταλήγει στο δημόσιο ταμείο.

Η ιδέα του Ζικμάν που έφτασε στην Ελλάδα

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάσταση. Η «Πατριωτική Εισφορά» δεν γεννήθηκε σε πολιτικό κενό.

Η φιλοσοφία της παραπέμπει ευθέως στη διεθνή συζήτηση που έχει ανοίξει ο Γάλλος οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζικμάν για την καθιέρωση ενός ελάχιστου φόρου στους υπερπλούσιους. Η πρόταση Ζικμάν, που έφτασε μέχρι την G20, κινείται όμως σε διαφορετική λογική: αντί να απλωθεί στο πλουσιότερο 1% ολόκληρου του πληθυσμού, επικεντρώνεται στους ultra-rich.

Το EU Tax Observatory έχει υπολογίσει, μαζί με τον Ζικμάν, δυνητικά έσοδα από ελάχιστη φορολόγηση 2% ή 3% σε περιουσίες άνω των 100 εκατ. ευρώ ή του 1 δισ. ευρώ.

Εδώ βρίσκεται μια ουσιαστική διαφορά. Η ΕΛ.Α.Σ. φαίνεται να παίρνει τη βασική ιδέα –ετήσια φορολόγηση της καθαρής περιουσίας των πλουσιότερων– και να την προσαρμόζει πολύ χαμηλότερα στην πυραμίδα του ελληνικού πλούτου: περίπου 1% αντί 2%, αλλά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους αντί μόνο στους πραγματικά υπερπλούσιους. Αυτό σημαίνει περισσότερους φορολογουμένους, πολύ περισσότερα περιουσιακά στοιχεία προς αποτίμηση και σαφώς μεγαλύτερο διοικητικό μηχανισμό.

Η εναλλακτική των 100 εκατ. ευρώ

Και εδώ η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Οι υπολογισμοί των Quentin Parrinello, Giulia Varaschin και Gabriel Zucman εξετάζουν ακριβώς ένα σύστημα που επικεντρώνεται στις περιουσίες άνω των 100 εκατ. ευρώ, αντί για το σύνολο του ανώτερου 1%.

Για την Ελλάδα, οι σχετικές εκτιμήσεις που χρησιμοποιούνται στη σημερινή συζήτηση οδηγούν σε δυνητικό έσοδο της τάξης περίπου του 1 δισ. ευρώ.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ενδιαφέρον παράδοξο: αντί να επιχειρήσεις να αποτιμήσεις κάθε χρόνο ακίνητα, μετοχές, εταιρικές συμμετοχές και άλλες περιουσίες δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων, μπορείς θεωρητικά να συγκεντρώσεις σημαντικό μέρος των εσόδων στοχεύοντας σε ένα ασύγκριτα μικρότερο σύνολο πραγματικά υπερπλούσιων φορολογουμένων.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η μελέτη της Κομισιόν δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανταλλαγή πληροφοριών για πραγματικούς δικαιούχους, στην καταγραφή ακινήτων και περιουσιακών στοιχείων, στην πληροφόρηση από τρίτους και στην ψηφιοποίηση των φορολογικών αρχών. Χωρίς αυτά, ένας φόρος καθαρής περιουσίας είναι πολύ ευκολότερο να σχεδιαστεί στο χαρτί παρά να εισπραχθεί.

Πόσα, λοιπόν, μπορεί να φέρει;

Εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τις βεβαιότητες από τις εκτιμήσεις. Τα 2,02 δισ. ευρώ της ΕΛ.Α.Σ. είναι ουσιαστικά η θεωρητική απόδοση του 1% πάνω στο σύνολο των 201,6 δισ. εκτιμώμενου καθαρού πλούτου του ανώτερου 1%.

Τα 145 εκατ. ευρώ του Άκη Σκέρτσου, από την άλλη, δεν αποτελούν πραγματική κοστολόγηση της πρότασης, αφού υπολογίζουν 1% επί του εισοδήματος και όχι επί της περιουσίας.

Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η πραγματική συζήτηση. Με βάση τις αποδόσεις που έχουν καταγραφεί διεθνώς και εφόσον το ελληνικό σύστημα προβλέψει λογικές εξαιρέσεις, κανόνες για την κύρια κατοικία ή την επιχειρηματική περιουσία, προβλήματα ρευστότητας και μηχανισμούς αποφυγής διπλής φορολόγησης, ένα εύρος της τάξης των 500 εκατ. έως 1 δισ. ευρώ ετησίως φαίνεται πολύ πιο ρεαλιστική τάξη μεγέθους από τα 2,02 δισ. Πρόκειται όμως για συγκριτική εκτίμηση και όχι για επίσημη κοστολόγηση: για σοβαρότερο αριθμό χρειάζεται μικροπροσομοίωση πάνω στην πραγματική κατανομή και σύνθεση του ελληνικού πλούτου.

Και ασφαλώς όχι από την πρώτη ημέρα εφαρμογής. Η ίδια η ΕΛ.Α.Σ. αναγνωρίζει εμμέσως το διοικητικό πρόβλημα, αφού ο σχεδιασμός που παρουσίασε προβλέπει περιουσιολόγιο, αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων, πραγματικούς δικαιούχους, ειδικό μηχανισμό στην ΑΑΔΕ, κανόνες κατά της μεταφοράς περιουσίας και δοκιμαστική λειτουργία πριν από την πλήρη εφαρμογή.

Η αριθμητική κρίνεται από τη βάση της

Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν οι πολύ πλούσιοι πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερο. Αυτό είναι πολιτική επιλογή.

Το οικονομικό ερώτημα είναι ποιον ακριβώς φορολογείς, πάνω σε ποια περιουσία, με ποιες απαλλαγές και πόσο από τον θεωρητικό φόρο μπορεί τελικά να εισπράξει το κράτοςΚαι γιατί επιλέγεις τον δρόμο με το μεγαλύτερο διοικητικό κόστος και τη μικρότερη απόδοση, όταν η ίδια η Κομισιόν σου δείχνει τον άλλο.

Η ΕΛ.Α.Σ. φαίνεται να πήρε μια ιδέα που βρίσκεται ήδη στο κέντρο της διεθνούς συζήτησης και συνδέεται κυρίως με τον Ζικμάν, αλλά να την προσάρμοσε στην Ελλάδα με έναν πολύ ευρύτερο κύκλο φορολογουμένων. Και στο πρώτο της κοστολόγιο έκανε την πιο απλή δυνατή αριθμητική: 1% επί του συνολικού πλούτου του πλουσιότερου 1%.

Η διεθνής εμπειρία λέει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο δύσκολη.

Από την άλλη, η κυβερνητική απάντηση των 145 εκατ. πάσχει από ένα ακόμη πιο βασικό πρόβλημα: υπολογίζει φόρο περιουσίας σαν να ήταν φόρος εισοδήματος.

Κάπου ανάμεσα στα 145 εκατ. και στα 2,02 δισ. βρίσκεται επομένως το ποσό που θα μπορούσε πραγματικά να εισπραχθεί.

Και για να το μάθουμε, χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από μία αριθμητική πράξη ή μια πολιτική ανάρτηση: χρειάζεται πραγματικό ελληνικό περιουσιολόγιο και σοβαρή φορολογική προσομοίωση.

 

topontiki.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις