Η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο επιστροφής του Γρηγόρη Δημητριάδη στο Μέγαρο Μαξίμου δεν αφορά μόνο την εσωτερική λειτουργία της κυβέρνησης αλλά έχει σοβαρές εκλογικές προεκτάσεις πέρα από τη Νέα Δημοκρατία.
Η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο επιστροφής του Γρηγόρη Δημητριάδη στο Μέγαρο Μαξίμου δεν αφορά μόνο την εσωτερική λειτουργία της κυβέρνησης αλλά έχει σοβαρές εκλογικές προεκτάσεις πέρα από τη Νέα Δημοκρατία. Γιατί το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην αποτελεσματικότητα της καθημερινής διακυβέρνησης. Επεκτείνεται στη δυναμική του ελληνικού πολιτικού συστήματος ως σύνολο.
Όσο ο Γρ. Δημητριάδης κατείχε τη θέση του διευθυντή στο Μέγαρο Μαξίμου, η κυβέρνηση λειτουργούσε με ακρίβεια και ελάχιστα λάθη. Η εικόνα αυτή δεν είναι τυχαία· συνδέεται με τον τρόπο διαχείρισης που παραπέμπει σε πρακτικές ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων: σαφής καθορισμός στόχων, κατανομή ρόλων, αυστηρή παρακολούθηση χρονοδιαγραμμάτων και προτεραιοτήτων.
Η απουσία του μετά το καλοκαίρι του 2022 δημιούργησε ένα κενό που δεν καλύφθηκε ποτέ. Οι διάδοχοί του δεν κατάφεραν να επιβάλουν αντίστοιχη πειθαρχία και συνοχή (ποτέ δεν «φόρεσαν τα παπούτσια του»), με αποτέλεσμα περισσότερες αστοχίες, χαλάρωση του συντονισμού και απώλεια της αίσθησης σταθερότητας που χαρακτήριζε τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης.
Η πολιτική επιστήμη και η συμπεριφορική ψυχολογία διδάσκουν ότι οι ψηφοφόροι ανταμείβουν την προβλεψιμότητα και την αίσθηση ελέγχου. Η παρουσία Δημητριάδη λειτούργησε ως «άγκυρα σταθερότητας», μειώνοντας τα λάθη και διασφαλίζοντας μια εικόνα επαγγελματισμού. Σε σημαντικό βαθμό, αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι το 2023 η Νέα Δημοκρατία πέτυχε να αυξήσει το ποσοστό της σε σχέση με το 2019 — επίτευγμα μοναδικό στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Συνεπώς, η πιθανή επιστροφή του στο κέντρο του κυβερνητικού έργου έχει ειδικό βάρος στην ψυχολογία των ψηφοφόρων της ΝΔ. Πολλοί από αυτούς, που απομακρύνθηκαν προσωρινά ή απογοητεύτηκαν από την απώλεια συντονισμού, μπορούν να «επαναπατριστούν». Άλλωστε, η θεωρία της απώλειας εμπιστοσύνης (loss aversion) στην πολιτική συμπεριφορά δείχνει ότι οι πολίτες αντιδρούν πιο έντονα σε απώλεια σταθερότητας απ’ ό,τι σε παροχές. Ο Δημητριάδης, με το ιστορικό του, ενσαρκώνει την επιστροφή αυτής της σταθερότητας, τουλάχιστον στα μάτια των ψηφοφόρων της ΝΔ που την ψήφισαν το 2023.
Ο φόβος που εκδηλώνεται από την πλευρά της αντιπολίτευσης, από την άλλη μεριά, είναι απολύτως κατανοητός. Αν η ΝΔ, με τον Δημητριάδη στον πυρήνα της εκλογικής της μηχανής, εξασφαλίσει ξανά την πρωτοκαθεδρία το 2027, το πολιτικό κόστος για τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα είναι τεράστιο:
Αναγκαστική αλλαγή ηγεσίας, καθώς θα αμφισβητηθεί εκ νέου η ικανότητα των σημερινών αρχηγών τους να κερδίσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Νέος κύκλος εσωστρέφειας, που θα αφαιρέσει πολύτιμη πολιτική ενέργεια από την ουσιαστική αντιπολίτευση.
Ενίσχυση της αίσθησης «μονοκρατορίας» της ΝΔ, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε τέταρτη συνεχόμενη νίκη το 2031.
Και καθώς δεν είμαστε μάντεις, μπορούμε να ρίξουμε μία ματιά στη σχετικά πρόσφατη παγκόσμια πολιτική ιστορία για να διαπιστώσουμε ότι ο ρόλος σοβαρών στενών συνεργατών ως εγγυητών σταθερότητας δίπλα στους ηγέτες, δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες επί παραδείγματι, η παρουσία του Karl Rove δίπλα στον George W. Bush εξασφάλισε τη συνοχή της προεδρίας του, ιδίως στην επανεκλογή του το 2004.
Στη Γερμανία, ο Wolfgang Schäuble λειτούργησε για χρόνια ως «εγγυητής σοβαρότητας» για την καγκελάριο Angela Merkel, απορροφώντας κραδασμούς και ενισχύοντας την εικόνα πειθαρχίας.
Στη Γαλλία, συνεργάτες όπως ο Patrick Buisson του Nicolas Sarkozy έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη στρατηγική επικοινωνίας και στον έλεγχο της κυβερνητικής ατζέντας.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η πολιτική ιστορία δείχνει ότι η επιτυχία ή αποτυχία μιας ηγεσίας δεν εξαρτάται μόνο από τον εκλεγμένο ηγέτη, αλλά και από τη σταθερότητα που προσφέρει το στενό του επιτελείο. Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ο ρόλος αυτός προσωποποιείται στον Γρηγόρη Δημητριάδη.
Ολόκληρη η ανωτέρω ανάλυση ερμηνεύεται καλύτερα μέσα από το πρίσμα της θεωρίας της αδράνειας ψηφοφόρων (status quo bias): όταν ένας πολιτικός σχηματισμός κυριαρχεί για διαδοχικές εκλογές και παρουσιάζει εικόνα επαγγελματικής διαχείρισης της διακυβέρνησης, οι πολίτες τείνουν να προτιμούν τη συνέχιση του υπάρχοντος καθεστώτος αντί να ρισκάρουν την αλλαγή. Η Γερμανία είναι ίσως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα: από το 1982 έως σήμερα (43 χρόνια) οι χριστιανοδημοκράτες έχουν κυβερνήσει τα 32 χρόνια.
Συνεπώς, οι εκλογές του 2027 δεν θα κρίνουν μόνο τον επόμενο κυβερνητικό κύκλο. Θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό και το πολιτικό τοπίο του 2031. Η παρουσία Δημητριάδη μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική, όχι μόνο για το ποσοστό που θα επιτύχει η ΝΔ, αλλά και για το αν η χώρα θα εισέλθει σε μια περίοδο κυριολεκτικής πολιτικής κυριαρχίας της.
Αν, συνεπώς, το 2027 η Νέα Δημοκρατία καταφέρει να ανανεώσει τη λαϊκή εντολή της με τη συμβολή του Γρηγόρη Δημητριάδη, τότε δεν θα έχει κερδίσει απλώς μια εκλογική αναμέτρηση· θα έχει διαμορφώσει τους όρους του παιχνιδιού και για το 2031. Και σε αυτή την εξίσωση, ο Δημητριάδης δεν θα είναι απλός παρατηρητής — θα είναι κεντρικός παίκτης.
* Ο Ηλίας Ψυχογιός είναι Σύμβουλος Πληροφορικής
skai.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις






















































