Αποδομώντας τον μύθο της πιστωτικής επέκτασης: Τα ψυχρά στοιχεία του SSM, της ΤτΕ, δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν αξιοποιούν την κερδοφορία τους για να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.

Οι συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα διαφημίζουν το τελευταίο διάστημα μια εικονική πραγματικότητα, προβάλλοντας στοιχεία για αύξηση των χορηγήσεων δανείων, που υπό κανονικές συνθήκες είναι η βασική αποστολή τους.

Υπάρχει, όμως, και η πραγματικότητα, που προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τον δείκτη δανείων προς καταθέσεις, ο οποίος είναι και το βασικό μέτρο που δείχνει κατά πόσον οι τράπεζες χρηματοδοτούν πραγματικά την οικονομία.

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, που αφορούν το τέταρτο τρίμηνο του 2025, δείχνουν ότι η Ελλάδα ήταν τελευταία ανάμεσα στις χώρες της ευρωζώνης, με δείκτη δανείων προς καταθέσεις μόλις στο 62,37% για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες, έναντι 102,16% που είναι ο μέσος όρος όλων των σημαντικών τραπεζών της ευρωζώνης, βάσει των δεδομένων του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM/ΕΕΜ).

Το στοιχείο αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ που οι Έλληνες πολίτες και επιχειρήσεις έχουν κατατεθειμένα στις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική, Πειραιώς, Alpha Bank, Eurobank), αυτές χορηγούν δάνεια ύψους μόλις €62.

Οι υπόλοιπες τράπεζες της Τραπεζικής Ένωσης δανείζουν επί της ουσίας ποσό ίσο με το σύνολο των κεφαλαίων που συγκεντρώνουν από τους καταθέτες τους.

Η διαφορά αυτή, σχεδόν 40 ποσοστιαίων μονάδων, αποτυπώνει ένα πραγματικό χάσμα σε σχέση με την υπόλοιπη ευρωζώνη. Οι συστημικές τράπεζες στη χώρα μας δίνουν, αναλογικά, λίγο πάνω από τα μισά δάνεια σε σχέση με τις άλλες χώρες του ευρώ. Αυτό δεν είναι ένας απλός τεχνικός δείκτης. Είναι η «ακτινογραφία» μιας οικονομίας η οποία δεν χρηματοδοτείται από τις τράπεζες.

Κι αυτό συμβαίνει την ίδια στιγμή που οι τράπεζες συσσωρεύουν ολοένα και περισσότερα κέρδη κάθε χρόνο.

Τα στοιχεία στον παρακάτω πίνακα είναι αρκετά εύγλωττα.

Η μόνη χώρα που εμφανίζει δείκτη δανειοδότησης χαμηλότερο από την Ελλάδα, είναι η Λιθουανία, αλλά το ποσοστό είναι πλασματικό διότι επηρεάζεται από τις καταθέσεις της Revolut. Η ψηφιακή αυτή τράπεζα έχει την έδρα της στη χώρα αυτή και οι καταθέσεις της καταγράφονται εκεί, παρόλο που προέρχονται από πελάτες σε όλο τον κόσμο. Αντίθετα, τα δάνεια προέρχονται κυρίως από τοπικές τράπεζες κι έτσι η στατιστική αλλοιώνεται, αφού οι καταθέσεις είναι «φουσκωμένες» σε σχέση με τα δάνεια.

Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών (ΕΕΤ) παρουσιάζει τα στοιχεία ως βελτίωση, δεδομένου ότι το ποσοστό δανείων ως προς τις καταθέσεις, έχει βελτιωθεί ελαφρά (από το 60,6%)που ήταν ένα χρόνο πριν, αλλά η μεταβολή αυτή είναι ασήμαντη και ίσως συγκυριακή και δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι τράπεζες στην Ελλάδα είναι στον «βυθό» των δανειοδοτήσεων σταθερά κάθε χρόνο.

Οι ίδιες οι τράπεζες διαφημίζουν το γεγονός ότι ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής δανεισμού προς τα νοικοκυριά επέστρεψε σε θετικό έδαφος, από το περασμένο καλοκαίρι και για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια.

Όμως, όπως δείχνουν τα στοιχεία η ανάκαμψη αυτή προήλθε κυρίως από τα καταναλωτικά δάνεια που στη χώρα μας έχουν ένα από τα ακριβότερα επιτόκια στην ευρωζώνη, και όχι από τα στεγαστικά δάνεια που ήταν στα αζήτητα επί χρόνια. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του δανεισμού προς τα νοικοκυριά από τις τράπεζες επέστρεψε σε θετικό πρόσημο για πρώτη φορά τον Ιούνιο 2025, μετά από 15 συνεχή χρόνια αποεπένδυσης (deleveraging).

Το βασικό επιχείρημα που επικαλούνται οι τράπεζες για την αρνητική ζήτηση είναι το «υψηλό κόστος χρήματος». Τα επίσημα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι το κόστος για τον δανειολήπτη δεν προέρχεται από τα επιτόκια της ΕΚΤ, αλλά από την ίδια τη στρατηγική των τραπεζών.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία της ΕΚΤ τον Μάρτιο 2026 το κόστος στεγαστικού δανείου για ελληνικά νοικοκυριά ανερχόταν σε 4,05%, υψηλότερο σε σχέση με το μέσο και ήταν το τέταρτο υψηλότερο στην ευρωζώνη, με το μέσο όρο να διαμορφώνεται στο 3,52%.

Στα καταναλωτικά δάνεια η εικόνα είναι χειρότερη. Τον Μάρτιο 2026, το μέσο επιτόκιο καταναλωτικών δανείων στην Ελλάδα ανήλθε στο 8,97%, έναντι 7,46% που ήταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη. Ακριβότερα καταναλωτικά δάνεια είχαν μόνο η Εσθονία και η Λιθουανία — δύο μικρές χώρες της Βαλτικής με ολιγοπωλιακές τραπεζικές αγορές.

ieidiseis.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις