Η σημερινή αναταραχή τόσο στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος, όσο και μεταξύ των μονίμως διαμαρτυρόμενων περιφερειακών και τοπικών επιπέδων διακυβέρνησης, φαίνεται να μην θεραπεύεται, όσο ο πρόεδρος της κυβέρνησης υποστηρίζει ως επιτυχημένο το «επιτελικό κράτος».

Για κάποιον εκ πρώτης ακατανόητο λόγο, βασικές έννοιες της διοικητικής επιστήμης και της θεωρίας των οργανώσεων στη χώρα μας είτε μένουν αμετάφραστες, χάνοντας το εννοιολογικό τους φορτίο είτε -κι αυτό είναι το χειρότερο- διακωμωδούνται.

Η διαδικασία της στρέβλωσης του νοήματός τους γίνεται μέσω του πολιτικού συστήματος. Όταν οι έννοιες- πχ. «επανίδρυση του κράτους»/ «επιτελικό κράτος» – εισέρχονται στην πολιτική κονίστρα, γίνονται μέρος της κομματικής αντιπαράθεσης. Εκεί δεν ενδιαφέρεται κανείς για το πραγματικό νόημα των λέξεων, πολλώ δε, μάλλον, εννοιών οι οποίες έχουν κάνει καριέρα σε διαφορετικά, κοινωνικο-πολιτικά συγκείμενα. Δοθείσης δε και της υπανάπτυξης της ακαδημαϊκής διοικητικής έρευνας, οι διοικητικές έννοιες υπονομεύονται, ακυρώνονται, καταρρακώνονται.

Το παράδειγμα, παλαιότερα, της επανίδρυσης του κράτους, που αποτέλεσε μια προσπάθεια διοικητικής μεταρρύθμισης επί κυβερνήσεων Κ. Καραμανλή, είναι αποκαλυπτικό. Το “Reinventing Government” συμπύκνωνε, όταν διατυπώθηκε από τους Gabler/Osborne, στις αρχές τη δεκαετίας ΄90, μια πρόταση αλλαγών στον δημόσιο τομέα με επίκεντρο της μεταρρυθμίσεις του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ. Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς το βιβλίο για να το καταλάβει. Το λένε οι ίδιοι οι συγγραφείς στον τίτλο του: «Reinventing Government: How The Entrepreneurial Spirit Is Transforming The Public Sector». Παρ’ ημίν, οι βασικοί άξονες και οι μεταρρυθμίσεις που περιλάμβανε το «επανιδρυμένο κράτος» ήταν ο περιορισμός της γραφειοκρατίας με στοχοθεσία και η μέτρηση/αξιολόγηση επιδόσεων, ο στρατηγικός σχεδιασμός και η αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Τελικά, έγιναν κάποιες αλλαγές στον Υπαλληλικό Κώδικα και επιχειρήθηκε η συστηματοποίηση της αξιολόγησης των υπαλλήλων βάσει στόχων, θέτοντας στο επίκεντρο των επιβραβεύσεων την αριστεία.

Η τύχη των μεταρρυθμίσεων αυτών, πέρα από τις υποκειμενικές αδυναμίες της κυβέρνησης εκείνης, ήταν προδιαγεγραμμένη. Η σύγκρουση με τα ισχυρά, εκείνα τα χρόνια, συνδικάτα, η αδυναμία παραγωγής βιώσιμων επιχειρησιακών προτάσεων που να μην αποτελούν μεταγραφές του εξωτερικού, η απουσία πολιτικών ηγετών που να εμφορούνται από μεταρρυθμιστικές αξίες, η μη ένθερμη υποστήριξη του προγράμματος από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, όλα αυτά συνετέλεσαν, πολύ γρήγορα στην απαξίωση του όρου ο οποίος παραδόθηκε, άνευ άλλου, στη χλεύη των αντιπάλων του.

Ανάλογη σκηνή επαναλήφθηκε με την εισαγωγή της έννοιας του «επιτελικού κράτους». Εδώ οι εμπνευστές του ήταν πιο συστηματικοί σε σχέση με τους συναδέλφους τους της επανίδρυσης. Το βάρος έπεσε σε μια, εξ αρχής επιχειρηθείσα, εννοιολογική δολιοφθορά, όπου το επιτελικό κράτος ταυτίστηκε όχι με τον στρατηγικό σχεδιασμό αλλά με το «Centre of Government», έναν μηχανισμό συντονισμού των υπουργείων που είχε υποδειχτεί, κατ’ επανάληψη, από τους διεθνείς οργανισμούς στις κυβερνήσεις μας. Η αναγκαιότητα δημιουργίας ενός κέντρου διακυβέρνησης προέρχεται από τον μεγάλο βαθμό επικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων και την έλλειψη μηχανισμού συντονισμού των προγραμμάτων και των δράσεών τους.

Και τα δύο έμειναν ανέγγιχτα από το ελληνικό επιτελικό κράτος.

Η «επιτελικότητα» στη διεθνή συζήτηση δεν περιορίζεται, όμως, σ’ ένα εποπτικό όργανο αλλά αφορά, κυρίως, τον επαναπροσδιορισμό των αρμοδιοτήτων των Υπουργείων και την δημιουργία ενός αποτελεσματικού μηχανισμού μεταφοράς, εφαρμογής και ελέγχου τους μέσα από μια δομή πολυεπίπεδης διακυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση επιτελικό είναι εκείνο το κράτος το οποίο μπορεί να αναγνωρίζει κινδύνους και ευκαιρίες για την ανάπτυξη των δημοσίων πολιτικών των υπουργείων και λοιπών δημοσίων οργανώσεών του, να προλαμβάνει και να διορθώνει λάθη και παραλείψεις, απομειώνοντας στο ελάχιστο το κόστος από τις αποτυχίες του.

Αντ’ αυτών παρακολουθήσαμε την γιγάντωση του «Μαξίμου» που άρχισε να αποκαλείται, αυτάρεσκα, επιτελικό κράτος, την υπολειτουργία έως αδράνεια του υπουργικού συμβουλίου, την μηδέποτε επιχειρηθείσα πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και την α λα καρτ προώθηση της ατζέντας της προηγούμενης δεκαετίες (αξιολόγηση, στοχοθεσία, δείκτες).

Το α λα γκρέκα επιτελικό κράτος δεν πρόβλεψε καμία καταστροφή, δεν κινητοποίησε ούτε συντόνισε τον κρατικό μηχανισμό σε περιόδους κρίσης, αύξησε τις εστίες διαφθοράς και καθήλωσε την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού στα ταχύρρυθμα σεμινάρια ποικίλης ύλης του κέντρου δημόσιας διοίκησης.

Η σημερινή αναταραχή τόσο στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος, όσο και μεταξύ των μονίμως διαμαρτυρόμενων περιφερειακών και τοπικών επιπέδων διακυβέρνησης, φαίνεται να μην θεραπεύεται, όσο ο πρόεδρος της κυβέρνησης υποστηρίζει ως επιτυχημένο το «επιτελικό κράτος». Εκτός κι αν εννοεί ότι ήταν επιτυχημένο ως όχημα που του επέτρεψε τη διολίσθηση της χρηστής διακυβέρνησης σ’ έναν έρποντα αυταρχισμό που πρωτίστως εξυπηρετεί πελατειακές ανάγκες. Σ’ αυτή την περίπτωση η επικινδυνότητα του «επιτελικού κράτους» εκτοπίζει ακόμη και την αναποτελεσματικότητά του.

Εν κατακλείδι, η διαστρέβλωση των εννοιών και η ανάπτυξη sui generis πρακτικών διακυβέρνησης που καθόλου δεν συνάδουν με άλλες αντίστοιχες ευρωπαϊκές, αποστερεί από τη χώρα μας την ευκαιρία να αποκτήσουμε ένα αξιόπιστο, λειτουργικό και ανταποκριτικό στις ανάγκες των πολιτών και των επιχειρήσεων, κράτος.

Παναγιώτης Καρκατσούλης

(Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι εμπειρογνώμονας δημόσιας διοίκησης, π.βουλευτής -Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από το Κ-Report)

dnews.gr

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις