Σε απόγνωση είναι καταναλωτές αλλά και παραγωγοί με την εικόνα της γαλακτοκομικής αγοράς, όπως διαμορφώνεται εσχάτως.

Επιτομή της πολύ δύσκολης κατάστασης που επικρατεί στον κλάδο τροφίμων, στο φόντο της ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης, αποτελεί η εικόνα του κλάδου του γάλακτος.

Εκτόξευση του κόστους παραγωγής, τριβές μεταξύ κτηνοτρόφων και μεταποιητών για την πρώτη ύλη, μεγάλη άνοδος των τιμών στο ράφι, συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης, με σφαγή ζωικού κεφαλαίου και απομάκρυνση από την εν λόγω δραστηριότητα πολλών επαγγελματιών κτηνοτρόφων, είναι ορισμένα από τα βασικά σημεία μιας πραγματικότητας, που οδηγεί μαθηματικά στην σμίκρυνση ενός βασικού παραγωγικού τομέα, κομβικού για τη διατροφική ασφάλεια και σημαντικού για τις εξαγωγές.

Οι τιμές στο ράφι

Βέβαια, η εκτόξευση των τιμών για τον καταναλωτή είναι το ορατό ζήτημα, αλλά όχι το μόνο. Υπενθυμίζεται ότι αυξήσεις, σε ετήσια βάση, της τάξης του 25,6%, καταγράφονται το Δεκέμβριο, όπως σημειώνει η ΕΛΣΤΑΤ στα γαλακτοκομικά, με τον καταναλωτή, εάν δεν επιλέγει προϊόν ιδιωτικής ετικέτας, να αντιμετωπίζει τιμές από 1,50 έως 2,50 ευρώ/λίτρο, την ώρα που πέρυσι οι αντίστοιχες τιμές ήταν κατά 0,30 – 0,50 ευρώ και πλέον χαμηλότερες.

Πέρα όμως από τις αυξήσεις έντονος προβληματισμός επικρατεί στην αγορά για τις ελλείψεις σε γάλα που ήδη καταγράφονται. Με δημόσιες τοποθετήσεις του ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων, Χρήστος Αποστολόπουλος έχει επισημάνει ότι εγχώρια παραγωγή το 2022 εμφανίστηκε αισθητά μειωμένη, λόγω της υποβάθμισης του ζωικού κεφαλαίου. Όπως αναφέρεται, δε, και από άλλους παράγοντες της αγοράς η αύξηση της τιμής των ζωοτροφών οδηγεί πολλά ζώα στον υποσιτισμό είτε στα σφαγεία, καθώς πολλοί κτηνοτρόφοι δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος παραγωγής.

Σε τοπικό επίπεδο, στη Νάξο με βάση τον πρόεδρο του Συνεταιρισμού, Δημήτρη Καπούνη, το 2022 η παράδοση είναι μειωμένη κατά περίπου 7 τόνους γάλα κάτι που οδηγεί σε μείωση κατά 700 κιλά της παραγωγής γραβιέρας.

Αντίστοιχα είναι και τα προβλήματα στην Ήπειρο, εν όψει και της νέας γαλακτοκομικής περιόδου, με πηγές της αγοράς να σημειώνουν ότι πάνω από 400 επαγγελματίες έχουν εγκαταλείψει τον κλάδο, καθώς το κόστος των βασικών ζωοτροφικών προϊόντων, που αποτελεί το 65-70% του συνολικού κόστους παραγωγής κρέατος και γάλακτος, έχει αυξηθεί από 80- 100%. Σε συνδυασμό, δε, με την αύξηση της ενέργειας 50-80% (ρεύμα, πετρέλαιο) ακόμη και μετά τις επιδοτήσεις, οδηγεί σε συνθήκες ασφυξίας την παραγωγή, που ακόμη και σε τιμές π.χ. αγελαδινού γάλακτος της τάξης των 0,60 λεπτών ανά λίτρο ή πρόβειου πέριξ του 1,50 ευρώ αδυνατεί να “βγει”.

“Πυρά” παραγωγών

Ενδεικτική της κατάστασης είναι και τα όσα έχει επανειλημμένα αναφέρει με ανακοινώσεις της το τελευταίο 15ήμερο η Ένωση Φυλής Χολστάιν που εκπροσωπεί το 30% των Ελλήνων παραγωγών ασκώντας παράλληλα σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση. Κάνει λόγο,. δε, για απουσία εθνικού σχεδιασμού και η έλλειψη ουσιαστικού ενδιαφέροντος από πλευράς της Πολιτείας, που οδηγούν τον Έλληνα μακριά από την πρωτογενή παραγωγή. Με έμφαση, δε, η Ένωση επιτίθεται σε μεταποιητικές εταιρείες για το ύψος των τιμών που δίνουν στον παραγωγό, και που δε φτάνουν, όπως σημειώνεται, για να καλυφθεί το κόστος παραγωγής.

“Σε αυτή τη συγκυρία κι ενώ οι διεθνείς τιμές γάλακτος παρουσίασαν μια άμεση αντισταθμιστική αύξηση, οι γαλακτοβιομηχανίες της χώρας μας κατά την προσφιλή τους τακτική, επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποκριθούν στην ήδη διαμορφωμένη και διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση. Αλλά ακόμα κι όταν το έπραξαν, αυτό έγινε με χαρακτηριστική βραδύτητα και διστακτικότητα προσαρμογής σε βιώσιμες τιμές για τον παραγωγό.

Ηχηρό αποτέλεσμα αυτής της μεθοδολογίας ήταν η πτώση κατά περίπου 10% στο παραγόμενο αγελαδινό γάλα για το έτος 2022 έναντι του 2021 στην χώρα μας, λόγω αδυναμίας ικανοποιητικής σίτισης των ζώων και των μαζικών σφαγών” αναφέρεται από την Ένωση που σημειώνει ότι “τα χειρότερα δεν είχαν έρθει ακόμα”.

“Η χρήση εισαγόμενου συμπυκνώματος αντί του φρέσκου ελληνικού γάλακτος σε μια σειρά γαλακτοκομικών προϊόντων, καταδείχτηκε κάτι παραπάνω από μια βολική συνήθεια για κάποιες ελληνικές γαλακτοβιομηχανίες. Η απουσία ελέγχου και η ανεύθυνη εταιρική στάση που έχει καταστήσει την παραπλάνηση του καταναλωτικού κοινού μάλλον τον κανόνα, παρά την εξαίρεση, οδήγησαν σε πρωτοφανή φαινόμενα ασυδοσίας” τονίζει η Ένωση που διερωτάται “πως είναι δυνατόν η ελληνική παραγωγή αγελαδινού γάλακτος να επαρκεί για το 1/3 των καταναλωτικών μας αναγκών σε γαλακτοκομικά και σχεδόν όλα τα σχετικά προϊόντα στο ράφι να αναγράφουν ότι παράγονται «αποκλειστικά από ελληνικό φρέσκο γάλα»;”

Από την πλευρά τους πηγές του μεταποιητικού κλάδου στέκονται στην κατάσταση, συνολικά, που επικρατεί στην αγορά με τη στενότητα στην εύρεση πρώτης ύλης σημειώνοντας ότι οι τιμές αγοράς πρώτης ύλης έχουν ανεβεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα, σε όλα τα είδη γάλακτος και κύρια στο αιγοπρόβειο, λόγω και της παραγωγής φέτας. Εστιάζουν, δε, στη συνολική εκτόξευση του παραγωγικού κόστους σημειώνοντας την ανάγκη προώθησης της δομικής μεταρρύθμισης του κτηνοτροφικού κλάδου, ώστε να διασφαλίζονται οικονομίες κλίμακας και βιώσιμες διαδικασίες.

Πάντως, σε προβολή έτους, με βάση την αγορά, οι τιμές στο ράφι θα συνεχίσουν την εικόνα που έχουν και σήμερα με άγνωστο το πότε και εάν θα επανέλθουν στα προ κρίσης επίπεδα.

Γιώργος Αλεξάκης

news247.gr

GETTY IMAGES/ISTOCKPHOTO

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις