Τελικά ποιος εκφράζει την ελληνική Δεξιά;

Το ερώτημα είναι εάν η ΝΔ εξακολουθεί να αποτελεί τον κορμό της ελληνικής Δεξιάς

Εάν κανείς παρατηρήσει ορισμένες δημοσκοπήσεις που σταθμίζουν τις απαντήσεις με βάση τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό των ερωτωμένων, θα διαπιστώσει ότι η Νέα Δημοκρατία έχει την πιο ισχυρή της παρουσία μεταξύ αυτών που δηλώνουν ότι είναι κεντροδεξιοί. Αυτοί, μάλιστα, τείνουν στα διάφορα ερωτήματα να δίνουν τις απαντήσεις που φαντάζουν πιο κοντά στο κυβερνητικό αφήγημα, ενώ είναι και αυτοί που κατεξοχήν θεωρούν ότι τα πράγματα πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση.

Αντιθέτως, αυτοί που δηλώνουν ότι είναι δεξιοί, δεν ταυτίζονται πια με τον ίδιο τρόπο με τη Νέα Δημοκρατία ούτε υποστηρίζουν πάντα τις κυβερνητικές θέσεις. Και αυτό παρότι υποτίθεται ότι η κυβέρνηση έχει προσπαθήσει να προσεταιριστεί μια πιο δεξιά ψήφο παίρνοντας «σκληρές» θέσεις σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό ή η εγκληματικότητα.

Το να θεωρήσουμε ότι αυτή η απόκλιση απλώς αποτυπώνει ότι εδώ και καιρό έχουμε και μια σχετικά ισχυρή ακροδεξιά πτέρυγα στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, δεν προσφέρει, κατά τη γνώμη μου, μια επαρκή απάντηση. Γιατί δεν μιλά για τον «ελέφαντα στο δωμάτιο» που είναι ότι σήμερα η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει την όλη Δεξιά και ότι ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, που θεωρεί ότι ανήκει στη δεξιά, αλλά δεν εκπροσωπείται από τους ακροδεξιούς σχηματισμούς όλων των παραλλαγών, νιώθει πλέον ξένο στο πολιτικό του «σπίτι», δηλαδή τη Νέα Δημοκρατία.

Φαινομενικά, αυτό φαντάζει λογικό, εάν σκεφτούμε για παράδειγμα πόσοι υπουργοί της κυβέρνησης δεν προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά από το ΠΑΣΟΚ, ή το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός αποφεύγει συστηματικά να κάνει αναφορά στη δεξιά ως θετική έννοια ή να αυτοπροσδιοριστεί ως δεξιός.

Ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα θέμα συμβολισμών. Σε τελική ανάλυση, εάν ήταν μόνο θέμα συμβολισμών, τα ουκ ολίγα «δεξιά φλάς» που έχει ανάψει η κυβέρνηση (συχνά και ακροδεξιά) θα επαρκούσαν ως αντιστάθμισμα της αντίφασης οι ψηφοφόροι να έχουν επιλέξει ΝΔ και να κυβερνά το… ΠΑΣΟΚ.

Το πρόβλημα είναι πιο βαθύ: Αυτό που έχει στο νου του ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως φυσιογνωμία ενός κόμματος εξουσίας είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που ιστορικά ήταν η Νέα Δημοκρατία ως εκπρόσωπος της ελληνικής δεξιάς.

Γιατί η Νέα Δημοκρατία διαμορφώθηκε στη Μεταπολίτευση με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Μια μεγάλη λαϊκή παράταξη, με σεβασμό στο Σύνταγμα και σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία χωρίς Παλάτι και χωρίς πολιτικό ρόλο του Στρατού, φιλελεύθερη, αλλά και με κοινωνικό πρόσωπο (εξου και ο τρόπος που διατυπώθηκε ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» ως ιδεολογία), πατριωτική αλλά όχι πατριδοκάπηλη, υπέρ της αγοράς αλλά και με αναγνώριση του ρόλου του κράτους, αντικομμουνιστική αλλά όχι εμφυλιοπολεμική και με επιθυμία εθνικής συμφιλίωσης, συντηρητική αλλά όχι αντιδραστική, των «νοικοκυρέων» αλλά όχι των «λαμόγιων».

 

Είναι σαφές ότι η Νέα Δημοκρατία σήμερα είναι κάτι διαφορετικό από το παραπάνω. Ο πυρήνας της είναι μια ιδεολογία «Ακραίου Κέντρου», δηλαδή μια «αυτοτοποθέτηση» στο Κέντρο, που όμως στην πράξη σημαίνει έναν συνδυασμό νεοφιλελευθερισμού στην οικονομία με έντονο αυταρχισμό απέναντι στην κοινωνική διαμαρτυρία.

Στηρίζεται σε μια ιδεολογία που κατά βάση θεωρεί αποτυχημένα τα λαϊκά στρώματα, θέλει να απαλλαγεί από το βάρος στρωμάτων όπως οι αγρότες ή οι παραδοσιακοί μικρομεσαίοι (δηλαδή ακριβώς οι «νοικοκυραίοι» τους οποίους εκπροσώπησε η δεξιά), θεωρεί δημοσιονομική απειθαρχία το «κοινωνικό πρόσωπο», θεωρεί τον πατριωτισμό ξεπερασμένη ιδέα και υποτιμά τους πραγματικούς εθνικούς κινδύνους, και θεωρεί ότι ο «δικαιωματισμός» αποτελεί άλλοθι, ώστε το κράτος να μη στηρίζει την οικογένεια.

Με αυτή την ιδεολογία και κυρίως αυτή την κυβερνητική πρακτική, που έχει οδηγήσει σε μια έκρηξη ακρίβειας, που έχει υπονομεύσει τους θεσμούς, που ασκεί διαρκή πίεση σε εργαζομένους και ελεύθερους επαγγελματίες, που θεωρεί αυτονόητο τον διάλογο με την Τουρκία ανεξαρτήτως γραμμής πλεύσης από τη μεριά της Άγκυρας, που στο σχολείο μιλάει διαρκώς για δεξιότητες αλλά όχι για γνώση, πολλοί που δηλώνουν δεξιοί δεν ταυτίζονται.

 

Οι άνθρωποι αυτοί θα ήθελαν μια άλλη πολιτική, αυτή που θα αντιστοιχούσε σε αυτό που πιστεύουν ότι είναι η λαϊκή δεξιά και δεν θα τους μεταπείσει το να γίνουν απλώς περισσότερες απελάσεις μεταναστών, την ώρα που δεν έλκονται από τον «ψεκασμένο» θίασο της ακροδεξιάς.

Γι’ αυτό ακριβώς και υπάρχουν τόσο έντονες αντιδράσεις από διάφορα φιλοκυβερνητικά μέσα σε όσα είπε ο Αντώνης Σαμαράς στην Καλαμάτα.

Γιατί καταλαβαίνουν ότι όταν κάποιος βγαίνει και λέει ότι η κυβερνητική πολιτική «δεν είναι λαϊκός καπιταλισμός, είναι νεοφιλελευθερισμός για τους πολύ λίγους», όταν επισημαίνει ότι «οι εκπαιδευτικοί και οι γιατροί δεν βρίσκουν να μείνουν στην επαρχία λόγω ακρίβειας, και η απάντηση μιας θρασύτατης βουλευτίνας της ΝΔ είναι ότι ‘το τσάμπα πέθανε’», όταν αναρωτιέται «είναι λογικό να αμφισβητείται στην πράξη η εθνική μας κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα κι εμείς να μιλάμε για φιλία με την Τουρκία, να φανταζόμαστε ήρεμα νερά;», δεν εκφράζει «προσωπικές απόψεις» ούτε «υποσκάπτει την ηγεσία», αλλά πολύ απλά μιλά στην καρδιά της παράταξης, δηλαδή τον κόσμο της λαϊκής δεξιάς που ένα σημαντικό μέρος του σήμερα όχι μόνο δεν εκπροσωπείται από την πολιτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και νιώθει ότι πλήττεται με έναν άμεσο τρόπο.

Και αυτό σημαίνει ότι το όλο αφήγημα που πεισματικά αναπαράγεται και υποστηρίζει ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει πολιτικά κυρίαρχη και ότι αποτελεί τη μόνη εφικτή λύση, ολοένα και περισσότερο δεν αντιστοιχεί στην πολιτική πραγματικότητα της χώρας, που είναι πολύ πιο ρευστή και σφραγίζεται από την εναγώνια αναζήτηση νέων σχημάτων που όντως να «χωρούν» τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτό τον τόπο.

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

in.gr

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αν σας άρεσε το άρθρο

Κάνετε Like