Με την κυβέρνηση να βγαίνει από τη στενωπό των αγροτικών κινητοποιήσεων και τις πρώτες δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία όχι μόνον διατηρεί την απόσταση ασφαλείας από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά καταγράφει και (μικρά, προς ώρας) κέρδη σε σχέση με τις προηγούμενες μετρήσεις, το βασικό ερώτημα που πλανάται είναι αν βρισκόμαστε μπροστά στην πολυπόθητη «επανεκκίνηση», η οποία συζητιέται σχεδόν από τη ΔΕΘ αλλά ώς σήμερα δεν είχε κάνει την εμφάνισή της.
Φυσικά, τα προβλήματα που ταλανίζουν τη δεύτερη κυβερνητική θητεία της Νέας Δημοκρατίας δεν έγιναν ως διά μαγείας καπνός, ούτε – φυσικά – η κυβέρνηση μεταμορφώθηκε εν μία νυκτί.
Αντιθέτως, όλα εκείνα που προκαλούσαν δυσφορία στους πολίτες – η ακρίβεια, ο μισθός που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας, οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η αίσθηση ότι πολλά ζητήματα αντιμετωπίζονται περισσότερο επικοινωνιακά, παρά ουσιαστικά, κ.λπ. – συνεχίζουν να δίνουν το «παρών» και να δυσκολεύουν το κυβερνών κόμμα να πετύχει τον βασικό στόχο του, που είναι να σταθεροποιηθεί στις δημοσκοπήσεις σε ποσοστό πάνω από 30%, ποσοστό που θεωρείται κρίσιμο για τη συνέχεια.
Αναδιάταξη στρατηγικής
Ωστόσο, η δημοσκοπική άνοδος είναι εμφανής – έστω και μικρή – και, ταυτόχρονα, η εικόνα της αντιπολίτευσης δεν δημιουργεί την αίσθηση ότι υπάρχει στην παρούσα φάση κάποιο κόμμα που θα μπορούσε να αποτελέσει «καθαρό και παρόντα κίνδυνο» για τη «γαλάζια» παράταξη και την κυριαρχία της στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Βέβαια, υπάρχουν δύο μεγάλα «ερωτηματικά», το κόμμα που ετοιμάζει ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και το σχήμα στο οποίο θα συμμετάσχει η Μαρία Καρυστιανού. Ωστόσο, παρότι τα δύο αυτά κόμματα θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανακατατάξεις στην πολιτική σκακιέρα, εντούτοις δεν φαίνεται να προκαλούν ιδιαίτερο προβληματισμό σε Μαξίμου και Πειραιώς.
Μάλιστα, όπως ήδη φαίνεται, αλλά και όπως λένε οι υπάρχουσες πληροφορίες, η Νέα Δημοκρατία και η κυβέρνηση έχουν ήδη προχωρήσει σε στρατηγικό σχεδιασμό αντιμετώπισης των δύο νέων κομμάτων, ο οποίος προσαρμόζεται στον χαρακτήρα που θα έχει το καθένα, καθώς
● ο Αλ. Τσίπρας φαίνεται ότι θα απευθυνθεί σε ένα πιο κεντροαριστερό / αριστερό κοινό,
● ενώ το κόμμα στο οποίο θα συμμετάσχει η Μ. Καρυστιανού μοιάζει να κινείται στον ευρύτερο χώρο στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας, αν και ακόμα δεν έχει δώσει ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα, πέραν από κάποιες δηλώσεις της ίδιας της πρώην προέδρου του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών.
Πρώτα «πυρά» στην Καρυστιανού
Ήδη, με αφορμή την ανάρτησή της, στην οποία ζητούσε να μάθει την ατζέντα της συνάντησης του πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο και αυτή να λάβει την έγκριση του λαού, η κυβέρνηση, διά του εκπροσώπου της Παύλου Μαρινάκη, έστειλε την πρώτη «τροχιοδεικτική βολή» με την εξής τοποθέτηση (Real FM):
«Η κ. Καρυστιανού, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι ένας από τους εκατομμύρια πολίτες, που οφείλει η κυβέρνηση αυτή να υπηρετεί διά της πολιτικής της. Δεν είναι ούτε συνομιλητής με ξεχωριστή υποχρέωση του πρωθυπουργού ενημέρωσης, ούτε τίποτα το παραπάνω. Μπορούμε και ακούμε στο πλαίσιο της δημοκρατικής λειτουργίας όλες αυτές τις απόψεις. Σε κάποιες υποχρεούμαστε να απαντήσουμε, όπως είναι αυτά τα οποία είπε για τις αμβλώσεις. Σε κάποιες άλλες δεν είναι θεσμικός συνομιλητής, δεν απαντάμε».
Η φράση Μαρινάκη είναι ενδεικτική της αντιμετώπισης που η Μ. Καρυστιανού θα τύχει, τουλάχιστον μέχρις ότου παρουσιαστεί το κόμμα, οι θέσεις του για όλα τα ζητήματα, τα μέλη του, οι υποψήφιοι, και πάει λέγοντας. Όσο για τη συνέχεια, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ήταν σαφής:
«Πέραν του γεγονότος ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δώσει εξετάσεις, έχει περάσει τις εξετάσεις συνέπειας και αποτελεσματικότητας στην εξωτερική πολιτική, δεν είναι όλα αντικείμενο εντυπωσιασμού και δηλώσεων για τα πέντε – δέκα λεπτά δημοσιότητας. Όταν κάνει κόμμα η κ. Καρυστιανού, ας εκφράσει τις απόψεις της. Και αν οι απόψεις της, ειδικά επί των εθνικών θεμάτων, είναι αυτές που φαίνεται ότι έχει, τότε δεν τη βλέπω να μακροημερεύει πολιτικά».
Από εκεί και πέρα, κομματικές πηγές με τις οποίες επικοινώνησε το «Ποντίκι» έσπευσαν να επισημάνουν το εύρημα της τελευταίας δημοσκόπησης της Interview, σύμφωνα με το οποίο το 70% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Μ. Καρυστιανού δεν είναι έτοιμη για να μπει στον στίβο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, ενώ το 48% εκτιμά ότι η εικόνα της είναι χειρότερη μετά την πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε.
Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι η εικόνα αυτή ενδεχομένως θα αλλάξει επί τα χείρω συν τω χρόνω, όταν η Καρυστιανού θα κληθεί να δώσει απαντήσεις για μείζονα ζητήματα, όπως η αντιμετώπιση της ακρίβειας, οι εξοπλισμοί της χώρας, η οικονομική πολιτική κ.λπ.
Όσον αφορά δε στο ερώτημα αν το «κόμμα Καρυστιανού» θα μπορούσε να προκαλέσει επιπλέον φθορά στη Νέα Δημοκρατία, οι κομματικές πηγές εκτιμούν ότι – από τα σημάδια που υπάρχουν ώς τώρα – η ζημιά θα γίνει κυρίως σε κόμματα με παρόμοια ρητορική, όπως η Νίκη ή η Πλεύση Ελευθερίας και ενδεχομένως στην (πιο συμπαγή, είναι αλήθεια…) Ελληνική Λύση.
Προστίθεται, δε, ότι δύσκολα ο πολιτικός φορέας αυτός θα μπορούσε να απευθυνθεί σε ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας ή σε πιο κεντρώα «δεξαμενή» η οποία ενδεχομένως έχει πάρει απόσταση από τη «γαλάζια» παράταξη τα τελευταία χρόνια.
Ο Τσίπρας και… οι άλλοι
Όσον αφορά το ζήτημα «Αλέξης Τσίπρας», τα πράγματα είναι λίγο – πολύ γνωστά: η κυβέρνηση
● θα συνεχίσει να τον «χτυπά» για το πρώτο εξάμηνο του 2015 και για τα πεπραγμένα του ως πρωθυπουργού,
● θα υπενθυμίζει ότι έχει ηττηθεί πλειστάκις με αντίπαλο τον Μητσοτάκη και ότι επί προεδρίας του το διάστημα 2019 – 2023 τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ κατέρρευσαν στην κάλπη, με το κόμμα να πέφτει κάτω από το 20%,
● απορρίπτοντας, ταυτόχρονα, το rebranding που επιχειρεί ο πρώην πρωθυπουργός μέσω της «Ιθάκης», αλλά και των αποστάσεων που παίρνει από το κόμμα του οποίου ηγήθηκε.
Βέβαια, και στην περίπτωση Τσίπρα, από τη στιγμή που δεν υπάρχει κόμμα, η συζήτηση που γίνεται έχει έναν, ας πούμε, θεωρητικό χαρακτήρα – η «επίθεση» αναμένεται να αρχίσει όταν ο πρώην πρωθυπουργός ανακοινώσει την ίδρυση του πολιτικού φορέα του οποίου θα ηγείται.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το Μαξίμου και την Πειραιώς έχουν οι διαδικασίες για σύμπηξη «προοδευτικού μετώπου», για το οποίο μιλούν (έστω κι αν εννοούν άλλο πράγμα…) ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΕ.ΑΡ. Βασικά, στο «στόχαστρο» της κυβέρνησης μπαίνει κυρίως η Χαριλάου Τρικούπη, με τον Μαρινάκη να ζητά από το ΠΑΣΟΚ να ορίσει ποιες είναι οι προοδευτικές δυνάμεις:
«Αν τα προοδευτικά κόμματα είναι ο παλιός ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ, που τώρα έχει γίνει κόμμα Κωνσταντοπούλου, που μιλάει για δολοφόνους για τους συναδέλφους της, […] η Νέα Αριστερά, που έχει μέσα ακόμα πολλούς δραχμιστές, […] και τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, με πολλά στελέχη τα οποία έχουν μιλήσει ακόμα και για προγραφές δημοσιογράφων […], όπως ο κ. Πολάκης, αν αυτές είναι οι προοδευτικές δυνάμεις, τότε, συγγνώμη, θα πρέπει κάποιος από τους παλιότερους του ΠΑΣΟΚ και πρώην προέδρους, όπως ο κ. Βενιζέλος, να τους παραδώσει μαθήματα».
Τα «πυρά» στο ΠΑΣΟΚ δεν είναι τυχαία, καθώς οι «γαλάζιοι» θεωρούν ότι στη Χαριλάου Τρικούπη κάθε άλλο παρά… ομόνοια επικρατεί: με τον Χάρη Δούκα να ζητά το συνέδριο του κόμματος να επικυρώσει απόφαση μη συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία μετά τις εκλογές, αν δεν υπάρχει αυτοδυναμία και άλλα στελέχη να διαφωνούν με μια τέτοια δέσμευση (έστω κι αν δημοσίως τάσσονται κατά μιας τέτοιας συνεργασίας), Μαξίμου και Πειραιώς εκτιμούν ότι, καλώντας το ΠΑΣΟΚ να ορίσει τον «προοδευτικό χώρο», το υποχρεώνουν όχι μόνο να συγκρουστεί με κόμματα που εντάσσονται στο ευρύτερο κεντροαριστερό/αριστερό φάσμα, αλλά και να τοποθετηθεί σχετικά με το τι θα κάνει την επομένη των εκλογών, στην περίπτωση που δεν υπάρχει αυτοδύναμη κυβέρνηση, προσθέτοντας στις εσωτερικές τριβές του.
Κεντρικό μήνυμα η σταθερότητα
Σε γενικές γραμμές, η τρέχουσα στρατηγική που φαίνεται να υιοθετεί η κυβέρνηση είναι να αξιοποιεί τις «αδυναμίες» των αντιπάλων της, αλλά και τη γενικότερη πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης, προκειμένου να προβάλλει ως μια λύση που – παρά τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει – μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα και προβλεψιμότητα σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο: δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το αφήγημα της σταθερότητας και της προοπτικής είναι κυρίαρχο στη ρητορική της κυβέρνησης, από τον πρωθυπουργό μέχρι το τελευταίο «γαλάζιο» στέλεχος.
Αν στα παραπάνω προστεθεί και η… βελόνα που παραμένει ακίνητη για το ΠΑΣΟΚ, γίνεται προφανές γιατί έχει επιλεγεί η συγκεκριμένη στρατηγική – συν η έμφαση στην καθημερινότητα, καθώς και η αναμονή για τα αποτελέσματα στο… πορτοφόλι των φορολογικών μέτρων.
Πάντως, αυτό που επισημαίνεται από όλες τις πλευρές είναι ο – υπαρκτός – κίνδυνος της χαλάρωσης και της αλαζονείας. Ακόμα οι συνέπειες από τις αγροτικές κινητοποιήσεις δεν έχουν γίνει εμφανείς, ενώ τα πάγια προβλήματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω δεν έχουν επιλυθεί ούτε έχουν ξεχαστεί.
Στο πλαίσιο αυτό, το μήνυμα που στέλνεται από το Μαξίμου είναι ένα ξερό «δεν χαλαρώνουμε, συνεχίζουμε τις μεταρρυθμίσεις με έμφαση στην καθημερινότητα και τη βελτίωση της ζωής των πολιτών, δεν υποτιμούμε κανέναν αντίπαλο». Παράλληλα, υπάρχει εγρήγορση για… απρόοπτα, όπως, άλλωστε, συνέβη και πέρσι, όταν «έσκασε» το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και… γύρισαν οι δημοσκοπήσεις.
topontiki.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις























































