Εάν κανείς παρατηρήσει τη ρητορική της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη τις τελευταίες μέρες, θα διαπιστώσει ότι εάν η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στις καταγγελίες για αλλεπάλληλα σκάνδαλα και τις επικρίσεις της αντιπολίτευσης είναι ότι όλα αυτά είναι απλώς αποτελέσματα μιας «τοξικής» πολιτικής κουλτούρας που χρησιμοποιεί fake news και «δολοφονίες χαρακτήρων», η δεύτερη γραμμή άμυνας μοιάζει να είναι ότι «ναι, αλλά εμείς τουλάχιστον παράγουμε έργο».
Φάνηκε αυτό και στην ομιλία του πρωθυπουργού στην Κρήτη, που φρόντισε να υπογραμμίσει ότι η κυβέρνησή του «τελικά έχει το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και την προσοχή της στραμμένη στο αποτέλεσμα».
Φαινομενικά, αυτή είναι μια στρατηγική που θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική. Άλλωστε, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι συχνά οι πολίτες προτιμούν να κάνουν τα στραβά μάτια σε ζητήματα διαφθοράς (ως ένα βαθμό τουλάχιστον) εάν η κυβέρνηση είναι αποτελεσματική.
Μόνο που εδώ αρχίζουν τα ακόμη πιο δύσκολα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και ο λόγος είναι ακριβώς ότι κάθε άλλο παρά αποτελεσματική είναι.
Γιατί μπορεί να υπάρχει όλη αυτή η εντυπωσιακή παραγωγή νομοθετημάτων, την οποία βλέπουμε άλλωστε να παρουσιάζεται και κάθε Κυριακή από τον Πρωθυπουργό στην εβδομαδιαία ανάρτησή του, που δίνει την εντύπωση μιας θεσμικής κοσμογονίας, όμως στην πράξη τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά.
Στο υπουργείο Γεωργίας, την ώρα που ένας νέος υφυπουργός προσπαθεί να μάθει τα κατατόπια, αφού απέτυχαν να αντιμετωπίσουν έγκαιρα την επιδημία της ευλογιάς, τώρα έχουν οδηγήσει σε ξεσηκωμό όλη τη Λέσβο με ορατό τον κίνδυνο καταστροφής της κτηνοτροφίας, που είναι από τους βασικότερους παραγωγικούς κλάδους.
Στα οικονομικά υπουργεία εξακολουθούν να πανηγυρίζουν για τα υπερπλεονάσματα, αλλά έχουν αποτύχει μέχρι τώρα να αντιμετωπίζουν τον πληθωρισμό ο οποίος σημείωσε σημαντική άνοδο τον περασμένο μήνα, για να μην αναφερθούμε και στο διαρκές πρόβλημα της στεγαστικής κρίσης.
Στο υπουργείο Υγείας ο αρμόδιος υπουργός Άδωνις Γεωργιάδης, πλημμυρίζει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αναρτήσεις για το σημαντικό έργο που παράγεται, αλλά την ίδια στιγμή πληθαίνουν τα παράπονα των πολιτών για το Εθνικό Σύστημα Υγείας και την ανθεκτικότητά του.
Το υπουργείο Παιδείας έχει δώσει όλες του τις δυνάμεις να προωθήσει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, χωρίς κανένα συνολικό σχεδιασμό για την ανώτατη εκπαίδευση, εξαγγέλλει διαρκώς μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, όμως την ίδια ώρα αδυνατεί να απαντήσει στα μεγάλα προβλήματα του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, εκεί δηλαδή όπου η μεγάλη πλειοψηφία των οικογενειών στέλνει τα παιδιά τους.
Η τρέχουσα «γενιά» μεγάλων έργων συχνά προβάλλεται ως το επίτευγμα αυτή της κυβέρνησης, όμως την ίδια ώρα οι πολίτες μαθαίνουν ότι θα πρέπει να ζουν με τις λαμαρίνες των εργοταξίων για πολύ περισσότερο καιρό από όσο θα ήθελαν.
Για να μην αναφερθούμε στο ότι οι πολίτες εξακολουθούν να μην αισθάνονται καθόλου ασφαλείς για το τι θα συμβεί στην επόμενη καταστροφή τύπου «Ντάνιελ», καθώς απέχουμε ακόμη από το να έχουν γίνει όλες οι παρεμβάσεις που έπρεπε να γίνουν στις υποδομές. Γιατί προφανώς ετοιμότητα και ανθεκτικότητα μιας χώρας δεν σημαίνει απλώς «112», όσο σημασία και εάν έχει η λειτουργία του.
Επομένως, πλανάται πλάνην οικτράν η κυβέρνηση εάν πιστεύει ότι οι πολίτες θα συγχωρέσουν τα σκάνδαλα στο όνομα του αποτελεσματικού κυβερνητικού έργου. Το ακριβώς αντίθετο, η κυβέρνηση σήμερα είναι αντιμέτωπη με ένα τείχος δυσαρέσκειας και ένα ισχυρό αίτημα πολιτικής αλλαγής, ακριβώς επειδή είναι και μια κυβέρνηση που δεν λύνει προβλήματα, δεν αντιμετωπίζει κοινωνικές ανάγκες και επιπλέον περιφρονεί τους θεσμούς.
Σε τελική ανάλυση το πρόβλημα το ανάδειξε, άθελά του ίσως ο ίδιος ο πρωθυπουργός όταν δήλωσε ότι η επιλογή είναι «ανάμεσα σε ένα κόμμα το οποίο έχει σχέδιο για την Ελλάδα του 2030 και σε κάποιους οι οποίοι ενδεχομένως να θέλουν να μας γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα του 1980».
Και λέω πρόβλημα γιατί στη συνείδηση του μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, η δεκαετία του 1980, η δεκαετία των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου, δεν είναι ταυτισμένη με την καθυστέρηση, αλλά με την πρόοδο. Είναι η δεκαετία του δημιουργήθηκε το ΕΣΥ, που κατοχυρώθηκαν τα δικαιώματα των εργαζομένων, που εκσυγχρονίστηκε το οικογενειακό δίκαιο, που μπήκαν οι βάσεις για μια σύγχρονη δημόσια και δημοκρατική πανεπιστημιακή εκπαίδευση, που φτιάχτηκαν πλήθος αθλητικές εγκαταστάσεις σε όλη την Ελλάδα, που ξεκίνησαν προσπάθειες αποκέντρωσης, που η Μελίνα Μερκούρη άνοιξε τον πολιτισμό σε όλους.
Το να θεωρείται αυτή η περίοδος, στην οποία ουσιαστικά φτιάχτηκε μεσαία τάξη στη χώρα και στην οποία αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση και ήρθησαν όλες οι επιπτώσεις του Εμφυλίου Πολέμου, ως «καθυστέρηση», αποτυπώνει στην πραγματικότητα άγνοια του τι είναι η ελληνική κοινωνία, ποια τα χαρακτηριστικά της, ποια η ιστορία της και ποιες οι ανάγκες της. Και εάν τότε μπορούσε κανείς να κατανοήσει την πικρία εκείνων που δεν ήθελαν να τελειώσει ποτέ ο Εμφύλιος και η αυταρχική συνθήκη που είχε δημιουργήσει, σήμερα απλώς δείχνει αδυναμία ανάγνωσης του κοινωνικού τοπίου. Ή πολύ απλά την τύφλωση από μια ορισμένη πολιτική αλαζονεία. Την ίδια αλαζονεία που θεωρεί ότι μια κυβέρνηση μπορεί να δίνει διαρκώς πολιτική άφεση αμαρτιών στον ίδιο της τον εαυτό.
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις






















































