Η κυβέρνηση παρουσίασε αύξηση δαπανών, όμως στην πραγματικότητα, η δημόσια υγεία μπήκε στο νέο έτος με 240 εκ. λιγότερα και τους ασθενείς με το χέρι στην τσέπη

Με πανηγυρικούς τίτλους και βαρυσήμαντες δηλώσεις περί «ιστορικών αυξήσεων» η κυβέρνηση παρουσιάζει τον προϋπολογισμό υγείας για το 2026 ως τομή. Πίσω όμως από τα μεγάλα νούμερα και τις λογιστικές αθροίσεις η πραγματικότητα του ΕΣΥ παραμένει αμείλικτη. Το νέο έτος ξεκινά με έναν προϋπολογισμό που είναι ήδη φτωχότερος: η υγεία μπήκε στο 2026 με περίπου 240 εκατ. ευρώ λιγότερα από όσα αποδείχτηκε στην πράξη ότι χρειάστηκαν το 2025 για να κρατηθεί όρθιο το σύστημα.

Την ίδια στιγμή η δημόσια χρηματοδότηση της υγείας καθηλώνεται στο 5,5% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπερνά το 7,5%. Με αυτό το επίπεδο χρηματοδότησης το δημόσιο σύστημα δεν μπορεί να γίνει ανταγωνιστικό, να συγκρατήσει προσωπικό ή να προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες περίθαλψης.

Ενώ οι εργαζόμενοι στο ΕΣΥ περιγράφουν εξάντληση, ελλείψεις και διαρκή υποχρηματοδότηση, το πολιτικό αφήγημα περιορίζεται σε επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς και «αυξήσεις» στα χαρτιά. Το Documento, μέσα από τη διασταύρωση των στοιχείων του προϋπολογισμού, αποκαλύπτει ότι η εικόνα της «ιστορικής ενίσχυσης» στηρίζεται σε λογιστικό φούσκωμα, σε κονδύλια που δεν υποστηρίζουν τη λειτουργία των νοσοκομείων και σε μεταφορά του κόστους σε ασθενείς και εργαζόμενους. Πίσω από τους αριθμούς το δημόσιο σύστημα υγείας εξαναγκάζεται σε διάλυση, μέσα από διαρκή υποχρηματοδότηση και κατακερματισμό, με τη σφραγίδα της κυβέρνησης.

Αύξηση στα χαρτιά, μείωση στην πράξη

Με τυμπανοκρουσίες παρουσιάστηκε και ψηφίστηκε στη Βουλή, στις 16 Δεκεμβρίου 2025, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2026. Για «τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό για την υγεία από καταβολής ελληνικού έθνους» μίλησε ο υπουργός Υγείας Αδωνης Γεωργιάδης, ενώ στο ίδιο μήκος κύματος ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης έκανε λόγο για συνολικές δαπάνες στην υγεία ύψους 8,2 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 600 εκατ. σε σχέση με το 2025.

Η εικόνα είναι εντυπωσιακή. Το ερώτημα είναι αν είναι και αληθινή. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά.

Ο τακτικός προϋπολογισμός του υπουργείου Υγείας για το 2026 ανέρχεται σε 6,946 δισ. ευρώ. Πρόκειται για τον προϋπολογισμό που ψηφίζεται και από τον οποίο πληρώνονται μισθοί, εφημερίες, λειτουργικά έξοδα, κλίνες, νοσοκομεία, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας (ΠΦΥ) και ΕΟΠΥΥ. Η περιβόητη «αύξηση» των 338 εκατ. ευρώ προκύπτει επειδή η κυβέρνηση συγκρίνει το 2026 με τον αρχικό προϋπολογισμό του 2025, που ήταν 6,608 δισ. ευρώ. Ομως αυτός ο αρχικός προϋπολογισμός δεν επαρκούσε. Κατά τη διάρκεια του 2025 η υγεία ενισχύθηκε με επιπλέον 578 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας τις δαπάνες στα 7,186 δισ. ευρώ. Τα χρήματα αυτά δεν έπεσαν από τον ουρανό· προήλθαν σε μεγάλο βαθμό από το αποθεματικό του κρατικού προϋπολογισμού – το λεγόμενο ειδικό αποθεματικό που χρησιμοποιείται για έκτακτες κι απρόβλεπτες υποχρεωτικές δαπάνες. Με απλά λόγια, το κράτος αναγκάστηκε να αντλήσει από το «μαξιλάρι» του για να μπορέσει το ΕΣΥ να λειτουργεί.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το αποθεματικό χρησιμοποιείται για να καλύψει προβλέψιμες δαπάνες. Όπως αποκάλυψε το Documento, η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον Απολογισμό και τον Ισολογισμό του 2024 επισήμανε ότι το αποθεματικό του κρατικού προϋπολογισμού λειτουργεί στην πράξη ως μηχανισμός εκ των υστέρων διόρθωσης.

Έτσι, το 2026 ξεκινά με 6,946 δισ. ευρώ, δηλαδή με περίπου 240 εκατ. ευρώ λιγότερα από όσα αποδείχτηκε ότι χρειάστηκαν το 2025. Η κυβέρνηση επικαλείται και πάλι πιθανές ενισχύσεις μέσα στη χρονιά, όμως αυτές –όπως και πέρυσι– δεν είναι δεδομένες ούτε ενσωματωμένες από την αρχή.

Ζητήσαμε από τον Παναγιώτη Παπανικολάου, γραμματέα της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ), να σχολιάσει τον προϋπολογισμό της υγείας για το 2026. Η απάντησή του ήταν χαρακτηριστική: «Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους». Ο ίδιος παρέπεμψε ευθέως στην αναλυτική επεξεργασία της παράταξης Ενωτικό Κίνημα για την Ανατροπή, επισημαίνοντας ότι εκεί αποτυπώνεται με ακρίβεια τι κρύβεται πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Οπως αναφέρεται εκεί: «Η ΕΛΣΤΑΤ δίνει διαθέσιμα επίσημα στοιχεία έως και το 2023. Η εγκυρότητα των στοιχείων για το 2024 αμφισβητείται, εφόσον έως σήμερα δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ ούτε στοιχεία δημοσιευμένα στη Eurostat, τον ΟΟΣΑ και τον ΠΟΥ. Για το 2025 και 2026 είναι “εκτιμήσεις και προβλέψεις” της κυβέρνησης. Αρα η περίφημη αύξηση των κρατικών δαπανών από το 2019 δεν έχει ξεπεράσει ούτε το μισό δισ. Οι μόνοι που έχουν αυξήσει τα έσοδά τους δεν είναι τα νοσοκομεία ούτε οι υγειονομικοί. Είναι οι φίλοι της κυβέρνησης. Οι κρατικοδίαιτοι εργολάβοι και το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο της υγείας. Ο φετινός προϋπολογισμός για την υγεία, όπως και όλοι οι προηγούμενοι, είναι προϋπολογισμός φτώχειας, λιτότητας και στραγγαλισμού της δημόσιας περίθαλψης».

Το «φούσκωμα» πίσω από τα €8,2 δισ.

Κομβικό ρόλο στο κυβερνητικό αφήγημα περί «ιστορικού» προϋπολογισμού υγείας για το 2026 παίζει η χρηματοδότηση που προέρχεται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και το Ταμείο Ανάκαμψης. Η σχετική δαπάνη ανέρχεται συνολικά σε 896 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 327 εκατ. σε σχέση με το 2025. Είναι ακριβώς αυτά τα κονδύλια που επιτρέπουν στην κυβέρνηση να ανεβάζει το συνολικό ποσό στα περίφημα 8,2 δισ. ευρώ.

Μόνο που πρόκειται για ένα άθροισμα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην καθημερινή λειτουργία του ΕΣΥ. Τα περιβόητα 8,2 δισ. ευρώ προκύπτουν από την πρόσθεση του τακτικού προϋπολογισμού με κονδύλια του ΠΔΕ και του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 896 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για πόρους που δεν πληρώνουν εφημερίες, δεν ανοίγουν κλίνες, δεν προσλαμβάνουν μόνιμο προσωπικό και δεν καλύπτουν την καθημερινή λειτουργία των νοσοκομείων. Αντίθετα, κατευθύνονται σε αποσπασματικά και συχνά ληξιπρόθεσμα προγράμματα, όπως δράσεις «προληπτικού ελέγχου», που περιορίζονται στη διάγνωση χωρίς να εξασφαλίζεται η συνέχεια της θεραπείας. Έτσι, τα ευρήματα μεταφέρονται στην ατομική ευθύνη των ασθενών, οι οποίοι μπροστά στις περιορισμένες δυνατότητες του δημόσιου συστήματος ωθούνται στον ιδιωτικό τομέα. Στα ίδια κονδύλια εντάσσονται ενεργειακές αναβαθμίσεις και κτιριακές παρεμβάσεις, αλλά και το πρόγραμμα των λεγόμενων «δωρεάν» απογευματινών χειρουργείων, το οποίο στην πράξη αφορά κυρίως χειρουργεία στον ιδιωτικό τομέα και λειτουργεί ως προπομπός για την παγίωση των απογευματινών –επί πληρωμή– χειρουργείων στα δημόσια νοσοκομεία.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: ο «μεγαλύτερος προϋπολογισμός από καταβολής ελληνικού έθνους» είναι προϊόν λογιστικών αθροίσεων και εκ των υστέρων διορθώσεων. Στην πράξη το ΕΣΥ μπαίνει στο 2026 με λιγότερους εγγυημένους πόρους από όσους χρειάστηκε –και μάλιστα με τη βοήθεια του αποθεματικού– το 2025.

DRG: Το νοσοκομείο σε ρόλο επιχείρησης

Η ένταξη των 912 εκατ. στον προϋπολογισμό του 2026 μέσω του συστήματος DRG παρουσιάζεται ως ενίσχυση των νοσοκομείων. Στην πραγματικότητα όμως δεν πρόκειται για απλή επιχορήγηση, αλλά για αλλαγή μοντέλου χρηματοδότησης. Το DRG δεν φέρνει περισσότερους πόρους στο ΕΣΥ· φέρνει νέους κανόνες με κεντρικό κριτήριο το κόστος.

Τι είναι όμως το DRG; Πρόκειται για σύστημα αποζημίωσης των νοσοκομείων με το οποίο κάθε νοσηλεία κοστολογείται εκ των προτέρων με βάση τη διάγνωση. Για κάθε κατηγορία ασθένειας ορίζεται μια συγκεκριμένη «ασφαλιστική τιμή», την οποία ο ΕΟΠΥΥ αποζημιώνει ανεξάρτητα από το τι πραγματικά θα χρειαστεί ο ασθενής. Δεν πληρώνεται δηλαδή η πραγματική φροντίδα, αλλά ένα μέσο κόστος που έχει προσδιοριστεί λογιστικά. Το μήνυμα προς τα νοσοκομεία είναι σαφές: λειτουργήστε μέσα στα όρια της τιμής που σας αναγνωρίζεται. Αν η νοσηλεία κοστίσει λιγότερο από το προκαθορισμένο ποσό, το σύστημα «βγαίνει». Αν κοστίσει περισσότερο, η διαφορά δεν αποζημιώνεται.

Από εδώ και πέρα ο χρόνος νοσηλείας, οι εξετάσεις και οι ιατρικές πράξεις μπαίνουν κάτω από τον φακό της «αποδοτικότητας». Με βάση όχι τις πραγματικές ανάγκες, αλλά το αν «χωρούν» στο προκαθορισμένο κόστος. Ενισχύονται έτσι πιέσεις για συντόμευση νοσηλειών, περιορισμό εξετάσεων και επιλογές που βελτιώνουν τους δείκτες, όχι απαραίτητα την ποιότητα της φροντίδας. Το DRG δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ποιοτική τομή. Μετατρέπει τη νοσηλεία σε κοστολογημένο προϊόν και το δημόσιο νοσοκομείο σε μονάδα διαχείρισης κόστους. Και όταν η υγεία μετριέται με όρους «οικονομικής αποδοτικότητας», το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν συνέπειες, αλλά ποιος τελικά θα πληρώσει τη διαφορά.

Αναδιανομή υπέρ του κεφαλαίου

Πίσω από τις κυβερνητικές αναφορές σε «ενίσχυση της υγείας» ο προϋπολογισμός του 2026 αποκαλύπτει και κάτι ακόμη: μια αναδιανομή 628 εκατ. ευρώ υπέρ του κεφαλαίου, με τα βάρη να φορτώνονται στους εργαζόμενους και συνολικά στον λαό.

Ο βασικός κρίκος αυτής της αλυσίδας είναι ο ΕΟΠΥΥ. Από τα 628 εκατ. ευρώ, τα 578 εκατ. προορίζονται για να καλύψουν τις απώλειες που προκαλεί η μείωση κατά 1% των ασφαλιστικών εισφορών υγείας. Η μείωση αυτή κατανέμεται τυπικά κατά 0,5% στους εργαζόμενους και 0,5% στους εργοδότες, ενώ παρουσιάστηκε ως «ανάσα» για όλους. Στην πράξη όμως το κενό στα έσοδα του ΕΟΠΥΥ δεν το πληρώνουν οι εργοδότες αλλά ο κρατικός προϋπολογισμός. Δηλαδή η γενική φορολογία, από την οποία προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων εσόδων και την οποία σηκώνουν κυρίως οι εργαζόμενοι. Εν προκειμένω καλούνται να αναπληρώσουν όχι μόνο τη δική τους απώλεια εισφοράς, αλλά και αυτή των εργοδοτών, που ανέρχεται στα 279 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, πληρώνουν διπλά: μία φορά ως ασφαλισμένοι και μία φορά ως φορολογούμενοι.

Σαν να μην έφτανε αυτό, επιπλέον 50 εκατ. ευρώ κατευθύνονται στο Ταμείο Καινοτομίας Φαρμάκων. Πρόκειται για άμεση χρηματοδότηση των στρατηγικών προτεραιοτήτων της φαρμακοβιομηχανίας. Δημόσιο χρήμα διοχετεύεται στους φαρμακευτικούς ομίλους την ώρα που οι ασθενείς συνεχίζουν να πληρώνουν αυξημένες συμμετοχές, ακριβότερα φάρμακα και θεραπείες που δεν αποζημιώνονται.

Μειωμένη κατά €180 εκατ. η μισθοδοσία

Το προσωπικό αποτελεί την καρδιά κάθε συστήματος υγείας. Κι όμως, στον προϋπολογισμό του 2026 η καρδιά αυτή συνεχίζει να πιέζεται, παρά τις διακηρύξεις περί ενίσχυσης και ανανέωσης. Παρά τα όσα ειπώθηκαν για νέο οργανόγραμμα στα νοσοκομεία και για αύξηση του προσωπικού, τα στοιχεία του ίδιου του προϋπολογισμού δείχνουν μια διαφορετική κατεύθυνση.

Για το 2026 τα κονδύλια για τη μισθοδοσία του προσωπικού των νοσοκομείων και της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ανέρχονται σε περίπου 2,18 δισ. ευρώ, μειωμένα σε σχέση με το 2025, όταν είχαν διαμορφωθεί στα 2,36 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μείωση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πραγματικές ανάγκες του συστήματος και με το κυβερνητικό αφήγημα περί ενίσχυσης.

Η εικόνα στα νοσοκομεία είναι ήδη γνωστή: κλειστά χειρουργικά κρεβάτια, μονάδες εντατικής θεραπείας που λειτουργούν στα όρια ή και κάτω από τις προδιαγραφές ασφαλείας, διπλοβάρδιες νοσηλευτών, ένας νοσηλευτής να εποπτεύει δεκάδες ασθενείς. Γιατροί και νοσηλευτές δουλεύουν σε καθεστώς μόνιμης εξουθένωσης, με παραβίαση αρμοδιοτήτων και ελλείψεις βασικών ειδικοτήτων, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι έως τα τέλη Νοεμβρίου θα κατατεθούν από τους διοικητές των νοσοκομείων προτάσεις για την αναθεώρηση των οργανογραμμάτων, τα οποία εξακολουθούν να βασίζονται στο μνημονιακό πλαίσιο του 2012. Η υπόσχεση ήταν ότι θα δημιουργηθεί ένα νέο οργανόγραμμα, προσαρμοσμένο στις σημερινές ανάγκες, με περισσότερες οργανικές θέσεις.

Όμως ένα οργανόγραμμα χωρίς αντίστοιχα κονδύλια μισθοδοσίας παραμένει κενό γράμμα. Όταν οι πόροι για το προσωπικό μειώνονται, κάθε συζήτηση για αύξηση θέσεων μετατρέπεται σε επικοινωνιακή διαχείριση. Το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο: λιγότερο προσωπικό, περισσότερη πίεση και ένα σύστημα υγείας το οποίο στηρίζεται στη διαρκή υπερεργασία όσων έχουν απομείνει.

Μικαέλα Σάβα

πηγή

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις