⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη GoogleΠίσω από την οικονομική ασυνέπεια της ευρωπαϊκής δεξιάς, παραμένει μια αρχή: η εθνική ταυτότητα καθορίζει ποιος πρέπει να επωφελείται από την οικονομική και κοινωνική προστασία
Σε ομιλία της προς τη Medef, τη Γαλλική Συνομοσπονδία Επιχειρήσεων, στα τέλη Αυγούστου του 2026, η Μαρίν Λε Πεν τάχθηκε υπέρ των φορολογικών μειώσεων, αναδεικνύοντας τη μεταβαλλόμενη οικονομική φυσιογνωμία του Εθνικού Συναγερμού (RN).
Λίγα χρόνια νωρίτερα, το κόμμα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνική προστασία και στην κρατική παρέμβαση. Η εναλλαγή αυτή επαναφέρει ένα βασικό ερώτημα: πού τοποθετείται τελικά η ευρωπαϊκή ακροδεξιά στον οικονομικό άξονα;
Σύμφωνα με την έρευνα της πολιτικού επιστήμονα Κατερίνα Φρόιο και των συνεργατών της, η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Η ανάλυση προεκλογικών προγραμμάτων και κομματικών επικοινωνιών, σε βάθος άνω των τεσσάρων δεκαετιών, για το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο (FN), τον διάδοχό του Εθνικό Συναγερμό (RN), την ιταλική Lega, το βελγικό Vlaams Belang και το ολλανδικό PVV καταγράφει σημαντικές μεταβολές στις οικονομικές θέσεις αυτών των κομμάτων.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι οικονομικές τους προτάσεις δεν ακολουθούν μια σταθερή ιδεολογική κατεύθυνση.
Αντίθετα, προσαρμόζονται στις πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες, διατηρώντας ωστόσο έναν κοινό πυρήνα: την αντίληψη ότι η οικονομική και κοινωνική προστασία πρέπει να κατευθύνεται πρωτίστως προς τα μέλη της εθνικής κοινότητας.
Από τον οικονομικό φιλελευθερισμό στην κρατική παρέμβαση
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ακροδεξιά συνδεόταν με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, τις μειώσεις φόρων και τον περιορισμό του κράτους, όπως γράφει η Φρόιο σε άρθρο της στο The Conversation.
Ωστόσο, από τη δεκαετία του 2000 και ιδιαίτερα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αρκετά κόμματα άρχισαν να υιοθετούν πιο παρεμβατικές οικονομικές θέσεις.
Η στροφή αυτή αποτυπώνεται στα προγράμματα του FN/RN, το οποίο απομακρύνθηκε σταδιακά από την προσέγγιση του laissez-faire που χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τις δεκαετίες του 1980 και του 1990.
Μετά την κρίση, το κόμμα υποστήριξε την ενίσχυση της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα, την εθνικοποίηση στρατηγικών κλάδων, τη διευκόλυνση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση και την αύξηση των δαπανών για την υποστήριξη Γάλλων πολιτών που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες.
Η μεταβολή αυτή, ωστόσο, δεν συνιστά προφανώς ιδεολογική μετακίνηση προς την Αριστερά.
Όπως επισημαίνει η έρευνα, η κρατική παρέμβαση μπορεί να συνυπάρχει με την υποστήριξη της αγοράς, εφόσον εξυπηρετεί την προστασία των εγχώριων επιχειρήσεων και εργαζομένων.
Αντίστοιχες διακυμάνσεις παρατηρούνται και στα υπόλοιπα κόμματα της μελέτης. Η ιταλική Lega απομακρύνθηκε από τον οικονομικό φιλελευθερισμό σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ το PVV και το Vlaams Belang εμφάνισαν αυξημένη υποστήριξη στην κρατική παρέμβαση σε μεταγενέστερες φάσεις.
Οι μεταβολές αυτές καταδεικνύουν ότι οι οικονομικές θέσεις της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς επηρεάζονται από τις εκάστοτε συνθήκες. Φορολογικές μειώσεις και περικοπές δαπανών μπορούν να συνυπάρχουν με προστατευτισμό, ρυθμιστικές παρεμβάσεις και μέτρα στήριξης της εγχώριας παραγωγής.
Τρία πλαίσια που καθορίζουν την οικονομική πολιτική
Για να εξηγήσουν αυτή τη φαινομενική ασυνέπεια, οι ερευνητές εξετάζουν όχι μόνο τα οικονομικά μέτρα που προτείνονται, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα κόμματα ορίζουν τα προβλήματα και αιτιολογούν τις λύσεις τους.
Η ανάλυση εντοπίζει τρία βασικά πλαίσια: τον οικονομικό σοβινισμό, την παραγωγικότητα και τον λαϊκισμό. Μαζί, διαμορφώνουν την αντίληψη για το ποιος δικαιούται κοινωνική προστασία, ποιος θεωρείται άξιος αποδέκτης της και ποιος ευθύνεται για τις οικονομικές δυσκολίες.
Ο οικονομικός σοβινισμός καθορίζει τα όρια της αλληλεγγύης, υποστηρίζοντας ότι οι δημόσιοι και κοινωνικοί πόροι πρέπει να ωφελούν κατά προτεραιότητα τα μέλη της εθνικής κοινότητας. Η εθνική ταυτότητα λειτουργεί έτσι ως βασικό κριτήριο για την πρόσβαση στην κοινωνική προστασία.
Η παραγωγικότητα διαχωρίζει όσους εργάζονται, παράγουν και συνεισφέρουν στην οικονομία από εκείνους που παρουσιάζονται ως αδικαιολόγητα ωφελούμενοι από το σύστημα. Η εργασία και η οικονομική συνεισφορά αποκτούν κεντρική σημασία στον προσδιορισμό των δικαιούχων.
Ο λαϊκισμός, τέλος, αποδίδει τις οικονομικές δυσκολίες σε πολιτικές και διοικητικές ελίτ, οι οποίες κατηγορούνται ότι σπαταλούν ή ιδιοποιούνται τους πόρους που παράγουν οι απλοί πολίτες.
Τα τρία πλαίσια απαντούν, επομένως, σε διαφορετικά ερωτήματα: ποιος πρέπει να προστατευθεί, ποιος αξίζει να προστατευθεί και ποιος ευθύνεται για τις οικονομικές δυσκολίες.
Μέσα από αυτή τη λογική, μέτρα που φαίνονται αντιφατικά μπορούν να ενταχθούν σε μια συνεκτική πολιτική αφήγηση.
Η εθνική προτίμηση ως κριτήριο αναδιανομής
Η συγκεκριμένη προσέγγιση διαφοροποιείται τόσο από τις παραδοσιακές αριστερές αντιλήψεις για την αναδιανομή όσο και από τον οικονομικό φιλελευθερισμό της Δεξιάς.
Η Αριστερά έχει ιστορικά δώσει έμφαση στις κοινωνικές ανισότητες, στις ταξικές σχέσεις και στον ρόλο του κράτους στην αναδιανομή του πλούτου, υποστηρίζοντας συχνότερα την καθολική πρόσβαση στα κοινωνικά δικαιώματα.
Η φιλελεύθερη Δεξιά, αντίθετα, προτάσσει την αγορά και την ατομική ευθύνη ως βασικές αρχές κατανομής των οικονομικών πόρων.
Στην περίπτωση της ακροδεξιάς, η κρατική παρέμβαση αξιολογείται κυρίως με βάση το ποιον προστατεύει. Η μείωση των φόρων μπορεί να παρουσιάζεται ως επιβράβευση των εγχώριων εργαζομένων, οι περικοπές των δημόσιων δαπανών ως αντιμετώπιση μιας σπάταλης γραφειοκρατίας και οι δασμοί ως μέσο προστασίας των εθνικών επιχειρήσεων από τον διεθνή ανταγωνισμό.
Αντίστοιχα, οι περιορισμοί στη μετανάστευση συνδέονται συχνά με την προστασία των εγχώριων θέσεων εργασίας και των μισθών. Με αυτόν τον τρόπο, η οικονομική πολιτική εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη περί εθνικής προτεραιότητας.
Κρίσιμο στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η οικονομική συνεισφορά δεν αρκεί πάντοτε για να εξασφαλίσει την αναγνώριση κάποιου ως δικαιούχου κοινωνικής προστασίας. Ακόμη και όταν εργάζονται και καταβάλλουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, οι μετανάστες μπορεί να παρουσιάζονται ως ανταγωνιστές στην αγορά εργασίας ή ως αδικαιολόγητοι αποδέκτες κοινωνικών παροχών.
Όταν η οικονομική συνεισφορά συγκρούεται με την εθνική ταυτότητα, η εθνική προτίμηση μπορεί να υπερισχύσει του κριτηρίου της παραγωγικότητας.
Έτσι, το ερώτημα δεν αφορά μόνο το μέγεθος του κράτους ή τον βαθμό παρέμβασής του, αλλά και τα όρια της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Από την πολιτική ρητορική στην κυβερνητική πρακτική
Η έρευνα εξετάζει κυρίως την πολιτική ρητορική και τα κομματικά προγράμματα, χωρίς να ταυτίζει αυτομάτως τις προεκλογικές δεσμεύσεις με τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην εξουσία.
Ωστόσο, σχετικές μελέτες δείχνουν ότι τα ακροδεξιά κόμματα μπορούν να συνδυάζουν νεοφιλελεύθερα μέτρα με κρατική παρέμβαση, ιδιαίτερα στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας.
Οι περιπτώσεις της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ αναδεικνύουν αυτή τη συνύπαρξη διαφορετικών οικονομικών προσεγγίσεων.
Φορολογικές μειώσεις, περιορισμοί σε ορισμένες κοινωνικές παροχές και εμπορικός προστατευτισμός μπορούν να αποτελούν τμήματα της ίδιας πολιτικής ατζέντας, εφόσον παρουσιάζονται ως μέτρα προστασίας της εθνικής οικονομίας και συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών.
Παράλληλα, η υιοθέτηση ανάλογων αντιλήψεων από κόμματα που δεν ανήκουν στην ακροδεξιά μπορεί να επηρεάσει τη δημόσια συζήτηση για τα κοινωνικά δικαιώματα.
Μελέτη που καλύπτει 14 ευρωπαϊκές χώρες την περίοδο 1980-2018 διαπιστώνει ότι οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις υιοθέτησαν μεταρρυθμίσεις που άλλοτε περιόριζαν και άλλοτε διεύρυναν τα κοινωνικά δικαιώματα των μεταναστών, με τη συνολική τάση να είναι κατά μέσο όρο περιοριστική. Η πιθανότητα περιορισμού αυτών των δικαιωμάτων ήταν, επίσης, μεγαλύτερη σε περιόδους αυξημένης ανεργίας.
Οι πολιτικές αλλάζουν, τα όρια της αλληλεγγύης παραμένουν
Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά δεν εντάσσεται εύκολα σε μια σταθερή οικονομική κατηγορία. Η υποστήριξη στην αγορά μπορεί να συνυπάρχει με την κρατική παρέμβαση, ενώ οι φορολογικές περικοπές μπορούν να συνδυάζονται με προστατευτισμό και επιλεκτική ενίσχυση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.
Σύμφωνα με την έρευνα της Κατερίνα Φρόιο, η συνέπεια αυτών των κομμάτων δεν βρίσκεται απαραίτητα στα οικονομικά μέτρα που προτείνουν, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ορίζουν τους δικαιούχους τους.
Η εθνική ταυτότητα, η παραγωγική συνεισφορά και η αντιπαράθεση με τις πολιτικές ελίτ συγκροτούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να ενταχθούν διαφορετικές, ακόμη και αντιφατικές, οικονομικές επιλογές.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η ακροδεξιά επιθυμεί περισσότερο ή λιγότερο κράτος.
Είναι, κυρίως, ποιον θεωρεί άξιο να προστατεύσει το κράτος και πού τοποθετεί τα όρια της κοινωνικής αλληλεγγύης. Σε αυτή τη διάκριση εντοπίζεται ένας από τους βασικούς άξονες της οικονομικής της ταυτότητας
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις



















































