Η δημόσια δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού, με την οποία εξέφρασε θαυμασμό για τις πράξεις του Ντόναλντ Τραμπ και υποστήριξε ότι «δεν είναι η ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητά τους», δεν είναι απλώς άστοχη. Είναι θεσμικά επικίνδυνη.
Το 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στη Βενεζουέλα και απήγαγαν τον εν ενεργεία πρόεδρό της. Πρόκειται για μια πράξη που, ανεξαρτήτως πολιτικών συμπαθειών ή αντιπαθειών προς το καθεστώς της χώρας, συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του αναγκαστικού εθιμικού διεθνούς δικαίου.
Το άρθρο 2 παρ. 4 του Χάρτη του ΟΗΕ απαγορεύει ρητά την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους. Η απαγόρευση αυτή δεν είναι απλώς συμβατική· αποτελεί κανόνα jus cogens, δεσμευτικό για όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως συναίνεσης. Οι μόνες εξαιρέσεις είναι αυστηρά περιορισμένες: απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή άσκηση δικαιώματος αυτοάμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Η αμερικανική ενέργεια θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη μόνο εάν στηριζόταν σε μία από αυτές τις δύο βάσεις. Δεν υπάρχει, ωστόσο, καμία απολύτως ένδειξη ότι συνέτρεχε κάποια από τις δύο. Η πραγματικότητα είναι ωμή: οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν τον Χάρτη του ΟΗΕ και διέπραξαν το έγκλημα της επίθεσης.
Το έγκλημα αυτό, το οποίο το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης χαρακτήρισε ως «το υπέρτατο διεθνές έγκλημα, διότι περικλείει μέσα του όλα τα άλλα», δεν είναι ρητορική υπερβολή. Η παράνομη χρήση βίας από ένα κράτος εναντίον άλλου υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο της διεθνούς έννομης τάξης.
Το διεθνές δίκαιο, στην εθιμική του μορφή, διαμορφώνεται από τη γενική και συνεπή πρακτική των κρατών, συνοδευόμενη από την πεποίθηση ότι αυτή η πρακτική είναι νομικά υποχρεωτική (opinio juris). Αν τέτοιες ενέργειες γίνονται αντικείμενο σιωπηρής ή ακόμα χειρότερα φανερής αποδοχής, τότε δημιουργείται ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Οι κόκκινες γραμμές μετακινούνται. Το ανείπωτο γίνεται ανεκτό.
Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίσουν καμία συνέπεια για την εισβολή στη Βενεζουέλα, το μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα είναι σαφές: η ισχύς υπερισχύει του δικαίου. Ένα τέτοιο προηγούμενο θα μπορούσε να ενθαρρύνει και άλλα κράτη να προχωρήσουν σε ενέργειες που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο.
Και εδώ ακριβώς φτάνουμε στα δικά μας χωράφια. Η Ελλάδα, διαχρονικά, επικαλείται το διεθνές δίκαιο ως το βασικό της οχυρό απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική. Δεν πρόκειται για ιδεολογική εμμονή αλλά για υπαρξιακή ανάγκη ενός κράτους που δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να στηρίζεται στη λογική της ισχύος.
Γι’ αυτό και η δημόσια δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού, με την οποία εξέφρασε θαυμασμό για τις πράξεις του Ντόναλντ Τραμπ και υποστήριξε ότι «δεν είναι η ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητά τους», δεν είναι απλώς άστοχη. Είναι θεσμικά επικίνδυνη. Αν δεν είναι τώρα η ώρα να υπερασπιστούμε το διεθνές δίκαιο, πότε ακριβώς θα είναι; Όταν θα παραβιαστεί η δική μας εδαφική ακεραιότητα;
Η σιωπή ή η επιλεκτική ανοχή απέναντι σε κατάφωρες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου εκλαμβάνεται διεθνώς ως συνενοχή ή, τουλάχιστον, ως προθυμία επαναδιαπραγμάτευσης των κανόνων. Και αυτό είναι ένα παιχνίδι στο οποίο η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να συμμετέχει.
Το ερώτημα, λοιπόν, τίθεται αμείλικτο: όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός αποφεύγει να υπερασπιστεί ρητά το διεθνές δίκαιο στη διεθνή σκηνή, ποιανού τα συμφέροντα υπηρετεί; Σίγουρα όχι εκείνα μιας χώρας που στηρίζει την ασφάλεια και την επιβίωσή της στην ακεραιότητα των διεθνών κανόνων. Το διεθνές δίκαιο δεν είναι εργαλείο ευκαιρίας. Είναι γραμμή άμυνας. Και όποιος την εγκαταλείπει, ανοίγει την πόρτα στο χάος.
*Η Ειρήνη Φασιά είναι Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Wageningen της Ολλανδίας
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις























































