Η απάντηση της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών στην κριτική που τους άσκησε ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αποτελεί μνημείο υπεκφυγών και εξευρωπαϊσμού. Διαβάστε γιατί.

Μνημείο υπεκφυγών και εξωραϊσμού των πραγματικών στοιχείων είναι η επιστολή της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ) προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, η οποία εστάλη ύστερα από άρθρο του τελευταίου στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής.

Με το άρθρο ο κ. Ανδρουλάκης είχε καταθέσει τρεις συγκεκριμένες προτάσεις για τις τράπεζες, με κεντρικό στόχο να σταματήσει , όπως έγραφε, η «ασυδοσία» και να υπάρξει νέο «συμβόλαιο εμπιστοσύνης» κοινωνίας–τραπεζικού συστήματος.

Η ΕΕΤ, από την πλευρά της, με επιστολή της παρέθεσε τη δική της εκδοχή για την κατάσταση στον τραπεζικό κλάδο και ζήτησε συνάντηση με τον κ. Ανδρουλάκη, η οποία πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη.

Μετά τη συνάντηση ο κ. Ανδρουλάκης τόνισε ότι οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ έχουν στόχο την εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προς όφελος της κοινωνίας και της οικονομίας και πρότεινε να  να αυξηθεί ο φόρος στα μερίσματα από 5% σε 13%, αποδίδοντας πρόσθετα έσοδα 370 εκατ. ευρώ. Τόνισε επίσης ότι η κερδοφορία 4,6 δισ. ευρώ των τραπεζών με μερίσματα 2,8 δισ. δημιουργεί κοινωνική αδικία, ενώ ζήτησε επίλυση του αναβαλλόμενου φόρου 224 εκατ. ευρώ και κατάργηση καταχρηστικών τραπεζικών χρεώσεων.

Πέρα, όμως, από τη συνάντηση και τα όσα ελέχθησαν έχει ενδιαφέρον η επιστολή της ΕΕΤ, διότι παρουσιάζει μια εικόνα της πραγματικότητας η οποία είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίον το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και πώς επιμένει στη διατήρηση του προβληματικού status quo.

Η ΕΕΤ ανοίγει την επιστολή ισχυριζόμενη ότι αποκαθιστά την «πλήρη και αντικειμενική» εικόνα για τον ρόλο των τραπεζών, με στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) και την Τράπεζα της Ελλάδος.

Με άλλα λόγια, δηλαδή, η ΕΕΤ λέει ότι «όποιος αμφισβητεί εμάς και τα κέρδη μας, αμφισβητεί την ΕΚΤ και την ευρωπαϊκή τάξη», επιχειρώντας να συμψηφίσει την τεκμηριωμένη κριτική σε ολιγοπωλιακές πρακτικές και τη λειτουργία της αγοράς που έκανε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, με αντισυστημικές θέσεις.

Η ΕΕΤ παραθέτει στοιχεία για τους ανοδικους ρυθμούς δανειακών χορηγήσεων (πιστωτικής επέκτασης), για σύγκλιση στο κόστος δανεισμού και «εξυγίανση» του συστήματος.

Όμως η  τεκμηρίωση της ΕΕΤ είναι μια φωτογραφία τραβηγμένη στο τέλος του παιχνιδιού, όταν η ζημιά στους καταθέτες έχει ήδη γίνει. Επιλέγει να δείξει την τελική καμπύλη σύγκλισης, αλλά όχι τη διετία 2022–2024, τότε που οι τράπεζες κράτησαν καθηλωμένα τα επιτόκια καταθέσεων σχεδόν στο μηδέν, την ώρα που το κόστος χρήματος εκτοξευόταν στα ύψη.

Τον Δεκέμβριο του 2024, η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραφε μέσο επιτόκιο νέων καταθέσεων μόλις 0,45% και προθεσμιακών καταθέσεων νοικοκυριών έως ένα έτος στο 1,65%. Την ίδια στιγμή, το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων βρισκόταν στο 5,21%, με spread 4,76 ποσοστιαίων μονάδων – μια απόσταση που δεν έχει καμία σχέση με την «κανονικότητα» που επικαλείται η ΕΕΤ. Σε επίπεδο ευρωζώνης, η ΕΚΤ κατέγραφε για τον ίδιο μήνα περίπου 2,45% στα νέα καταθετικά προϊόντα νοικοκυριών με συμφωνημένη διάρκεια, σχεδόν μία μονάδα πάνω από την Ελλάδα.

Απαντώντας στις αναφορές σε «ασυδοσία» και «ολιγοπώλιο», η ΕΕΤ αντιτάσσει ότι ο τραπεζικός κλάδος είναι ο πιο αυστηρά ρυθμιζόμενος της οικονομίας, υπό την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ενιαίο Μηχανισμό Εποπτείας (SSM). Επικαλείται τον αριθμό των πιστωτικών ιδρυμάτων – 34 συνολικά – για να υπονοήσει ότι δεν υπάρχει συγκέντρωση και άρα ούτε ολιγοπωλιακή λειτουργία.

Στην πραγματικότητα, όμως η ΕΕΤ παίζει με τους όρους. Πράγματι οι τράπεζες βρίσκονται υπό καθεστώς ασφυκτικής εποπτείας, από την ΕΚΤ και ο SSM είναι ιδιαίτερα αυστηρός αλλά όχι εκεί που πονάει ο πολίτης. Ο ρόλος των εποπτικών οργάνων είναι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα: κεφάλαια, ρευστότητα, κόκκινα δάνεια και ό,τι άλλο αφορά τους ισολογισμούς. Δεν ρυθμίζουν επιτόκια καταναλωτικών δανείων, ούτε εξετάζουν αν τέσσερις τράπεζες κινούνται σαν κλειστό καρτέλ στην αγορά καταθέσεων.

Η επίκληση της ευρωπαϊκής εποπτείας υπό την ΕΚΤ είναι παραπλανητική. Η προσοχή πρέπει να στραφεί στην Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, που έχει την αρμοδιότητα.  Η πρόσφατη, καθυστερημένη έρευνα της τελευταίας διαπίστωσε ότι οι τράπεζες μετά το 2022, μετέφεραν ταχέως και σχεδόν πλήρως τις αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ στα δάνεια, αλλά όχι στις καταθέσεις. Αλλά και αντίστροφα, όταν ξεκίνησε η μείωση των επιτοκίων, οι τράπεζες την πέρασαν και πάλι δυσανάλογα.

Αυτή ήταν η ουσία του προβλήματος. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού κατέγραψε, επίσης, παράλληλη τιμολογιακή συμπεριφορά και σημαντικά εμπόδια στην κινητικότητα των πελατών, από τα κόστη αλλαγής τράπεζας μέχρι τις δομές χρεώσεων.

Όσο για τα «34 πιστωτικά ιδρύματα», πρόκειται για στατιστική οφθαλμαπάτη: τέσσερις συστημικές τράπεζες κρατούν σχεδόν όλο το βάρος της αγοράς. Μικρές συνεταιριστικές ή ψηφιακές άδειες δεν κάνουν τον κλάδο ανταγωνιστικό,.

Ανακεφαλαιοποιήσεις με δημόσιο χρήμα προς όφελος ξένων μετόχων

Η ΕΕΤ στην επιστολή της επιμένει πως με τις ανακεφαλαιοποιήσεις που έγιναν με δημόσιο χρήμα «δεν διασώθηκαν οι τράπεζες, αλλά οι καταθέσεις», καθώς και ότι οι παλαιοί μέτοχοι έχασαν την αξία των μετοχών τους , ενώ με βάση την αποτίμηση του Διοικητή της ΤτΕ, το Δημόσιο κατέγραψε τελικά όφελος 3,5 δισ. ευρώ από την αποεπένδυση του ΤΧΣ.

Η αλήθεια είναι ότι πίσω από τη ρητορική περί «διάσωσης των καταθέσεων» κρύβεται ένα απλό γεγονός: ο Έλληνας φορολογούμενος πλήρωσε, μέσω ΤΧΣ και δανείων του επίσημου τομέα, δεκάδες δισεκατομμύρια για να σταθούν οι τράπεζες στα πόδια τους. Αυτά τα κεφάλαια μπήκαν με σκληρούς  όρους για το Δημόσιο, αλλά με όρους ευκαιρίας για όσους, ξένους ιδιώτες,  μπήκαν αργότερα στις αυξήσεις κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάποιοι συγκεκριμένοι ξένοι επενδυτές, εδραίωσαν κυρίαρχη θέση στο μετοχικό κεφάλαιο των ελληνικών συστημικών τραπεζών, ενώ το Δημόσιο αποχώρησε από τον στρατηγικό έλεγχο των τραπεζών.

Το 2025–2026, η ξένη συμμετοχή στην κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου Αθηνών έφτασε σε ιστορικά υψηλά, γύρω στο 69%,  με τον τραπεζικό κλάδο να απορροφά τον κύριο όγκο αυτής της συμμετοχής και το ποσοστό των ξένων εκεί να φτάνει γυρω στο 80%.

Ουσιαστικά, η μεγαλύτερη «επιτυχία» των ανακεφαλαιοποιήσεων ήταν να περάσουν οι τράπεζες από την κρατική εντατική στα χαρτοφυλάκια ξένων funds, με το ελληνικό Δημόσιο να αναλαμβάνει τον λογαριασμό και τους ξένους μετόχους να αποκτουν τον έλεγχο και την είσπραξη των γενναιόδωρων μερισμάτων.

Και δεν είναι μόνο το παρελθόν. Ο αναβαλλόμενος φόρος (DTC) παραμένει σημαντικό κομμάτι των κεφαλαίων, ενώ τα σχήματα εγγυήσεων τύπου «Ηρακλής» στηρίζουν τις τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων με κρατικές πλάτες. Η ροή είναι ξεκάθαρη: δημόσιο χρήμα και ρίσκο στο εσωτερικό, αλλά τα  μερίσματα και οι υπεραξίες έξω.

Δάνεια και καταθέσεις 

Στο κομμάτι της χορήγησης δανείων («πιστωτική επέκταση»), η ΕΕΤ προβάλει ρυθμούς αύξησης δανείων προς επιχειρήσεις που βρίσκονται στις κορυφαίες επιδόσεις της ευρωζώνης,  αλλά και αναλογία 1:1 ανάμεσα σε δάνεια προς μεγάλες επιχειρήσεις και ΜμΕ.  Παράλληλα, επικαλείται το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής για να δείξει ότι το κόστος χρηματοδότησης της Ελλάδας συγκλίνει πλέον με την «περιφέρεια» της ευρωζώνης.

Τα στοιχεία , όμως, είναι σταθμισμένα και αθροίζουν όλες τις κατηγορίες των δανείων, με αποτέλεσμα η πραγματική εικόνα να θολώνει.

Η βελτίωση στο κόστος χρηματοδότησης προέρχεται κυρίως από το κομμάτι των επιχειρηματικών δανείων, ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχουν επιδοτούμενα σχήματα όπως το Ταμείο Ανάκαμψης. Στα δάνεια αυτά, που αποτελούν και το μεγαλύτερο όγκο των νέων χορηγήσεων για τις οποίες καυχιούνται οι τράπεζες, πράγματι το επιτόκιο έχει πέσει, επειδή πρόκειται για εγγυημένες και κατά μεγάλο μέρος επιδοτούμενες επενδύσεις.

Αυτό δεν συνέβη όμως και για  τον μικρό επαγγελματία ή το νοικοκυριό που αντιμετωπίζει καταναλωτικό δάνειο με επιτόκιο πάνω από 10%.

Αλλά και στις καταθέσεις, τα επιτόκια προσεγγίζουν το μέσο όρο της ευρωζώνης  σε ότι αφορά τις καταθέσεις των επιχειρήσεων. Εκείνα των νοικοκυριών όμως παραμένουν ανάμεσα στα χαμηλότερα καθώς η προθεσμιακή κατάθεση μετά βίας ξεπερνά το 1,5–1,7%.

Τα στοιχεία της ΕΚΤ είναι ξεκάθαρα: Τα καταναλωτικά δάνεια, που απευθύνονται στον απλό καταναλωτή, τον Ιανουάριο του 2026 είχαν επιτόκιο 10,45% στην Ελλάδα και 7,58 στην Ευρωζώνη κατά μέσο όρο, μια διαφορά, ή «ψαλίδα» 2,87 ποσοστιαίων μονάδων.

Όμως για τα επιχειρηματικά δάνεια η διαφορά ήταν μόνο 0,66%, αφού στην Ελλάδα το επιτόκιο ήταν 4,23% ενώ στην Ευρωζώνη 3,57%.

Αντίστοιχα, στις καταθέσεις, για τις μεν προθεσμιακές που αφορούν τον απλό καταθέτη το επιτόκιο ήταν 1,14%, χαμηλότερο κατά 0,64 μονάδες από εκείνο στην ευρωζώνη που ήταν 1,78%.

Αντίθετα, για τις επιχειρηματικές καταθέσεις (πάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ0, το επιτόκιο στην Ελλάδα ήταν 4,04%, υψηλότερο από ότι στην Ευρωζώνη που ήταν 3,29%.

Επομένως, οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης στα εταιρικά χαρτοφυλάκια μπορεί να είναι εντυπωσιακοί και τα spreads στα «σταθμισμένα» δεδομένα να δείχνουν σύγκλιση. Στη λιανική τραπεζική, όμως, που αφορά τον απλό καταναλωτή η ψαλίδα παραμένει σημαντική.

Αναβαλλόμενη φορολογία: DTC με μέρισμα bonus

Για την αναβαλλόμενη φορολογία, (DTC), η ΕΕΤ υποστηρίζει ότι οι τράπεζες πήραν οι ίδιες την πρωτοβουλία να επιταχύνουν την απόσβεση, σε συνεννόηση με τις εποπτικές αρχές, συνδέοντας την επιπλέον απόσβεση με το 29% των μερισμάτων. Το παρουσιάζει ως πράξη ευθύνης και βελτίωσης της ποιότητας κεφαλαίων.

Στην πραγματικότητα, η συζήτηση για τον DTC άνοιξε όταν φάνηκε ότι το τραπεζικό σύστημα περνά σε φάση γενναίων διανομών προς τους μετόχους παρόλο που μεγάλο μέρος των κεφαλαίων του εξακολουθεί να είναι ουσιαστικά φορολογική απαίτηση από το Δημόσιο. Η «λύση» του 29% είναι ένα κομψό τέχνασμα: επιτρέπει να αυξηθούν τα μερίσματα και ταυτόχρονα να σβήνει σταδιακά το αποτύπωμα της κρατικής στήριξης, χωρίς όμως να αλλάζει άμεσα η ουσία – ότι ο DTC παραμένει βαρίδι στην ποιότητα των κεφαλαίων, όπως επισημαίνει και η ΤτΕ στις εκθέσεις χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Το πιο προβληματικό είναι ότι αυτή η επιτάχυνση στήνεται πάνω σε μια μετοχική βάση η οποία είναι πλέον κατά κύριο λόγο ξένη. Με τις τράπεζες να αποτελούν τον πιο «αγαπημένο» κλάδο των διεθνών funds και κατέχουν γύρω στο 80% των μετοχών, το μεγαλύτερο μέρος των μερισμάτων που «τρέχουν» για να σβήσουν τον DTC καταλήγει εκτός Ελλάδας. Οι Έλληνες φορολογούμενοι χρηματοδότησαν το προνόμιο, αλλά οι ξένοι μέτοχοι καρπώνονται την επιτάχυνση.

Χρεώσεις: ευρωπαϊκά fees, ελληνικά επιτόκια

Στο θέμα των χρεώσεων λογαριασμών, η ΕΕΤ διαβεβαιώνει ότι μισθοδοτικοί και συνταξιοδοτικοί λογαριασμοί δεν επιβαρύνονται, ότι κανένας δεν υποχρεώνεται να διατηρεί λογαριασμό με χρέωση και ότι τα «πακέτα συναλλαγών» είναι προαιρετικά και οικονομικά συμφέροντα για όσους τα επιλέγουν.

Το τιμολόγιο των ελληνικών τραπεζών, όμως,  πλησιάζει ολοένα και περισσότερο τα fee‑based μοντέλα ώριμων ευρωπαϊκών αγορών, αλλά χωρίς το πιο κρίσιμο συστατικό: αξιοπρεπείς αποδόσεις για τον καταθέτη. Το 2025, οι καταθέσεις όψεως των νοικοκυριών στην Ελλάδα αμείβονταν με 0,03% – πρακτικά μηδέν – και οι προθεσμιακές έως ένα έτος με 1,09–1,14%. Σε επίπεδο ευρωζώνης, οι νέες καταθέσεις νοικοκυριών με διάρκεια έως ένα έτος έδιναν 1,85–2,45% την περίοδο 2024–2025.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα επιχειρήματα περί «προαιρετικών» πακέτων μοιάζουν κυνικά. Όταν η αγορά είναι de facto μοιρασμένη σε τέσσερις παίκτες, όταν οι καταθέτες δεν έχουν ουσιαστικές εναλλακτικές με ανταγωνιστικά επιτόκια και όταν οι χρεώσεις ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνία – από την έκδοση κάρτας μέχρι τις βασικές ηλεκτρονικές συναλλαγές – η επιλογή του πελάτη είναι περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική.

«Κοινωνικός ρόλος»: ψίχουλα πάνω σε βουνό κερδών

Τέλος, η ΕΕΤ επιστρατεύει τον «κοινωνικό ρόλο» των τραπεζών: πρόγραμμα ανακαίνισης σχολείων «Μαριέττα Γιαννάκου» ύψους 400 εκατ. σε βάθος τετραετίας, χορηγίες στην εκπαίδευση, δωρεές για φυσικές καταστροφές και συνολικό αποτύπωμα κοινωνικής προσφοράς 900 εκατ. ευρώ από το 2019.

Το ερώτημα, όμως, είναι τι αντιπροσωπεύουν τα 900 εκατ. όταν τα βάλεις δίπλα στο ταμείο των τραπεζών. Την τετραετία 2022–2025, τα καθαρά κέρδη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ, ενώ οι διανομές (μερίσματα και επαναγορές μετοχών) εκτοξεύθηκαν πάνω από τα 5 δισ., με ποσοστό διανομής που το 2025 φτάνουν το 55–60%.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα 900 εκατ. «κοινωνικής ευθύνης» δεν συνιστούν παρά ένα μικρό, επικοινωνιακά αποδοτικό κομμάτι του λογαριασμού. Είναι το κόστος του να μπορείς να λες ότι «επιστρέφεις στην κοινωνία», την ώρα που η ίδια κοινωνία πληρώνει με χαμηλές αποδόσεις καταθέσεων, υψηλά επιτόκια δανείων και μελλοντική φορολογική έκθεση από τον αναβαλλόμενο φόρο και τις κρατικές εγγυήσεις.

ieidiseis.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις